Digesta 2001

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΠΚΗ ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 2000 (ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ)

Γεώργιος Μόνιος - Βιργινία Τζώρτζη
Φοιτητές Μ.Π.Σ της Νομικής ΔΠΘ

Για να ανοίξετε το αρχείο σε μορφή pdf πατήστε εδώ 

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

  1. Εισαγωγή
  2. Οι θέσεις των Οργάνων και των Κρατών-μελών στα σημαντικότερα ζητήματα -

Συνθήκη της Νίκαιας.

  • Σύνθεση - αρμοδιότητες των οργάνων
  • Μέγεθος - σύνθεση και αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
  • Πολιτική ευθύνη της Επιτροπής
  • Σύνθεση και αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
  • Δικαστικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  • Τροποποιήσεις στη σύνθεση των άλλων κοινοτικών οργάνων
    • Διαδικασία λήψης αποφάσεων

2.2.1 Στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο

  • Διεύρυνση των περιπτώσεων λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία
  • Στενότερη συνεργασία - Ευελιξία
  • Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων
  • Ασφάλεια και Άμυνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
  1. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ (χρονοδιάγραμμα, εντολή)

Με την Συνθήκη του Άμστερνταμ δεν θεσπίσθηκαν όλες οι απαιτούμενες μεταρ­ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της αντιπροσωπευτικότητας και της αποτελεσματικής λειτουργίας των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την διεύρυνση[1]. Έτσι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας (Ιούνιος 1999) αποφάσισε τη σύγκληση της έβδομης στην ιστορία της Κοινότητας Διακυβερνητικής Διάσκεψης (Δ.Δ.) εντός του 2000 στην οποία και παρείχε εντολή[2], η οποία κάλυπτε τα ακόλουθα ζητήματα:

  • μέγεθος και σύνθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
  • στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο,
  • διεύρυνση των περιπτώσεων όπου το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

Ως όχημα της θεσμικής προετοιμασίας της Ένωσης εν όψει της διεύρυνσης τέθηκε η τροποποίηση των Συνθηκών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999) αποφάσισε τη διεύρυνση της ημερήσιας διάταξης της Δ.Δ. και σε ορισμένα άλλα θέματα όπως η στενότερη συνεργασία, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η κοινή άμυνα, οι μεταρρυθμίσεις ορισμένων θεσμών όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κ.ά.

Η κύρια αποστολή της Δ.Δ. αυτής και, ταυτόχρονα, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σε σχέση με τις προηγούμενες τροποποιήσεις των Συνθηκών (Ε.Ε.Π., Μάαστριχτ, Άμστερνταμ) ήταν η ενίσχυση της ομοσπονδιακής πλευράς των υφιστάμενων ευρωπαϊκών θεσμών, έτσι ώστε η διεύρυνση να μην οδηγήσει σε μια Ευρώπη ετερόκλητων Κρατών-Μελών χωρίς τη δυνατότητα πολιτικής ενοποίησης τους.

Οι τροποποιήσεις που αποφασίσθηκαν θα τεθούν σε ισχύ μετά την επικύρωσή τους από όλα τα Κράτη-Μέλη, σύμφωνα με τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες[3] (άρθρο 48 Σ.Ε.Ε.) και μέχρι το τέλος του 2002.

Παρακάτω, εκτίθενται συνοπτικά οι θέσεις των κοινοτικών οργάνων και των Κρα­τών-Μελών εν όψει της Δ.Δ. του 2000, καθώς και οι αποφάσεις που υιοθετήθηκαν.

  1. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ-ΜΕΛΩΝ ΣΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ - ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ

2.1 Σύνθεση - αρμοδιότητες των οργάνων

  1. Ι.Ι.Ι. Μέγεθος - σύνθεση και αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Υπό το σημερινό καθεστώς η Επιτροπή αποτελείται από είκοσι μέλη, δηλαδή δύο υπηκόους των πέντε Κρατών-Μελών με το μεγαλύτερο πληθυσμό[4] και έναν υπήκοο από τα υπόλοιπα Κράτη-Μέλη. Το προσαρτημένο στην Συνθήκη του Άμστερνταμ σχετικό Πρωτόκολλο προέβλεπε την τροποποίηση των διατάξεων για την σύνθεση της Επιτροπής σε περίπτωση νέας διεύρυνσης, ώστε να διαφυλαχθεί η αποτελεσματικότητα και να ενισχυθεί η δημοκρατική νομιμοποίησή της[5] .Το Κοινοβούλιο[6] και η Επιτροπή[7] πρότειναν την επανεξέταση της σύνθεσης της τελευταίας είτε α) με μείωση των Επιτροπών σε αριθμό κατώτερο από εκείνο των Κρατών- Μελών, με τη θέσπιση ενός συστήματος περιτροπής που θα σέβεται την απόλυτη ισότητα μεταξύ των Κρατών-Μελών, είτε β) με μείωση σε έναν Επίτροπο ανά Κράτος-μέλος, σε συνδυασμό με μια εκ βάθρων αναμόρφωση της δομής της Επιτροπής.

Η πρώτη άποψη υποστηρίχθηκε από τα πέντε μεγαλύτερα Κράτη-Μέλη που ετάχθησαν υπέρ μιας περιορισμένης αριθμητικά Επιτροπής με τη θέσπιση ως ανώτατου ορίου Επιτρόπων τους 20 ή 21[8]. Διακηρυγμένος στόχος τους αποτέλεσε η αποτελεσματικότερη και πιο συντονισμένη λειτουργία της Επιτροπής ως κοινοτικού οργάνου και όχι ως φορέα εθνικών θέσεων και συμφερόντων στην Ένωση. Πρόβαλαν, ως όχημα για την πραγμάτωση της πρότασης, την εκ περιτροπής κάλυψη ορισμένων θέσεων Επιτρόπων. Εναλλακτικά, προτάθηκε η δημιουργία Επιτρόπων «πλήρους αρμοδιότητας» και «επικουρικών». Σε περίπτωση, δε, κατάργησης του δικαιώματος τους για διορισμό δευτέρου υπηκόου τους στην Επιτροπή, τα πέντε Κράτη-Μέλη διεκδικούσαν ως αντιστάθμισμα την «κατάλληλη» γι’ αυτά επαναστάθμιση των ψήφων στα πλαίσια του Συμβουλίου ( βλ. παρακάτω παρ. 2.2.1.).

Η δεύτερη πρόταση ασπαζόταν την αρχή ότι ο συνολικός αριθμός των μελών της Επιτροπής θα πρέπει να είναι ίσος με τον αριθμό των Κρατών-Μελών και ότι κάθε Κράτος-Μέλος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα διορισμού (μόνο) ενός Επιτρόπου. Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε από τα δέκα μικρότερα μέλη της Ε.Ε.[9] και τόνιζε ότι η πολυσυλλεκτικότητα και η αντιπροσώπευση όλων των θέσεων αποτελεί το αναγκαίο προαπαιτούμενο για την ευρυθμία και την αποτελεσματική λειτουργία του οργάνου. Αυτή η δεύτερη κατηγορία Κρατών απέρριπτε κάθε ιδέα εισαγωγής οιωνδήποτε αριθμητικών ή ποιοτικών διαφοροποιήσεων μεταξύ των Επιτρόπων, φοβούμενη την ισχυροποίηση των «μεγάλων» Κρατών-Μελών (π.χ. στην κατανομή των αρμοδιοτήτων, στο δικαίωμα ψήφου, στην εν γένει διαδικασία λήψης αποφάσεων, χωρίς την καθιέρωση ιεραρχίας μεταξύ των Επιτρόπων).

Η Ελλάδα πρωτοστάτησε για την επικράτηση της δεύτερης άποψης που θα εξασφάλιζε την καθολική εκπροσώπηση των εταίρων στην Επιτροπή. Δικαιολογητικός λόγος της τοποθέτησής της αποτέλεσε η βούληση για λειτουργικότητα και ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Επιτροπής, που οφείλει να ενεργεί ως ο θεματοφύλακας των ιδεωδών της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο καθορισμού της σύνθεσης της Επιτροπής και αποφυγής των φαινομένων λειτουργικής παραλυσίας της ενόψει της διεύρυνσης της Ένωσης προτάθηκαν επιπρόσθετες λύσεις. Μεταξύ αυτών ξεχώρισαν η αύξηση του αριθμού των αντιπροέδρων της Επιτροπής (π.χ. Δανία, Γερμανία, Μ. Βρετανία), η αναδιάρθρωση του διοικητικού προσωπικού και του οικονομικού ελέγχου της (π.χ. Αυστρία), η χορήγηση περισσότερων εξουσιών στον Πρόεδρο (π.χ. Ελλάδα) κ.α.

