Digesta 2001

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Για να ανοίξετε το αρχείο σε μορφή pdf πατήστε εδώ 

ΣυμβΚωδ95[*]

Αναλογικά δικαιώματα συμβολαιογράφου, ως υπάλληλου του πλειστηριασμού

Ο συμβολαιογράφος υπάλληλος του πλειστηριασμού που εισέπραξε αναλογικά δικαιώματα για τη σύνταξη-χορήγηση της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, δικαιούται μόνο πάγιο τέλος και όχι εκ νέου αναλογική αμοιβή για την σύνταξη των πράξεων εξοφλήσεως των καταταγέντων στον πίνακα πιστωτών.

ΕφΑΘ 10610/1998

(Σύνθεση: Γ. Στεφανίδης, Ν. Φακιολάς, Α. Παπαδόπουλος)

Επειδή κατά το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 670/1977 «περί κώδικος συμβολαιογράφων», ο συμβολαιογράφος διά την υπ’ αυτού κατάρτισιν οιασδήποτε συμβολαιογραφικής πράξεως, ως και πάσαν παροχήν υπηρεσίας σχετιζομένης με την πράξιν ή επιβαλλομένης εκ του νόμου ως και την έκδοσιν αντιγράφων, περιλήψεων και πιστοποιητικών, δικαιούται παγίας αμοιβής. Επί πλέον της αμοιβής ταύτης και προκειμένου περί πράξεων των οποίων το αντικείμενον αποτιμάται εις χρήμα, δικαιούται προσθέτως αμοιβής υπολογιζόμενης βάσει του συνόλου της εν τη πράξει δηλουμένης αξίας ή της υπό της αρμόδιας αρχής καθοριζόμενης μείζονος τοιαύτης. Αι ανωτέρω αμοιβαί καθορίζονται εκάστοτε δια κοινών αποφάσεων των Υπουργών Συντονισμού, Δικαιοσύνης και Οικονομικών». Σε εκτέλεση της διατάξεως αυτής, εκδόθηκε η εφαρμοζόμενη επί του προκειμένου, υπ’ αριθμ. 16188/4- 4/10-5-1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 278 της 10-4-1988). Στο άρθρο 1 αυτής ορίζεται ότι «για τη σύνταξη παντός συμβολαιογραφικού εγγράφου ο συμβολαιογράφος παίρνει ως αμοιβή α) πάγιο δικαίωμα δραχμές τετρακόσιες (400), β) επί πλέον της αμοιβής αυτής και προκειμένου για πράξεις το αντικείμενο των οποίων αποτιμάται σε χρήμα, αναλογικό δικαίωμα, σε ποσοστό κανονιζόμενο με βάση τη δηλούμενη στο συμβόλαιο αξία του αντικειμένου της σύμβασης ή την καθοριζόμενη από την αρμόδια αρχή μεγαλύτερη αξία, τρία τοις εκατό (3%) για το μέχρι εξήντα χιλιάδες (60.000) ποσό της αξίας του αντικειμένου της σύμβασης και ένα και δέκα πέντε τοις εκατό (1,15%) για το πέραν των εξήντα χιλιάδων (60.000) ποσό». Στο άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο α, κατ’ εξαίρεση στον ορισμό του άρθρου 1, καθορίζονται για κάθε ενέργεια πλειστηριασμού πάγιο δικαίωμα του συμβολαιογράφου 100 δραχμές και αναλογικό δικαίωμα σε ποσοστό 5% επί του πλειστηριάσματος, τα οποία καταβάλλονται από τον τελευταίο υπερθεματιστή. Υπό στοιχείο η' εδάφιο τελευταίο της αυτής παραγράφου του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «ως πράξεις που συντάσσονται επί παγίου τέλους χαρτοσήμου, και για τις οποίες οφείλεται επίσης πάγια αμοιβή του συμβολαιογράφου σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, νοούνται, μεταξύ άλλων, οι πράξεις που ανάγονται σε εξόφληση ή επανάληψη συμβολαίων για τα οποία προπληρώθηκε το τέλος συμβάσεως και τα δικαιώματα του συμβολαίου κατά την αρχική κατάρτιση αυτών. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1005 ΚΠολΔ, 1033 και 1192 ΑΚ, στην περίπτωση εκποιήσεως ακινήτου με αναγκαστικό πλειστηριασμό, η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως αποτελεί το νόμιμο τίτλο δυνάμει του οποίου (με και από τη μεταγραφή του) μετατίθεται η κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου στον υπερθεματιστή, επέχει δε αυτή θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου αφού αφορά πώληση ενεργούμενη με τη συμμετοχή της αρχής και επιφέρει μετάθεση της κυριότητας. Γι’ αυτό τα δικαιώματα του συμβολαιογράφου (ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου) για τη σύνταξη αυτής υπολογίζονται αναλογικώς επί του πλειστηριάσματος (βλ. ΑΠ 1/1998 (Ολομ.) Δίκη 20 σελ. 747 με σύμφωνο ενημερωτικό σημείωμα Κ Μπέη, ΑΠ 2/1993 (Ολομ.) ΕλλΔ/νη 1993.1342). Και βεβαίως, εφόσον καταβλήθηκαν αναλογικά δικαιώματα για τη διενέργεια του πλειστηριασμού (την έκθεση του πλειστηριασμού) και την έκδοση της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, κάθε συμβολαιογραφική πράξη που ανάγεται σε εξόφληση του πλειστηριάσματος υπόκειται σε πάγια (και όχι δηλαδή αναλογικά) δικαιώματα του συμβολαιογράφου, σε πάγιο τέλος χαρτοσήμου και σε πάγια δικαιώματα του Ταμείου Νομικών. Η τελευταία αυτή άποψη στηρίζεται και στις σύμφωνες διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 εδ. β' 15 παρ. 1 εδ. β' του Κ. Τ. Χαρτοσήμου και 10 παρ. 1 στοιχείο ιστ' περ. αα του ν.δ. 4114/1960 «περί Κώδικος Ταμείου Νομικών». Τα πράγματα δε δεν μεταβάλλονται όταν η εξόφληση πραγματοποιείται με συμψηφισμό, σύμφωνα με τα άρθρα επ. ΑΚ. Και τότε πρόκειται για «εξόφληση» υπό την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, (βλ. ΑΠ1/1998 (Ολομ.) ό.π., ΑΠ 230/1997 Δ 28.1185 με σύμφωνο ενημερωτικό σημείωμα Κ. Μπέη, Εφ. Πειρ. 669/1996 ΑρχΝ 1998. 62). Συνεπώς, αν παρότι δεν είναι αναγκαία (βλ. Μπρίνια, Αναγκαστική Εκτέλεση, έκδ. β', παρ. 437 σελ. 1209), συνταχθεί από το συμβολαιογράφο ως υπάλληλο επί του πλειστηριασμού, πράξη εξοφλήσεως του πίνακα κατατάξεως, αυτή παρέχει στο συμβολαιογράφο ως αυτοτελές συμβολαιογραφικό έγγραφο πλέον, δικαίωμα αμοιβής, η οποία υπολογίζεται σε πάγιο ποσοστό, κατά τα προαναφερόμενα, με βάση το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο η' εδάφιο τελευταίο της ως άνω Υπουργικής Αποφάσεως (16188/4-4/10-5-1988) και όχι αναλογικώς, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 της ίδιας Υπουργικής Αποφάσεως (βλ. ΑΠ 1/1998 (Ολομ.) ό.π., ΑΠ 230/1997 όπ., Ε.Πειρ. 669/1996 ό.π.

