Digesta 1999

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Για να κατεβάσετε το αρχείο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

 

ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) άρθρο 38.
Σε ποιες απαιτήσεις του Δημοσίου αναφέρεται η απαγόρευση διαθέσεως του κατασχεθέντος πράγματος


Οποιαδήποτε απαλλοτριωτική πράξη ή έγγραφή επιβαρύνσεως (όπως υποθήκης) που γίνεται από τρίτο σε ακίνητο, μετά την εγγραφή κατασχέσεως από το Δημόσιο είναι άκυρη μόνο για το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση και για τις τυχόν άλλες απαιτήσεις του Δημοσίου που αναγγέλθηκαν πριν γίνει η απαλλοτριωτική πράξη ή η επιβάρυνση.
Ολομέλεια Αρείον Πάγον 38/1998.
(Σύνθεση: Σ. Ματθίας, Α. Μπακόπονλος, Γ Βελλής, Ε. Κρονσταλάκης, Κ Παπαλάκης, Ε. Χα- ριτάκης, I. Μνγιάκης, Θ. Πρασονλίδης, Γ. Μπούτσικος, Α. Καφάκης, Α. Καραγεώργης, X. Γε- ωργακόπονλος, Γ. Βρέττας, Γ. Νικολόπονλος, Η. Βλάσσης, Ε. Δαμασκός, Γ. Κάπος, Π. Μεϊδά- νης — Εισηγητής, Α. Ντόβας, Σ. Μοσχολέας, Π. Φιλιππόπονλος, Δ. Αινός, Α. Ανμπερόπουλος, Α. Ρακιντζής. Εισαγγελέας: Π. Δ ημόπονλος).
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.3.1981 αγωγή που κατατέθηκε στο Πολυ¬μελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 576/1981 του ιδίου Δικαστη¬ρίου και 150/1985 του Εφετείου Ναυπλίου
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 9.10.1985 αίτησή του. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 580/1993 του Κ τμήματος και 1679/1997 του Δ' Τμήματος, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου λόγω διαφωνίας του με το Κ Τμήμα .
Μετά την πιο πάνω απόφαση του ΔΖ Τμήματος και την από 10.3.1998 κλήση του ενάγοντος — αναιρεσιβλήτου φέρεται η προκειμένη υπόθεση στην Ολομέλεια του Δι¬καστηρίου τούτου, για να αρθεί η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ των δυο Τμημάτων.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε να επιλυθεί η διαφωνία υπέρ της γνώμης που έχει εκφέρει το Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδί¬καση στο παραπέμψανΔ' Τμήμα.
Επειδή νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής από το άρθο 31 παρ. 2 του ν. 2172/1993, παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια η προκειμένη υπόθεση για να αρθεί η διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Κ Τμήματος, ως αναιρετικού, και του Δ' Τμήματος, που δίκασε μετά την αναίρεση κατά παραπομπή από το ΑΖ Τμήμα.