  • Συνθήκη της Νίκαιας:

Αρχής γενομένης την 1 Ιανουάριου 2005 και μέχρι την προσχώρηση του 27ου μέλους κάθε Κράτος-Μέλος θα διαθέτει το δικαίωμα διορισμού ενός Επιτρόπου (άρθρο 4 παρ. 1 του «Πρωτοκόλλου για τη Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» που θα τροποποιήσει το σχετικό άρθρο 213 παρ. 1 Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας[10]). Με την συμπλήρωση του ορίου των 27 μελών θα αποφασισθεί ομόφωνα από το Συμβούλιο ο περιορισμός των Επιτρόπων σε αριθμό μικρότερο των Κρατών-Μελών[11].

Η διάσταση μεταξύ προδιατυπωμένου στόχου και άμεσου αποτελέσματος είναι προφανής δεδομένου ότι ματαιώθηκε η λήψη οριστικής απόφασης για τον αριθμό των μελών της Επιτροπής σε χρονικό στίγμα όχι ιδιαίτερα προβλέψιμο. Η μείωση θα επιτευχθεί με κυκλική κι ισότιμη εναλλαγή των χωρών[12], έτσι ώστε ορισμένες να μην εκπροσωπούνται για μία θητεία στην Επιτροπή - όχι βέβαια δίχως ανταλλάγματα σε κάποια άλλα ζητήματα.

Το πρόσκαιρο της συμβιβαστικής διευθέτησης του ζητήματος θα κλίνει, εν τέλει, υπέρ μιας αναδιοργανωμένης και μειωμένης αριθμητικά Επιτροπής, προς όφελος της αποτελεσματικότητας και ευελιξίας της. Η τήρηση της αυστηρά ισότιμης εναλλαγής των Επιτρόπων αποτελεί το απαραίτητο εχέγγυο για την αποδοχή της πρότασης από όλες τις πλευρές προκειμένου να μην περιέλθει ο έλεγχος των (σημαντικότερων) χαρτοφυλακίων σε ορισμένες μόνο χώρες.

Άλλωστε, η μείωση των Επιτρόπων σε αριθμό μικρότερο των Κρατών-Μελών προκαλεί εύλογες ενστάσεις δημοκρατικού ελλείμματος. Είναι βέβαιο, επίσης, ότι θα προξενεί δυσαρέσκεια στις προσωρινά μη εκπροσωπούμενες χώρες ως μη διαθέτουσες την δυνατότητα ελέγχου και προάσπισης των εθνικών συμφερόντων τους εντός της Επιτροπής. Πρόκειται για άλλη μία ένδειξη ότι τα Κράτη-Μέλη ενεργούν περισσότερο ως Κράτη που μεριμνούν για την αποτροπή διακύβευσης και την προαγωγή των εθνικών συμφερόντων τους και όχι ως συνειδητοποιημένα μέλη μιας βαθύτερα ενοποιητικής διαδικασίας.

Όσον αφορά τα υπόλοιπα ζητήματα, ο ρόλος και η θέση του Προέδρου ανα­βαθμίσθηκαν αφού αυτός διαδραματίζει τον αποφασιστικό ρόλο για την εσωτερική οργάνωση της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 217 παρ. 1. Επιπλέον, του ανατέθηκαν «εν λευκώ» η αρχική κατανομή και η ενδεχόμενη αλλαγή των χαρτοφυλακίων κατά τη διάρκεια της θητείας της Επιτροπής. Ο Πρόεδρος, τέλος, ορίζει τους αντιπροέδρους (περισσότερους από δύο;) που όπως κι υπόλοιποι Επίτροποι βρίσκονται υπό την εποπτεία του.

2.1.1.2. Πολιτική ευθύνη της Επιτροπής

Η Επιτροπή κατά την ανάληψη των καθηκόντων της υπόκειται σε ψήφο έγκρισης του Κοινοβουλίου, ενώπιον του οποίου είναι συλλογικά υπεύθυνη[13]. Εξάλλου, ο τρόπος της συλλογικής παραίτησης της Επιτροπής κατά το 1999 κατέδειξε την ανάγκη επανεξέτασης του ζητήματος. Ο Πρόεδρος Prodi ζήτησε από τους Επιτρόπους, κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, να συμφωνήσουν ότι θα παραιτηθούν, αν τους το ζητούσε. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν ο κάθε Επίτροπος θα πρέπει να υπέχει ατομική πολιτική ευθύνη.

Η Επιτροπή πρότεινε να συμπεριληφθεί στις Συνθήκες η πολιτική δέσμευση των μελών της για παραίτηση, αν αυτό τους ζητηθεί από τον Πρόεδρο. Σε γενικές γραμμές, η Επιτροπή θεωρεί επιθυμητή την ενδυνάμωση της νομιμότητας και της συλλογικής πολιτικής ευθύνης της.

Και το Κοινοβούλιο ήταν υπέρ της συλλογικής ευθύνης της Επιτροπής. Προσέθετε, όμως, ότι θα πρέπει να δοθεί στον πρόεδρο της Επιτροπής το δικαίωμα να ζητά την παραίτηση κάθε μέλους της Επιτροπής για σοβαρή παράβαση καθήκοντος. Το Κοινοβούλιο, απ’ την πλευρά του, ζητούσε τη θέσπιση της δυνατότητας του προέδρου της Επιτροπής να ζητά ψήφο εμπιστοσύνης απ’ το Κοινοβούλιο και, σε περίπτωση αρνητικής απόφασης του τελευταίου, η Επιτροπή να είναι υποχρεωμένη σε παραίτηση. Επιπλέον, ετάχθη υπέρ της άσκησης των εκτελεστικών καθηκόντων της Επιτροπής υπό τον έλεγχο του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του σαφούς διαχωρισμού τους από τα νομοθετικά καθήκοντά της.

Η αναγκαιότητα θέσπισης και εισαγωγής στις Συνθήκες πρόβλεψης για την ατομική πολιτική ευθύνη των Επιτρόπων σχετικά με την διοίκηση των χαρτοφυλακίων τους καθώς και η ρύθμιση της διαδικασίας παραίτησης ή αποπομπής τους αποτελούσε κοινή θέση όλων των Κρατών-Μελών.

Τα Κράτη ετάχθησαν υπέρ της ατομικής ευθύνης των Επιτρόπων έναντι του Κοι­νοβουλίου[14] ή του Προέδρου της Επιτροπής [έτσι ώστε ο τελευταίος είτε να προτείνει είτε να αποπέμπει ο ίδιος (π.χ. Αυστρία)]. Οι εξουσίες του Προέδρου θα έπρεπε να ενισχυθούν (π.χ. χώρες BENELUX) ώστε - πέραν της ευχέρειας αποπομπής - να διαθέτει το δικαίωμα αλλαγής χαρτοφυλακίων και διευθέτησης της εσωτερικής λειτουργίας της Επιτροπής. Υπήρχε και η άποψη για έγκριση από το Συμβούλιο της πρότασης του Προέδρου για αποπομπή μέλους της Επιτροπής εφόσον το τελευταίο δεν τυγχάνει της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου (π.χ. Ολλανδία, Ιταλία).

Στο ζήτημα της συλλογικής ευθύνης της Επιτροπής, και όσον αφορά την διαδικασία της παραίτησης και του διορισμού της νέας Επιτροπής, προτάθηκε ο διορισμός αυτής για ολόκληρη πενταετία και όχι για το διάστημα της εναπομείνασας θητείας από την προηγούμενη Επιτροπή (π.χ. Ολλανδία). Επιπλέον, τέθηκε το ζήτημα της διάλυσης του Κοινοβουλίου που θα εγκρίνει ή εξαναγκάζει πολιτικά σε παραίτηση την Επιτροπή (π.χ. χώρες BENELUX), για λόγους που ανάγονται στην διατήρηση και τον σεβασμό της ισορροπίας μεταξύ του θεμελιώδους θεσμικού τριγώνου της Ένωσης [Συμβουλίου, Επιτροπής και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (π.χ. Γερμανία)].

Οι ελληνικές θέσεις υπήρξαν σαφείς, στοιχείο που αντικατοπτρίζει το ενεργό εν­διαφέρον στο ευαίσθητο αυτό ζήτημα. Προβλήθηκε η αναγκαιότητα επιμελέστερης επιλογής των Επιτρόπων δυνάμει τιθεμένων προϋποθέσεων και ενδυνάμωσης του ρόλου του Προέδρου της Επιτροπής για ενδελεχέστερο έλεγχο. Η Ελλάδα πρότεινε, επίσης, την δυνατότητα παύσης Επιτρόπων από το Κοινοβούλιο εφόσον δεν διαταράσσεται η διοργανική ισορροπία στους θεσμικούς κόλπους της Ένωσης.