Σημείωση

Η δημοσιευόμενη απόφαση είναι σύμφωνη με την 1/1998 απόφαση Ολομ. ΑΠ (Δ 29,247 =ΕλΔ 39,63) κατά την οποία, εφόσον κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως κατακυρωθεί το κατασχεθέν σε τρίτο (υπερθεματιστή), τίτλος κτήσεως για τον υπερθεματιστή είναι η περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως. Τα δικαιώματα και η αμοιβή του επί πλειστηριασμού υπαλλήλου υπολογίζονται αναλογικώς προς το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα. Τα δικαιώματα αυτά ανέρχονται σήμερα σε ποσοστό 1,20% διά τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και τον οικείον Συμβ/κό Σύλλογο και για το ΤΝ 1,30% πάντοτε επί του εκπλειστηριάσματος.

Μέχρι πρότινος ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος εισέπραττε το ως άνω ποσοστό των δικαιωμάτων του, ως και τα δικαιώματα του ΤΝ τόσο για την σύνταξη της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως όσο και για την σύνταξη των πράξεων εξοφλήσεως των καταταγέντων πιστωτών, πάντοτε αναλογικώς προς τα ποσά της καταταγείσης απαιτήσεως εκάστους πιστωτού, δηλαδή εισέπραττε δύο φορές αμοιβή για την αυτή αιτία σε βάρος του οφειλέτου -καθ’ ου ο πλειστηριασμός-τον οποίο βαρύνουν τελικά τα έξοδα εξοφλήσεως (425 ΑΚ). Πρόσφατα εκδόθηκε η 1/1998 απόφαση Ολομ. ΑΠ επί εκτελέσεως που είχε γίνει με τις διατάξεις του ν.δ. 17.7-13.8/1923 η οποία όρισε ότι άπαξ μόνο δικαιούται ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος να εισπράττει, αναλογικώς, την αμοιβήν του, κατά την διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως. Εφόσον δηλαδή εισέπραξε την αμοιβή του ή τα δικαιώματα του ΤΝ κατά τη σύνταξη της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, δεν δικαιούται να τα εισπράττει, κατά την σύνταξη των πράξεων εξοφλήσεως των καταταγέντων πιστωτών, οπότε η πράξη εξοφλήσεως υπόκειται μόνο σε πάγια τέλη. Τα πράγματα δεν αλλάζουν ούτε όταν η εκτέλεση ενεργείται είτε με τις κοινές διατάξεις είτε με τις διατάξεις περί εκκαθαρίσεως. (Βλ. τώρα, με το νέο κώδικα συμβολαιογράφων ν. 2830/2000, και Κ Παναγόπουλο, Κώδικας Συμβολαιογράφων, νομολογία κάτω από το άρθρο 40).

Αντώνης Ν. Βενέτης Δικηγόρος Αθηνών


[*] Η απόφαση εκδόθηκε υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος κώδικα συμβ/φων (ν. 670/77). Στο νέο κώδικα συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000) αντίστοιχο είναι το άρθρο 40.