Επειδή, κατά το άρθρο 38 του ν.δ. 356/74 (Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων - ΚΕΔΕ) «1. Από της ημέρας της κατά τα άρθρα 36 και 37 επιδόσεως εις την οφειλέ¬την αντιγράφου της εκθέσεως κατασχέσεως στερείται ούτος του δικαιώματος ελεύθε¬ρος διαθέσεως του κατασχεθέντος πράγματος, πάσα δε από της ημέρας ταύτης επιχει- ρηθείσα απαλλοτρίωσις ή ενεργηθείσα μεταγραφή ή εγγραφή δΓ οιανδήποτε επιβά- ρυνσιν είναι αυτοδικαίως άκυρος έναντι του Δημοσίου. 2. Μετά την κατά το άρθρον 39 εγγραφήν της κατασχέσεως του Δημοσίου εις το οικείον βιβλίον, η εγγραφή δι’ οιανδή-ποτε επιβάρυνσιν είναι αυτοδικαίως άκυρος μόνον υπέρ του Δημοσίου». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 39 του ίδιου Κώδικα «1.0 επισπεύδων Διευθυντής του Δημοσί¬ου Ταμείου και ο Ελεγκτής Εσόδων διά κοινής πράξεως αυτών κάτωθι της εκθέσεως κατασχέσεως αναγράφουν πάντα τα βεβαιωμένα εις το Δημόσιον Ταμείον χρέη του οφειλέτου, περιλαμβανόμενα ή μη εις την παραγγελίαν κατασχέσεως, και ορίζουν την πρώτην προσφοράν. 4. Η έκθεσις της κατασχέσεως, συμπληρουμένη διά της κατά τα ανωτέρω πράξεως πρώτης προσφοράς, επιδίδεται εν αντιγράφω αμελλητί... εις τον αρμόδιον Υποθηκοφύλακα, παρ’ ου και εγγράφεται πάραυτα εις το υπ’ αυτού τηρούμε- νον βιβλίον κατασχέσεων». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και προς τις διατά¬ξεις των άρθρων 2 παρ. 2, 4 παρ. 1, 5, 6, 7, 8, 28 παρ. 1, 36 παρ. 2, 37 του ΚΕΔΕ, από τις οποίες προκύπτει ότι η επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως, ειδικότερα δε η κατάσχεση και η εγγραφή της στο βιβλίο κατασχέσεων γίνεται για ορισμένο χρέος, προκύπτει ότι η, από την ημέρα της επιδόσεως στον οφειλέτη αντιγράφου της κατα¬σχετήριας εκθέσεως, στέρηση της εξουσίας του να διαθέτει το κατασχεθέν, καθώς και η μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο οικείο δημόσιο βιβλίο ακυρότητα, υπέρ του Δημοσίου, κάθε επιβάρυνσης, αναφέρονται μόνο στην απαίτηση του Δημοσίου για την οποία έγινε η κατάσχεση και η οποία προκύπτει από την εγγραφή της στο βιβλίο κατα-σχέσεων, στην οποία (απαίτηση) περιλαμβάνονται και οι τυχόν συμπληρωματικές απαιτήσεις του Δημοσίου, εφόσον όμως αναγγέλθηκαν πριν γίνει η μεταγραφή της απαλλοτριωτικής πράξεως ή η εγγραφή της επιβάρυνσης. Για άλλες συμπληρωματικές