  • Συνθήκη της Νίκαιας:

Σύμφωνα με το τροποποιημένο άρθρο 214, ο Πρόεδρος και τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής θα διορίζονται όχι πλέον από τις κυβερνήσεις των Κρατών-Μελών αλλά από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία και κατόπιν εγκρίσεως του Κοινοβουλίου. Με αυτόν τον τρόπο, «κοινοτικοποιείται» ακόμη περισσότερο η διαδικασία επιλογής και διορισμού των Επιτρόπων που φαίνεται να υπόκεινται σ’ έναν πρώτο έλεγχο της ηθικής ακεραιότητας, των ικανοτήτων και, βέβαια, των «κοινοτικών φρονημάτων» τους.

Ο Πρόεδρος απέκτησε την δυνατότητα ρύθμισης της εσωτερικής οργάνωσης της Επιτροπής, διάρθρωσης των αρμοδιοτήτων και πλήρους ελέγχου των Επιτρόπων. Ως επιστέγασμα των παραπάνω, θα διαθέτει τη σημαντική εξουσία ατομικής αποπομπής των μελών της Επιτροπής εφόσον συμφωνεί (τυπικά;) το σώμα των Επιτρόπων ( άρθρο 217 παρ.4)[15]. Η απόλυτη, «ελέω ΣυνθΕΚ», εξουσία του Προέδρου απομένει να αποδειχθεί στην πράξη αν θα λειτουργήσει ως deus ex machina ή ως το κουτί της «κοινοτικής Πανδώρας».

Είναι, ωστόσο, ερευνητέο αν η ενίσχυση του Προέδρου θ’ αποφέρει καρπούς, σε περίπτωση που καίρια κρατικά συμφέροντα θιγούν και προξενηθούν οι ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους των εθνικών κυβερνήσεων.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις, πάντως, δείχνουν ν’ αποσκοπούν στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Επιτροπής, στην ισχυροποίηση της νομιμοποίησής της και στην ανάκτηση της τρωθείσας αξιοπιστίας της, από την συλλογική παραίτηση του 1999, έτσι ώστε να συνεχίσει να ενεργεί ως «ατμομηχανή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης».

  • Σύνθεση και αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το 1997, με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, τέθηκε το όριο των 700 μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ο αριθμός των μελών του ανέρχεται σήμερα σε 626. Με το ισχύον καθεστώς τα μέλη θα υπερέβαιναν τα 700 με τη μελλοντική διεύρυνση. Κατά συνέπεια, έπρεπε να αναθεωρηθεί η κατανομή των εδρών μεταξύ των χωρών. Πάντως, η τροποποίηση έπρεπε να λάβει υπόψη της την δέουσα αντιπροσώπευση των λαών των Κρατών που συνενώθηκαν στην Κοινότητα.

Η Επιτροπή πρότεινε την διατήρηση των 700 ευρωβουλευτών ως το ανώτατο όριο και ζήτησε να κληθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να καθορίσει την κατανομή των βουλευτών ανά Κράτος-μέλος, λαμβάνοντας υπόψη αυτό το όριο. Πρότεινε, τέλος, ένας αριθμός βουλευτών να εκλέγεται από καταλόγους που παρουσιάζονται στο σύνολο της Ένωσης, κάτι που θα συντελέσει στην ανάπτυξη των πολιτικών κομμάτων.

Το Κοινοβούλιο τασσόταν υπέρ της κατανομής των εδρών εντός του ανώτατου ορίου των 700 αναλογικά με τον πληθυσμό του κάθε Κράτους-μέλους και με ελάχιστο όριο τους 4 ευρωβουλευτές. Ζητούσε, επίσης, την δυνατότητα εκλογής ενός αριθμού βουλευτών του στα πλαίσια μιας ενιαίας ευρωπαϊκής εκλογικής περιφέρειας.

Επιπλέον, ήταν υπέρ της τροποποίησης των Συνθηκών προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των μελών του σχετικά με την έδρα του και τον τόπο όλων των συνεδριάσεών του.

Η αναθεώρηση της κατανομής των εδρών αποτελούσε καθολικό αίτημα των Κρατών-Μελών που αποδέχονταν το ανώτατο όριο των 700 εδρών. Τα μικρότερα Κράτη ζητούσαν να ληφθούν υπόψη στην ανακατανομή οι υφιστάμενες ισορροπίες υποστηρίζοντας την πρόταση της «γραμμικής» μείωσης όλων των εδρών εντός του ορίου των 700 εδρών. Αντιθέτως, τα μεγάλα Κράτη ταυτίζονταν απόλυτα με τη τοποθέτηση του Κοινοβουλίου[16] (βλ. παραπάνω).

Επίσης, η διαδικασία της «συναπόφασης» του Κοινοβουλίου με το Συμβούλιο θα έπρεπε να επεκταθεί σε νέους τομείς, και δη, όπου εφαρμόζεται το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας στην διαδικασία λήψης αποφάσεων από το Συμβούλιο (π.χ. Βέλγιο, Ελλάδα, Ολλανδία, Μ. Βρετανία, Λουξεμβούργο). Σύμφωνα με την θέση ορισμένων Κρατών (π.χ. Αυστρία, Ελλάδα, Ολλανδία) η διαδικασία της «συνεργασίας» θα ’πρεπε ν’ αντικατασταθεί από αυτήν της «συναπόφασης» σε ορισμένα ζητήματα όπως π.χ. της Νομισματικής Ένωσης.

Η Ελλάδα, επικαλούμενη την αναγκαιότητα ενίσχυσης της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ε.Ε., υποστήριζε την διενέργεια «διαβούλευσης» μεταξύ Συμβουλίου και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για όλες τις πράξεις που υιοθετούνται με ομοφωνία[17]. Επιπροσθέτως, πρότεινε την επέκταση της «σύμφωνης γνώμης» του Κοι­νοβουλίου για την τροποποίηση των Συνθηκών και την διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης (άρθρο 308). Στο ίδιο μήκος κύματος εκινείτο και η πρόταση της Ιταλίας για ενεργότερη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στην διαδικασία αναθεώρησης των Συνθηκών μέσω της τροποποίησης του άρθρου 48

  • Συνθήκη της Νίκαιας:

Καθορίσθηκε ως ανώτατο επίπεδο εδρών οι 732 στη μελλοντική Ευρώπη των 27 Κρατών-Μελών (άρθρο 189 εδ. β')[18]. Η διαμορφωθείσα κατάσταση έχει ως εξής:

ΚΡΑΤΗ-ΜΕΛΗ

ΕΔΡΕΣ (ΕΕ15)[19]

%

ΕΔΡΕΣ (ΕΕ27)

%

ΠΛΗΘ[20]. σε χιλ.[21]

%

(ΕΕ15)

%

(ΕΕ27)

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

99

15,8

99

13,5

82.038

21,85

17,04

ΗΝΩΜ.ΒΑΣΙΛΕΙΟ

87

13,9

72

9,83

59.247

15,78

12,31

ΓΑΛΛΙΑ

87

13,9

72

9,83

58.966

15,71

12,25

ΙΤΑΛΙΑ

87

13,9

72

9,83

57.612

15,35

11,98

ΙΣΠΑΝΙΑ

64

10,2

50

6,83

39.394

10,5

8,3

ΠΟΛΩΝΙΑ

 

 

50

6,83

38.667

 

8,03

ΡΟΥΜΑΝΙΑ

 

 

33

4,5

22.489

 

4,67

ΚΑΤΩ-ΧΩΡΕΣ

31

5

25

3,99

15.760

4,2

3,27

 

 

ΕΛΛΑΔΑ

25

4

22

3

10.533

2,8

2,19

ΤΣΕΧΙΑ

 

 

20

2,73

10.290

 

2,14

ΒΕΛΓΙΟ

25

4

22

3

10.213

2,7

2,12

ΟΥΓΓΑΡΙΑ

 

 

20

2,73

10.092

 

2,1

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

25

4

22

3

9.980

2,65

2,07

ΣΟΥΗΔΙΑ

22

3,5

18

2,45

8.854

2,35

1,84

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

 

 

17

2,32

8.230

 

1,71

ΑΥΣΤΡΙΑ

21

3,4

17

2,32

8.082

2,15

1,67

ΣΛΟΒΑΚΙΑ

 

 

13

1,77

5.393

 

1,12

ΔΑΝΙΑ

16

2,5

13

1,77

5.313

1,4

1,1

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

16

2,5

13

1,77

5.160

1,37

1,07

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

15

2,4

12

1,63

3.744

1

0,78

ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

 

 

12

1,63

3.701

 

0,76

ΛΕΤΟΝΙΑ

 

 

8

1,09

2.439

 

0,5

ΣΛΟΒΕΝΙΑ

 

 

7

0,95

1.978

 

0,41

ΕΣΘΟΝΙΑ

 

 

6

0,81

1.446

 

0,3

ΚΥΠΡΟΣ

 

 

6

0,81

752

 

0,15

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

6

1

6

0,81

429

0,1

0,09

ΜΑΛΤΑ

 

 

5

0,68

377

 

0,07

ΣΥΝΟΛΟ

626

100%

732

100%

481.179

100%

100%

 

Από τα δεδομένα του πίνακα συνάγεται ότι το κριτήριο της αυστηρής αναλογίας των εδρών προς τα πληθυσμιακά δεδομένα έλαβε προβάδισμα έναντι της αρχής της «κατάλληλης αντιπροσώπευσης» των Κρατών στην διαδικασία της αναδιανομής.

Έτσι, π.χ. η Γερμανία μειώνει κατά 2,5 μονάδες την διαφορά μεταξύ α) του πο­σοστού του πληθυσμού της επί του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης σε σχέση προς β) το ποσοστό εκπροσώπησής της στο Κοινοβούλιο επί του συνόλου των εδρών. Ο γερμανικός πληθυσμός (21,85% του ευρωπαϊκού) υποαντιπροσωπευόταν από τις γερμανικές έδρες (15,8% επί του συνολικού αριθμού των εδρών). Η απώλεια των 6 ποσοστιαίων μονάδων μειώνεται με τα νέα δεδομένα στις 3,5 ποσοστιαίες μονάδες (17,04% ο γερμανικός πληθυσμός προς 13,5% των εδρών του Κοινοβουλίου). Αντιθέτως, η υποαντιπροσώπευση των υπολοίπων 4 «μεγάλων» Κρατών-Μελών γίνεται εντονότερη καθώς η διαφορά μεταξύ των πληθυσμιακών ποσοστών τους στο συνολικό πληθυσμό της ΕΈ. και των ποσοστών των εδρών τους στο Κοινοβούλιο αυξάνεται.

Από την άλλη πλευρά, οι δέκα υπεραντιπροσωπευόμενες μικρότερες χώρες βλέπουν την ισχύ τους στο Κοινοβούλιο να μειώνεται και να ανταποκρίνεται περισσότερο προς τα πραγματικά πληθυσμιακά τους δεδομένα.

Ο αριθμός των γερμανικών εδρών διατηρήθηκε συναρτήσει των πληθυσμιακών δεδομένων και, κυρίως, με (παρασκηνιακό) αντάλλαγμα τη μη αύξηση των γερμανικών ψήφων στο Συμβούλιο. Η ρύθμιση αυτή, πάντως, προοιωνίζει τη μεγαλύτερη επιρροή του γερμανικού παράγοντα μέσω του Κοινοβουλίου στην διεκπεραίωση των κοινοτικών υποθέσεων (π.χ. στην διαδικασία «συναπόφασης» με το Συμβούλιο).

Επιπλέον, θα εφαρμόζεται η διαδικασία της «συναπόφασης» με το Συμβούλιο στις περιπτώσεις όπου θα λαμβάνεται απόφαση με το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας. Πρόκειται σαφώς για θετικό βήμα προς την κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού των διαδικασιών στους κόλπους της Ένωσης. Δεν κρίνεται, όμως, και επαρκές δεδομένου ότι σε πολλούς τομείς παρέμεινε ως σύστημα λήψης αποφάσεων αυτό της ομοφωνίας.

Τέλος, και το Κοινοβούλιο αποκτά την δυνατότητα να ζητά γνωμοδότηση από το Δ.Ε.Κ. για τη συμβατότητα μιας μελετώμενης διεθνούς συμφωνίας με τις διατάξεις της Συνθήκης σύμφωνα με την τροποποιημένη παράγραφο 6 του άρθρου 300.

Το όλο ζήτημα διευθέτησης και κατανομής των εδρών εξελίχθηκε σε πεδίο έκθεσης αντιπαλοτήτων και διαπάλης εθνικών συμφερόντων. Η ανακατανομή, με την σχεδόν καθολική μείωση της ισχύος των χωρών στο Κοινοβούλιο, έπληξε τις υφιστάμενες ισορροπίες ενώ η τελική λύση, παρότι εδράστηκε στην αρχή της αναλογικότητας εδρών/πληθυσμιακά δεδομένα, δεν στερείται στοιχείων αυθαιρεσίας. Τα τελευταία, με τη σειρά τους, δε συμβάλλουν στην αντιμετώπιση του ζητήματος που συνοψίζεται στον όρο «ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ένωσης».

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ως αποσπασματική κρίνεται και δεν συντελεί στην απόδοσή της γενικής νομοθετικής αρμοδιότητας, ρόλο που διαδραματίζουν αντιστοίχως τα εθνικά Κοινοβούλια στα πλαίσια των εσωτερικών θεσμικών δομών.

  • Δικαστικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει ως αποστολή την εξασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Εκδίδει προ- δικαστικές αποφάσεις κι αποφαίνεται επί των άμεσων προσφυγών και των προσφυγών που αφορούν την ευθύνη των Κοινοτήτων. Σκοπός του Πρωτοδικείου, το οποίο δημιουργήθηκε το 1989, ήταν να ελαφρύνει το σημαντικό φόρτο εργασίας του Δ.Ε.Κ. Αποφαίνεται αποκλειστικά επί των άμεσων προσφυγών που ασκούνται από ιδιώτες σε τεχνικούς τομείς και επί διαφορών της δημόσιας διοίκησης (υπαλληλικές διαφορές). Και τα δύο δικαστικά όργανα αντιμετωπίζουν την υπέρμετρη αύξηση των υποθέσεων και τον υπερβολικό φόρτο εργασίας ενώ η καθυστέρηση στην έκδοση των αποφάσεων είναι σίγουρο ότι θα επιδεινωθεί με τη διεύρυνση της Ένωσης.

Η Επιτροπή πρότεινε: 1) την διευκρίνιση του ρόλου του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, προκειμένου τα τελευταία να αναλάβουν ευθύνες κατά το χειρισμό της διαδικασίας προδικαστικών ερωτημάτων, 2) μια νέα κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου στον τομέα των άμεσων προσφυγών ώστε να χορηγηθεί στο Πρωτοδικείο κατ’ αρχήν γενική αρμοδιότητα, 3) την προσαρμογή της παρέμβασης του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο ορισμένων ειδικών διαφορών (ιδίως όσον αφορά τα σήματα και το δημόσιο τομέα), 4) την πρόβλεψη του διορισμού των δικαστών απ’ το Συμβούλιο που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία και ενός συστήματος που θα επιτρέπει την επαλήθευση των νομικών ικανοτήτων των προτεινόμενων υποψηφίων, 5) την μεταρρύθμιση της διαδικασίας προσφυγής Κράτους-μέλους, 6) τον καθορισμό της σύνθεσης του Δ.Ε.Κ. και του Πρωτοδικείου ανάλογα με τις αρμοδιότητες και τον φόρτο των οργάνων αυτών.

Το Κοινοβούλιο πρότεινε: 1) να αποτελείται το Δικαστήριο από περιττό αριθμό δικαστών, ανώτερο ή ίσο προς τον αριθμό των Κρατών-Μελών, και ο αριθμός των γενικών εισαγγελέων ν’ αυξάνεται αντίστοιχα, 2) την επέκταση των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου σε όλα τα θέματα που καλύπτονται από τον Τίτλο IV (θεωρήσεις, άσυλο, μετανάστευση, ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων) και από τον Τίτλο VI της Σ.Ε.Ε. (διατάξεις για την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις), 3) την τροποποίηση των άρθρων 230 και 232 κατά τρόπο ώστε να αναγνωρίζεται στο Κοινοβούλιο δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο σε ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις, 4) την ίδρυση του θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα ως ανεξάρτητου οργάνου επιφορτισμένου με την προστασία των συμφερόντων της Ένωσης σε ολόκληρη την έκταση της κοινοτικής επικράτειας.