απαιτήσεις, που γεννήθηκαν ή βεβαιώθηκαν ή αναγγέλθηκαν μετά τη μεταγραφή της πράξης διάθεσης ή επιβάρυνσης, δεν παρέχεται η προστασία που προβλέπεται υπέρ του Δημοσίου από το ως άνω άρθρο 38, δεν επέρχεται δηλαδή η σχετική υπέρ αυτού ακυρότητα. Διάφορη εκδοχή θα ήταν ασυμβίβαστη προς την αρχή της δημοσιότητας των εμπράγματων σχέσεων επί των ακινήτων και προς την επιδιωκόμενη με αυτήν ασφάλεια των συναλλαγών. Διότι θα κατέληγε σε ακυρότητα της διαθέσεως ή επιβα- ρύνσεως χάριν άδηλων απαιτήσεων, οι οποίες δεν είχαν αναγγελθεί μέχρι τη μεταγρα¬φή της διαθέσεως ή την εγγραφή της επιβαρύνσεως και δεν προέκυπταν από το οικείο δημόσιο βιβλίο. Η διαφωνία μεταξύ των Τμημάτων, συνίσταται στο ότι το Α' Τμήμα δέχθηκε τα εξής: «στην περίπτωση κατασχέσεως από το Δημόσιο ακινήτου και πωλήσεως αυτού από τον οφειλέτη ενώ η κατάσχεση παραμένει εκκρεμής, είναι άκυρη η εν λόγω διάθεση έναντι του Δημοσίου όχι μόνο για το χρέος για το οποίο επιβλήθηκε η πρώτη κατάσχεση αλλά και για μεταγενέστερα χρέη για τα οποία επιβλήθηκαν κατα-σχέσεις μετά την γενόμενη πώληση και μεταγραφή της σχετικής συμβάσεως», ενώ το Δ' Τμήμα διαφώνησε, υιοθετώντας την άποψη ότι «περιλαμβάνονται και οι τυχόν συ¬μπληρωματικές απαιτήσεις του Δημοσίου, που αναγγέλθηκαν όμως πριν γίνει η μετα¬γραφή της σχετικής απαλλοτριωτικής πράξης, ενώ για τυχόν συμπληρωματικές απαι¬τήσεις, που βεβαιώθηκαν ή γεννήθηκαν μετά τη μεταγραφή της απαλλοτριωτικής πράξης, δεν υπάρχει προστασία από την πιο πάνω διάταξη». Η διαφωνία πρέπει να λυθεί υπέρ της γνώμης του Δ' Τμήματος. Η υπόθεση πρέπει περαιτέρω να παραπεμφθεί στο τμήμα αυτό, κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 6 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από το ν. 2172/1993.
Για τους λόγους αυτούς
Αίρει τη διαφωνία που ανέκυψε μεταξύ του Πρώτου και Τέταρτου Τμήματος.
Αποφαίνεται υπέρ της γνώμης του Τέταρτου Τμήματος, ήτοι ότι σε περίπτωση κατασχέσεως από το Δημόσιο ακινήτου και πωλήσεως αυτού από τον οφειλέτη, ενώ η κατάσχεση παραμένει εκκρεμής, είναι κατ’ άρθρο 38 ΚΕΔΕ άκυρη η εν λόγω διάθεση έναντι του Δημοσίου μόνο για το χρέος που επιβλήθηκε η πρώτη κατάσχεση και όχι και για τα μεταγενέστερα χρέη, για τα οποία επιβλήθηκαν κατασχέσεις μετά τη γενομένη πώληση και μεταγραφή της. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τέταρτο Τμήμα.
Σημείωση