Το Δικαστήριο και το Πρωτοδικείο πρότειναν 1) τη μετάβαση από την ομοφωνία στην ειδική πλειοψηφία, όσον αφορά την απονομή σ’ αυτά της εξουσίας τροποποίησης των Κανονισμών Διαδικασίας τους, 2) να δοθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα να περιορίζει, σε ορισμένες υποθέσεις, την δυνατότητα ασκήσεως ενώπιον του αναιρέσεως κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου, 3) την δυνατότητα μεταβίβασης στο Πρωτοδικείο αρμοδιότητας εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων. Στις περιπτώσεις αυτές δε θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα άσκησης αναίρεσης. Παρ’ όλα αυτά, το Δικαστήριο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα δύναται να επανεξετάσει τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου, 4) την αλλαγή του τρόπου επίλυσης των υπαλληλικών διαφορών. Πρότειναν τη δημιουργία ενός νέου θεσμού, του Τμήματος εκδίκασης προσφυγών, όπου θα υποβάλλονται υποχρεωτικά οι διαφορές αυτές και το οποίο θα αποφαίνεται κατά νόμο επί των διαφορών, πριν από την υποβολή τους στην κρίση του Πρωτοδικείου, και, τέλος, 5) την δυνατότητα δημιουργίας νέων Δικαιοδοτικών Τμημάτων εκδίκασης αναιρέσεων.

Πάγιο αίτημα των Κρατών-Μελών αποτελεί η αποσυμφόρησή του Δικαστηρίου ως λογικό προαπαιτούμενο για την άρση των φαινομένων δυσλειτουργίας και την επίτευξη της ευελιξίας του. Συγκεκριμένα, προτάθηκε η αύξηση του αριθμού των δικαστών (π.χ. Ολλανδία), το σύστημα περιορισμού των αναιρέσεων κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου για ορισμένες κατηγορίες (π.χ. Φινλανδία), ο καταμερισμός του έργου εκδίκασης των προδικαστικών παραπομπών και η μεταφορά αρμοδιοτήτων στο Πρωτοδικείο (π.χ. Ιταλία). Οι διαδικασίες θα επιταχυνθούν αν στις «απλές υποθέσεις» δεν απαιτείται η παρουσίαση των συμπερασμάτων του Γενικού Εισαγγελέα (π.χ. Ολλανδία).

Αίτημα, επίσης, των μικρότερων χωρών ήταν η διατήρηση της υφιστάμενης εκ­προσώπησης όλων των Κρατών από ένα μέλος στη σύνθεση του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου (π.χ. Δανία, Ελλάδα, χώρες BENELUX).

Το ζήτημα της υιοθέτησης του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου θα ’πρεπε να διευθετείται με το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας (π.χ. Λουξεμβούργο, Μ. Βρετανία) και χωρίς την διαδικασία συναπόφασης με το Κοινοβούλιο (π.χ. Φινλανδία). Πιο ριζοσπαστικές η Ελλάδα, η Ολλανδία και η Ιταλία πρότειναν την αυτόνομη τροποποίηση του Κανονισμού Διαδικασίας από το ίδιο το Δικαστήριο, χωρίς δηλαδή την ανάμειξη του Συμβουλίου ή έστω, επικουρικά, με το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας και όχι μ’ αυτό της ομοφωνίας.

Οι ελληνικές θέσεις επί του ζητήματος εδράζοντο, αφενός, στην αναγνώριση της πρωταγωνιστικής θέσης του Δ.Ε.Κ. στην εν γένει ευρωπαϊκή διαδικασία και, αφετέρου, στην βούληση για βελτίωση και επιτάχυνση του τρόπου απονομής της δικαιοσύνης στον χώρο της Ένωσης.

  • Συνθήκη της Νίκαιας :

Το Δικαστήριο θα αποτελείται από έναν δικαστή ανά Κράτος-Μέλος[22].Θα καταρτίζει τον Κανονισμό Διαδικασίας του αυτόνομα (άρθρο 223), ενώ το Πρωτοδικείο (στο εξής Π.Ε.Κ.) θα καταρτίζει τον Κανονισμό του σε συμφωνία με το Δικαστήριο (άρθρο 224 εδ. ε')[23]. Και οι δύο Κανονισμοί, όμως, υπόκεινται στην έγκριση του Συμβουλίου που θα αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Η παραπάνω «εξάρτηση» καταφαίνεται και από την διαδικασία τροποποίησης του Κανονισμού του Δ.Ε.Κ. όπου, εν τελεί, απαιτείται η ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου (άρθρο 245).

Σημαντική είναι η ανάληψη της αρμοδιότητας εκδίκασης προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους του Π.Ε.Κ. σε καθορισμένους από τον Κανονισμό του Δ.Ε.Κ τομείς (άρθρο 225). Θα δύναται, εντούτοις, το Π.Ε.Κ. να παραπέμπει στο Δ.Ε.Κ. την κρίση του επί των προδικαστικών ερωτημάτων σε κάθε υπόθεση επί θεμελιώδους αρχής που ενδέχεται να θίξει την ενότητα και συνοχή του κοινοτικού δικαίου. Ενδεχόμενη απόφασή του, πάντως, επί τέτοιων ζητημάτων θα μπορεί να επανεξετασθεί εξαιρετικά ενώπιον του Δ.Ε.Κ. με επείγουσα διαδικασία προς διασφάλιση της αμεσότητας και της μεγαλύτερης φερεγγυότητας στην διαδικασία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που φαίνεται να παρέχει το Δ.Ε.Κ.

Η οριστική απόφαση για την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ του Π.Ε.Κ. και του Δ.Ε.Κ. αναμένεται να ληφθεί εν καιρώ και, πάντως, μετά την θέση σ’ εφαρμογή της τροποποιηθείσας Συνθήκης (άρθρο 225 και σχετική Δήλωση ).

Το Συμβούλιο δύναται να συγκροτεί Δικαιοδοτικά Τμήματα[24], παρά τω Πρω­τοδικεία), για την πρωτόδικη εκδίκαση ορισμένων κατηγοριών προσφυγών όπως π.χ. επί των υπαλληλικών διαφορών. Η διαδικασία συγκρότησής τους θα εκκινείται με αίτηση του Δικαστηρίου ή πρόταση της Επιτροπής και θα περιλαμβάνει την διαδικασία «διαβούλευσης» του Συμβουλίου αφενός με το Κοινοβούλιο και αφετέρου με το έτερο από τα δύο όργανα που προκάλεσε την έναρξη της διαδικασίας. Ο «τελευταίος λόγος» ανήκει στην ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου. Ο Κανονισμός Διαδικασίας των Τμημάτων αυτών θα υπόκειται στην έγκριση του Συμβουλί­ου με ειδική πλειοψηφία.

Οι αποφάσεις των εν λόγω Δικαιοδοτικών Τμημάτων θα υπόκεινται σε αναίρεση ή έφεση[25]ενώπιον του Π.Ε.Κ. Εν συνεχεία, όμως, καθιερώνεται και τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας ενώπιον του Δ.Ε.Κ. το οποίο θα δύναται να επανεξετάζει τις αποφάσεις του Π.Ε.Κ. (αποκλειστικά, και όχι τις πρωτόδικες των Τμημάτων) εφόσον υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να θίγει η ενότητα ή η συνοχή του κοινοτικού δικαίου (225 παρ. 2).

Τέλος, το τροποποιηθέν άρθρο 230 εδ. β' παρέχει, πλέον, την δυνατότητα στο Κοινοβούλιο να προσβάλει κάθε κοινοτική πράξη ενώπιον του Δ.Ε.Κ. για τους προβλεπόμενους στο ίδιο άρθρο λόγους. Είναι προφανής η αναβάθμιση του Κοι­νοβουλίου που καθίσταται κι αυτό «προνομιούχος προσφεύγων» όπως η Επιτροπή και το Συμβούλιο. Σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 300 (βλ. παραπάνω παρ. 2.1.2.) δημιουργείται ένα πλέγμα διατάξεων που μέσα από την ενίσχυση του Κοινοβουλίου τείνει να ικανοποιεί, κατά το δυνατόν, το αίτημα για ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης της Ε.Ε.

  • Τροποποιήσεις στη σύνθεση των άλλων οργάνων
  • Όσον αφορά το Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕλΣ) :

Η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο ήταν υπέρ της ύπαρξης σταθερού αριθμού μελών. Η Επιτροπή, μάλιστα, πρότεινε τη μείωση των μελών του στα 12 (από 15 που είναι σήμερα). Επιπλέον, το Κοινοβούλιο ζητούσε την καθιέρωση για το ΕλΣ δικαιώματος άμεσης πρόσβασης στον οικονομικό έλεγχο των εθνικών και περιφερειακών αρχών, όταν οι αρχές αυτές αφορούν δαπάνες εγγεγραμένες στον προϋπολογισμό της Ε.Ε.

  • Όσον αφορά την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή[26] (Ο.ΚΕ.):

Τόσο η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο, όσο και η ίδια η Ο.Κ.Ε. υποστήριζαν ότι η τελευταία πρέπει να αποτελείται από εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, δηλαδή να είναι πιο αντιπροσωπευτική. Επιπλέον, η Ο.Κ.Ε. ζητούσε να εφαρμοσθεί η γενική αρχή περί ίσης μεταχείρισης μεταξύ της ίδιας και της Επιτροπής των Περιφερειών, ενώ πρότεινε η θητεία των μελών της να καταστεί πενταετής, προκειμένου να συμβαδίζει χρονικά με την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο.

  • Όσον αφορά την Επιτροπή των Περιφερειών[27]1(ΕτΠ):

Η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο πρότειναν τον περιορισμό των μελών της (αντίστοιχα στο 1/3 και στο ήμισυ των μελών του Κοινοβουλίου). Αντίθετα, η ΕτΠ ζητούσε να αναγνωρισθεί ως όργανο υπό την έννοια του άρθρου 7 (δηλαδή, ως κύριο όργανο) και, αντίθετα με την πρόταση της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου, επιθυμούσε αύξηση των μελών της σε συνάρτηση με τη διεύρυνση, με ανώτατο όριο τα 350 μέλη.

Τα Κράτη-Μέλη, για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του ΕλΣ προτάθηκε η συνεργασία του με τα αντίστοιχα εθνικά Ελεγκτικά Συνέδρια, η αποφασιστική αρμοδιότητα των μελών του επί τεχνικών και οργανωτικών ζητημάτων προτάσσει του προέδρου του και η δυνατότητα αναφοράς στο Δ.Ε.Κ. σε περίπτωση μη ή ανεπαρκούς πληροφόρησης από τα Κράτη-Μέλη όταν κάτι τέτοιο τους ζητείται (π.χ. Ολλανδία, Ιταλία). Αποτελούσε, επίσης, αιτημάτων μικρότερων Κρατών η διατήρηση του συστήματος αντιπροσώπευσης «του ενός μέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανά Κράτος-Μέλος» (π.χ. Λουξεμβούργο, Δανία, Φινλανδία) και όχι η μείωση ή η σταθεροποίηση του σημερινού αριθμού των 15 μελών με το εκ περιτροπής σύστημα μετά την διεύρυνση.

Για τα υπόλοιπα δύο όργανα τα Κράτη-Μέλη έδειξαν ενδιαφέρον για βελτίωση της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και εκπροσώπηση που θα σέβεται τις υφιστάμενες ισορροπίες μεταξύ των Κρατών-Μελών (μικρότερα Κράτη) σ’ αντίθεση με την επιλογή μείωσης του αριθμού των μελών τους.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι ελληνικές προτάσεις επί της αναδιάρ­θρωσης των εν λόγω κοινοτικών οργάνων. Επιπροσθέτως, προέβαλαν την αναγκαιότητα να καταστεί η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή περισσότερο αντιπροσωπευτική της «κοινωνίας των πολιτών».

  • Συνθήκη της Νίκαιας:

Σχετικά με το Ελεγκτικό Συνέδριο αποφασίσθηκε η αντιπροσώπευση κάθε Κράτους-μέλους από ένα μέλος (άρθρο 247 παρ.1), που θα διορίζεται με απόφαση του Συμβουλίου με ειδική πλειοψηφία (κι όχι πλέον με ομοφωνία) και κατόπιν διαβούλευσης με το Κοινοβούλιο. Το άρθρο 248 παρ. 4 προβλέπει πλέον ρητά την κατάρτιση του εσωτερικού Κανονισμού του ΕλΣ από το ίδιο, που το υποβάλλει, εν τούτοις, προς έγκριση στο Συμβούλιο. Επίσης, στην προσαρτημένη στη Συνθήκη δήλωση προβάλλεται η διατήρηση της αυτονομίας του αλλά και η αναγκαιότητα βελτίωσης της συνεργασίας του με τις αντίστοιχα εθνικά Ελεγκτικά Συνέδρια.

Ως ανώτατο όριο μελών της Ο.Κ.Ε. ορίστηκαν τα 350[28] που θα διορίζονται από το Συμβούλιο με το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας (άρθρο 258) και για τετραετή θητεία.

Σύμφωνα με το άρθρο 263, ο αριθμός των μελών της ΕτΠ που διορίζονται για θητεία τεσσάρων ετών δεν υπερβαίνει τα τριακόσια πενήντα. Αυτά διορίζονται μ’ απόφαση από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία.

Αναλυτικότερα, η κατανομή των μελών της Ο.Κ.Ε και της ΕτΠ είναι η ακόλουθη:

ΚΡΑΤΗ-ΜΕΛΗ

ΕΔΡΕΣ (ΕΕ15)[29]

%

ΕΔΡΕΣ (ΕΕ27)

%

ΠΑΗΘ.[30] [31] σεχιλ.

%

(ΕΕ15)

%

(ΕΕ27)

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

24

10,8

24

6,98

82.038

21,85

17,04

ΗΝΩΜ.ΒΑΣΙΛΕΙΟ

24

10,8

24

6,98

59.247

15,78

12,31

ΓΑΛΛΙΑ

24

10,8

24

6,98

58.966

15,71

12,25

ΙΤΑΛΙΑ

24

10,8

24

6,98

57.612

15,35

11,98

ΙΣΠΑΝΙΑ

21

9,45

21

6,1

39.394

10,5

8,3

ΠΟΛΩΝΙΑ

 

 

21

6,1

38.667

 

8,03

ΡΟΥΜΑΝΙΑ

 

 

15

4,36

22.489

 

4,67

ΚΑΤΩ-ΧΩΡΕΣ

12

5,4

12

3,49

15.760

4,2

3,27

ΕΛΛΑΔΑ

12

5,4

12

3,49

10.533

2,8

2,19

ΤΣΕΧΙΑ

 

 

12

3,49

10.290

 

2,14

ΒΕΛΓΙΟ

12

5,4

12

3,49

10.213

2,7

2,12

ΟΥΓΓΑΡΙΑ

 

 

12

3,49

10.092

 

2,1

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

12

5,4

12

3,49

9.980

2,65

2,07

ΣΟΥΗΔΙΑ

12

5,4

12

3,49

8.854

2,35

1,84

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

 

 

12

3,49

8.230

 

1,71

ΑΥΣΤΡΙΑ

12

5,4

12

3,49

8.082

2,15

1,67

ΣΛΟΒΑΚΙΑ

 

 

9

2,6

5.393

 

1,12

ΔΑΝΙΑ

9

4,05

9

2,6

5.313

1,4

1,1

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

9

4,05

9

2,6

5.160

1,37

1,07

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

9

4,05

9

2,6

3.744

1

0,78

ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

 

 

9

2,6

3.701

 

0,76

ΛΕΤΟΝΙΑ

 

 

7

2,03

2.439

 

0,5

ΣΛΟΒΕΝΙΑ

 

 

7

2,03

1.978

 

0,41

ΕΣΘΟΝΙΑ

 

 

7

2,03

1.446

 

0,3

ΚΥΠΡΟΣ

 

 

6

1,74

752

 

0,15

 

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

6

2,7

6

1,74

429

0,1

0,09

ΜΑΛΤΑ

 

 

5

1,45

377

 

0,07

ΣΥΝΟΛΟ

222

100%

344

100%

481.179

100%

100%

 

Συμπερασματικά, το ζήτημα της ισχυροποίησης των κοινοτικών οργάνων αποτελεί κατά κύριο λόγο αίτημα των μικρών χωρών που επιζητούν θωράκιση από τις τυχόν αυθαιρεσίες και την υπέρμετρη ισχυροποίηση των μεγαλύτερων. Τα κρίσιμα αιτήματα για δημοκρατική νομιμοποίηση, διαφάνεια, αποτελεσματικότητα και ισορροπία μεταξύ των υφισταμένων δυνάμεων εντός των κοινοτικών οργάνων δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως και, συνεπώς, παραπέμπονται, σύμφωνα με την παρ. 7 της «Δήλωσης σχετικά με το μέλλον της Ένωσης», στην επόμενη Δ.Δ., εκείνη του 2004.

2.2. Διαδικασία λήψης αποφάσεων

2.2.1 Στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο

Στις περιπτώσεις που το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία χρησιμο­ποιεί ένα σύστημα στάθμισης των ψήφων με κριτήριο τον πληθυσμό των Κρατών- Μελών, το οποίο ρυθμίστηκε υπέρ των Κρατών με το μικρότερο πληθυσμό, για να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαιτερότητα κάθε χώρας (για παράδειγμα, η Ελλάδα με 10,5 εκατομμύρια πληθυσμό έχει 5 ψήφους, ενώ η Γερμανία με 82 εκατομμύρια, 10 ψήφους). Το άρθρο 205 προβλέπει ότι για τη λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία απαιτούνται τουλάχιστον 62 ψήφοι, ενώ από τις διατάξεις του συνάγεται ότι ο ελάχιστος πληθυσμός που απαιτείται για τη συγκρότηση της ειδικής πλειοψηφίας ανέρχεται σήμερα στο 58%. Η επικείμενη διεύρυνση θα αναδείξει τη θέση των Κρατών-Μελών με μικρότερο πληθυσμό αφού μόνον 3 από τις 13 υποψήφιες προς ένταξη χώρες έχουν πληθυσμό μεγαλύτερο από το μέσο όρο των πληθυσμών των σημερινών Κρατών-Μελών.