Διά της άνω αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επιλύεται το θέμα της μεταβιβάσεως ακινήτου επί του οποίου είχεν επιβάλει κατάσχεσιν το Δημόσιο, (άρθρ. 38 ΚΕΔΕ) δι’ ωρισμένο ποσό. Εφ’ όσον μεταβιβασθή τούτο, υφισταμένης της κατασχέσεως του Δημοσίου, ο τρίτος ευθύνεται μέχρι του ποσού της κατασχέσεως και δύναται καταβάλ- λων τούτο εις το Δημόσιο, να ζητήσει την άρσιν ταύτης. Η ως άνω απόφασις είναι σύμφω¬νος προς την υπ’ αριθ. 3/88 ΟλομΑΠ απόφασιν (ΕλΔ 1988, 1126 Δ 21, 345), κατά την οποίαν, η υποθήκη η οποία εγγράφεται μετά την κατάσχεσιν του Δημοσίου είναι άκυρη μό¬νο ως προς το Δημόσιο μέχρι του ποσού της κατασχέσεως, και προς την υπ’ αριθ. 29/1997 απόφασιν της ΟλομΑΠ (ΝοΒ 46, 186) κατά την οποίαν η ακυρότης της υποθήκης, ήτις εγγράφεται μετά την κατάσχεσιν του Δημοσίου, δεν καταλαμβάνει και τας προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής — δι’ ά ποσά επεβλήθη η κατάσχεσις. Η ακυρότης της ούτω εγ¬γραφείσης υποθήκης, δεν σημαίνει ότι το Δημόσιο θα καταταγεί προνομιακώς διά το πο- σόν της κατασχέσεως, δεν ενεργεί δηλαδή η κατάσχεσις προνομιακώς ως υποθήκη, αλλ’ εί¬τε περιορίζει η προγενεστέρως επιβληθείσα κατάσχεσις την μεταγενεστέρως εγγραφείσα υποθήκη, κατά το ποσό ταύτης, ή και ολοσχερώς την εκτοπίζει, εφ’ όσον η κατάσχεση και η υποθήκη είναι ίσου ποσού. Ούτω η εμβέλεια της ούτω εγγραφείσης υποθήκης, συναρτά- ται προς το ποσόν της επιβληθείσης κατασχέσεως, το ποσόν της υποθήκης και προς το διανεμητέον ποσόν. Άλλως έχει το θέμα της επιβολής κατασχέσεως υπό ιδιώτου, κατά τας κοινός διατάξεις του ΚΠολΔ (997 ΚΠολΔ).
Επί του θέματος τούτου εξεδόθη η υπ’ αριθ. 6/1998 απόφασις της ΟλομΑΠ (ΝοΒ 46, σελ. 626, παρά πόδας δε ταύτης ο συνάδελφος Π. Μάζης, σχολιάζει ταύτην). Δέχεται δη¬λαδή η ως άνω 6/98 απόφασις της Ολομ.ΑΠ ότι μετά την επιβολήν κατασχέσεως, κατά τον ΚΠολΔ η εγγραφή υποθήκης δεν αντιτάσσεται ουχί μόνον έναντι του κατάσχοντας και των αναγγελθέντων, μέχρι της εγγραφής ταύτης, πιστωτών, αλλά και πάντων των πιστω¬τών των οποτεδήποτε αναγγελθέντων κατά την διαδικασίαν της αναγκαστικής εκτελέσε- ως. Οΰτω ο εγγράψας υποθήκην μετά την κατάσχεσιν, θα ικανοποιηθεί συμμέτρως μετά των αναγγελθέντων δανειστών. (ΑΠ 1010/88 ΕΕΝ 1989, 518), εφ’ όσον και ούτοι (οι αναγγελθέντες) τυγχάνουν εγχειρόγραφοι πιστωταί.
Ούτω είναι πρόδηλον ότι, διά των ως άνω αποφάσεων της ΟλομΑΠ η κατάσχεσις η επιβαλλόμενη υπό του Δημοσίου έχει διαφόρους συνέπειας και ως προς την κατάταξιν των πιστωτών και ως προς την διάθεσιν του κατεσχημένου ακινήτου, από την κατάσχεσιν την επιβαλλόμενην υπό ιδιώτου κατά τα διατάξεις του ΚΠολΔ.
Σύγχυσις δημιουργείται όταν υφισταμένης κατασχέσεως του Δημοσίου ή Τραπέζης κα¬τά τας διατάξεις του ν.δ. της 17 Ιουλίου 1923, επιβάλλεται κατά κατάσχεσις υπό ιδιώτου, κατά τας κοινάς διατάξεις του ΚΠολΔ και είναι δυνατόν συγχρόνως και παραλλήλως να επισπεύδονται δύο ή και πλείονες διαδικασίες εκτελέσεως. (Επί του θέματος Μπρίνιαςπργ. 532α και ο ίδιος «Από την κατάσχεση έως τον πλειστηριασμό» ΝοΒ 32, 1127).
Ούτω κατά μίαν άποψιν αι ως άνω αποφάσεις αντιφάσκουν μεταξύ των, ενώ κατ’ άλ¬λην, διά των ως άνω αποφάσεων, διαφοροποιούνται αι έννομοι συνέπειαι των κατασχέσεων κατά τον ΚΕΔΕ και κατά τον ΚΠολΔ (76 Μπέης, Δ 30, 241 και Θ. Ψυχογιός, Δ 30, 324).
Πάντως φρονούμεν ότι το θέμα χρήζει περαιτέρω μελέτης αν και είναι πρόδηλον ότι η επιβολή κατασχέσεως υπό ιδιώτου είναι μεγαλυτέρας εμβελείας της τοιαύτης του Δημοσίου.

 

Αντώνιος Ν. Βενέτης
Δικηγόρος