Τόσο η Επιτροπή όσο και το Κοινοβούλιο τάχθηκαν υπέρ του συστήματος της «διττής πλειοψηφίας» για την οποία θα λαμβάνονταν υπόψη η απλή πλειοψηφία των Κρατών, που θα αντιπροσώπευε, όμως, την πλειοψηφία του πληθυσμού της Ε.Ε.

Όσον αφορά την ποσοτική ισχύ της κάθε χώρας στο πλαίσιο της Ε.Ε. κατά την διαδικασία της λήψης των αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία είχαν, επίσης, ανακύψει διαφωνίες μεταξύ, κατά κύριο λόγο, των μεγάλων και των μικρότεροι Κρατών.

Η πρώτη βασική επιλογή, που υποστηρίχθηκε από τις πέντε μεγάλες χώρες[32], θεωρούσε ότι πρέπει να γίνει ανακατανομή - επαναστάθμιση των ψήφων (δηλαδή η προσαρμογή του παρόντος συστήματος) αναλογικά προς τα πληθυσμιακά δεδομένα της Ένωσης[33] και να είναι, έτσι, προς όφελος αυτών των Κρατών που θα χάσουν, επιπρόσθετα, το δικαίωμα διορισμού δύο Επιτρόπων. Ως άξονας της επιχειρηματολογίας τους τέθηκε το ενδεχόμενο λήψης αποφάσεων, μετά την διεύρυνση, από μια ομάδα που θ’ αντιπροσωπεύει μόνον το 50% του συνολικού πληθυσμού της ΕΈ. Σύμφωνα με την θέση αυτή, το υφιστάμενο σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας δε θα οδηγούσε στην παρακώλυση της λειτουργίας του Συμβουλίου, αφού χαρακτηρίζεται από απλότητα, διαφάνεια καθώς και τη σχετική, μακρόχρονη εξοικείωση των Κρατών-Μελών μαζί του.

Η δεύτερη τάση επιζητούσε την υιοθέτηση ενός συστήματος «ανόθευτης διττής πλειοψηφίας» (π.χ. Πορτογαλία, Ιρλανδία, Βέλγιο, Ελλάδα). Ως ελάχιστο όριο θα έπρεπε να καθορισθεί η συγκέντρωση των ψήφων του 50%- 60% των Κρατών-Μελών με το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας που θα έπρεπε παράλληλα να αντιστοιχεί στο 50% έως 60% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης . Ήταν εμφανής η μέριμνα της δεύτερης κατηγορίας Κρατών για τη διατήρηση του υφισταμένου ισοζυγίου ισχύος στο Συμβούλιο και η αποφυγή λήψης αποφάσεων με συμμαχίες μόνο από τα μεγάλα Κράτη.

Η Ελλάδα υπήρξε από τις εισηγήτριες της προαναφερθείσας πρότασης. Έκρινε, αρχικά, άσκοπη την επαναστάθμιση των ψήφων και ετάσσετο υπέρ της απλής αριθ­μητικής επέκτασης του υφισταμένου συστήματος στα νέα Κράτη-Μέλη. Στην εναλ­λακτική, φαινομενικά, αλλά κύρια, εν τοις πράγμασι, θέση της κυριαρχούσε το αίτημα για εφαρμογή της διττής πλειοψηφίας, με συγκέντρωση του 60% των ψήφων των Κρατών-Μελών και τουλάχιστον του 60% του συνολικού πληθυσμού της Ε.Ε.

  • Συνθήκη της Νίκαιας:

Η επαναστάθμιση θα ισχύσει μετά την 1/1/2005. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 του «Πρωτοκόλλου για την Διεύρυνση της Ένωσης», το άρθρο 205 παρ. 2 για τη λήψη αποφάσεων επί προτάσεων της Επιτροπής θα απαιτεί, αφενός, την συγκέντρωση τουλάχιστον 170 ψήφων επί συνόλου 237[34], που θα διαθέτουν τα σημερινά δεκαπέντε Κράτη-Μέλη, και, αφετέρου, την απλή πλειοψηφία του αριθμού των Κρατών-Μελών. Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις λήψης αποφάσεων θα απαιτείται, πέραν της ειδικής πλειοψηφίας των σταθμισμένων ψήφων, η συγκέντρωση της πλειοψηφίας των 2/3 των Κρατών-Μελών.

Στην διευρυμένη Ένωση των 27 μελών θα απαιτούνται: α) τουλάχιστον 258 από τις 345 ψήφους του Συμβουλίου και β) η απλή πλειοψηφία των Κρατών-Μελών (δηλαδή τουλάχιστον 14/27) για τη λήψη αποφάσεων με το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας επί προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[35]. Η ύπαρξη του δευτέρου κριτηρίου λειτουργεί αναιρετικά προς το πρώτο καθώς αποτρέπει τη λήψη αποφάσεων μόνο από λίγα μεγάλα Κράτη.

Πέραν, όμως, των παραπάνω δύο προϋποθέσεων παρέχεται σε κάθε Κράτος- μέλος η δυνατότητα - προαιρετικής - επίκλησης του πληθυσμιακού κριτηρίου κατά τρόπο που να συγκεντρώνεται το 62% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης[36] για τη λήψη μιας απόφασης. Εξάλλου, η μειοψηφία που θα μπορεί να εμποδίσει τη λήψη μιας απόφασης στην Ευρώπη των 27 Κρατών-Μελών θα ανέρχεται σε 91[37] ψήφους, δηλαδή θα μπορεί να επιτευχθεί από τρία μεγάλα Κράτη και ένα μικρό (π.χ: 29 + 29 + 29 + 4).

ΚΡΑΤΗ-ΜΕΛΗ

ΕΔΡΕΣ (ΕΕ15)[38]

%

ΕΔΡΕΣ

(ΕΕ27)

%

ΠΛΗΘ.[39] [40] σε χιλ.

%

(ΕΕ15)

%

(ΕΕ27)

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

10

11,5

29

8,4

82.038

21,85

17,04

ΗΝΩΜ.ΒΑΣΙΛΕΙΟ

10

11,5

29

8,4

59.247

15,78

12,31

ΓΑΛΛΙΑ

10

11,5

29

8,4

58.966

15,71

12,25

 

 

ΙΤΑΛΙΑ

10

11,5

29

8,4

57.612

15,35

11,98

ΙΣΠΑΝΙΑ

8

9,2

27

7,82

39.394

10,5

8,3

ΠΟΛΩΝΙΑ

 

 

27

7,82

38.667

 

8,03

ΡΟΥΜΑΝΙΑ

 

 

14

4,5

22.489

 

4,67

ΚΑΤΩ-ΧΩΡΕΣ

5

5,8

13

3,99

15.760

4,2

3,27

ΕΛΛΑΔΑ

5

5,8

12

3,47

10.533

2,8

2,19

ΤΣΕΧΙΑ

 

 

12

3,47

10.290

 

2,14

ΒΕΛΓΙΟ

5

5,8

12

3,47

10.213

2,7

2,12

ΟΥΓΓΑΡΙΑ

 

 

12

3,47

10.092

 

2,1

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

5

5,8

12

3,47

9.980

2,65

2,07

ΣΟΥΗΔΙΑ

4

4,6

10

2,9

8.854

2,35

1,84

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

 

 

10

2,9

8.230

 

1,71

ΑΥΣΤΡΙΑ

4

4,6

10

2,9

8.082

2,15

1,67

ΣΛΟΒΑΚΙΑ

 

 

7

2,02

5.393

 

1,12

ΔΑΝΙΑ

3

3,4

7

2,02

5.313

1,4

1,1

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

3

3,4

7

2,02

5.160

1,37

1,07

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

3

3,4

7

2,02

3.744

1

0,78

ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

 

 

7

2,02

3.701

 

0,76

ΛΕΤΟΝΙΑ

 

 

4

1,16

2.439

 

0,5

ΣΛΟΒΕΝΙΑ

 

 

4

1,16

1.978

 

0,41

ΕΣΘΟΝΙΑ

 

 

4

1,16

1.446

 

0,3

ΚΥΠΡΟΣ

 

 

4

1,16

752

 

0,15

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

2

2,3

4

1,16

429

ο,ι

0,09

ΜΑΛΤΑ

 

 

3

0,86

377

 

0,07

ΣΥΝΟΛΟ

87

100%

345

100%

481.179

100%

100%

 

Είναι γεγονός ότι δεν επετεύχθη, εν όψει της διεύρυνσης, η ριζική αναμόρφω­ση του μηχανισμού λήψης αποφάσεων εντός του Συμβουλίου όπως, ίσως, προοιωνιζόταν και σίγουρα χρειαζόταν. Το τελικώς προκριθέν σύστημα διαταράσσει τις υπάρχουσες ισορροπίες μεταξύ των Κρατών - μελών με τις επαγόμενες συνέπειες. Επιπλέον, δεν διακρίνεται για την διαφάνειά του και, σίγουρα, είναι περιπλοκότερο του προγενεστέρου καθιερώνοντας, τελικά, ένα σύστημα «τριπλής πλειοψηφίας» (ειδική πλειοψηφία σταθμισμένων ψήφων, απλή πλειοψηφία Κρατών, 62% του πληθυσμού).

Η υιοθετηθείσα λύση αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο δείγμα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για όλα τα ζητήματα της συνόδου της Νίκαιας. Συμμαχίες πρόσκαιρες ή μη, ατέρμονες διαβουλεύσεις, επαναδιατύπωση προτάσεων και υπαναχωρήσεις συνέθεσαν ένα σκηνικό ανούσιων δολιχοδρομήσεων, που μπορεί να μην «τίναξαν» στον αέρα τις διαπραγματεύσεις της Συνόδου, σίγουρα όμως την κατέστησαν ως την μακροβιότερη από καταβολής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Επί της ουσίας, η ληφθείσα απόφαση δεν προάγει τους στόχους για διαφάνεια και απλοποίηση των διαδικασιών και, εν πάση περιπτώσει, δεν συντελεί στην ουσιαστική αναδιάρθρωση του συστήματος λήψης αποφάσεων. Απεναντίας, υπήρξε αποκύημα της προσπάθειας διατήρησης του υφισταμένου συστήματος ισορροπίας μεταξύ των δύο κινητηρίων μονάδων της Ένωσης (Γαλλίας - Γερμανίας) συν την ικανοποίηση - κατά το μάλλον ή ήττον - των αιτημάτων των υπολοίπων εταίρων.

2.2.2. Διεύρυνση των περιπτώσεων λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία

Σήμερα, οι Συνθήκες προβλέπουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων με ομοφωνία σε 73 άρθρα. Μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, οι περισσότερες πράξεις νομοθετικού χαρακτήρα ψηφίζονται με ειδική πλειοψηφία από το Συμβούλιο, με διαδικασία συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Καθώς η Ένωση διευρύνεται, η ικανότητα λήψης αποφάσεων με ομοφωνία θα καθίσταται όλο και περισσότερο δυσχερής. Έτσι, η τροποποίηση των διατάξεων για την ειδική πλειοψηφία είναι απαραίτητη, αφού διαφορετικά η διαδικασία λήψης αποφάσεων που δημιουργήθηκε για 6 μέλη δε θα μπορεί να εφαρμόζεται σε μια Ένωση με μεγάλο αριθμό μελών. Η Προεδρία εντόπισε πέντε τομείς στους οποίους η εφαρμογή της ειδικής πλειοψηφίας φαίνεται ιδιαίτερα σημαντική σε μια διευρυμένη Ένωση, αλλά και εξαιρετικά δύσκολη. Πρόκειται για την κοινωνική ασφάλιση, τις θεωρήσεις, το άσυλο και τη μετανάστευση, τη φορολογία, την κοινή εμπορική πολιτική και την πολιτική οικονομικής και κοινωνικής συνοχής.

Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή ζητούσαν η διαδικασία «συναπόφασης» και η ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο να γενικευθούν και να καταστούν ο γενικός κανόνας για τη λήψη αποφάσεων στο νομοθετικό τομέα, ενώ η προσφυγή στην ομοφωνία να αποτελεί την εξαίρεση. Πρότειναν επιπλέον, την κατάργηση της διαδικασίας «συνεργασίας».

Μάλιστα, η Επιτροπή έκανε μια ειδική συνεισφορά όσον αφορά την επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας στα πεδία της φορολογίας και της κοινωνικής ασφάλισης[41], προτείνοντας την ειδική πλειοψηφία για την θέσπιση νομοθεσίας με στόχο το συντονισμό των εθνικών κανόνων ή την εισαγωγή ελάχιστων προδιαγραφών σε αυτούς τους δύο τομείς, όσον αφορά ειδικότερα θέματα.

Τόσο η Επιτροπή όσο και το Κοινοβούλιο συμφωνούσαν ότι η ομοφωνία θα πρέπει να διατηρηθεί στις αποφάσεις «συνταγματικού χαρακτήρα» για τις οποίες απαιτείται επικύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια και ζητούσαν από τη Δ.Δ. να προσδιορίσει τις κατηγορίες διατάξεων για τις οποίες δικαιολογείται η διατήρηση της ομοφωνίας.

Το ζήτημα επέκτασης του συστήματος ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία έβρισκε σύμφωνα όλα τα Κράτη-Μέλη. Διέφεραν, εντούτοις, οι τομείς εκείνοι που θα παρέμεναν στο καθεστώς της ομοφωνίας, σύμφωνα με την θέση κάθε Κράτους. Συγκεκριμένα, θεωρούσαν αναγκαία τη λήψη αποφάσεων με ομοφωνία σε ζητήματα κατά κύριο λόγο: α) συνταγματικής και θεσμικής οργάνωσης της Ε.Ε, β) ένταξης νέων χωρών στην Ένωση ή σύνδεσης χωρών, γ) αποφάσεων που χρήζουν συνταγματικής επικύρωσης από τα Κράτη-Μέλη ή έχουν διακυβερνητικό χαρακτήρα.

Η επέκταση του συστήματος της ειδικής πλειοψηφίας στην διαδικασία λήψης αποφάσεων θα έπρεπε να συνοδεύεται από την πρόβλεψη «συναπόφασης» με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με την άποψη όλων των Κρατών-Μελών.

Οι ελληνικές θέσεις υπερασπίζονταν το σύστημα της ομοφωνίας σε ορισμένο φάσμα τομέων και ζητημάτων, παρά την προφανή αδυναμία λήψης αποφάσεων στην Ε.Ε. των 27, χάριν της διαφύλαξης της συνοχής και ακεραιότητας της. Επιπροσθέτως, τάσσονταν υπέρ της επέκτασης της ειδικής πλειοψηφίας κατόπιν εξετάσεως κάθε τομέα και άρθρου.

  • Συνθήκη της Νίκαιας:

Το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας επεκτάθηκε σε πλείστα θέματα, όμως, η ομοφωνία διατηρήθηκε, μεταξύ άλλων, στους καίριους τομείς της φορολογίας, της κοινωνικής πολιτικής, της εξωτερικής πολιτικής (με απαίτηση του Ην. Βασιλείου), των διαρθρωτικών ταμείων - τουλάχιστον μέχρι το 2007 - (Ισπανία), της ναυτιλίας (Ελλάδα, Δανία), της πολιτικής μετανάστευσης και του ασύλου (Γερμανία), της εκπαίδευσης και του εμπορίου στον πολιτισμό (Γαλλία). Πραγματικότητα που δεν ανταποκρίνεται στις αρχικές, αισιόδοξες θέσεις για επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας σε πολλούς και ζωτικής σημασίας τομείς, θέτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τροχοπέδη στην ενοποιητική διαδικασία.

Το καθολικό αίτημα για ταυτόχρονη επέκταση της διαδικασίας «συναπόφασης» με το Κοινοβούλιο ικανοποιήθηκε (βλ., επίσης, παραπάνω παρ. 2.1.2.).

Η κύρια αποστολή της Δ.Δ. συνίστατο στην προοπτική απορρόφησης των νέων μελών κατά τρόπο που η θεσμική αναδιοργάνωση και αναπροσαρμογή των μηχανισμών λήψης αποφάσεων δεν θα ακυρώνει βασικές λειτουργίες της Ένωσης ούτε θεμελιώδεις αρχές και προοπτικές του ευρωπαϊκού οράματος για πολιτική ενοποίηση. Η αναντιστοιχία στόχων και αποτελέσματος, δεδομένου ότι η ομοφωνία παρέμεινε ως το σύστημα λήψης αποφάσεων σε όλους εκείνους τους τομείς όπου θίγονταν κρίσιμα συμφέροντα και ευαισθησίες των Κρατών, σίγουρα δεν συνδράμει στην ευόδωση της προπεριγραφόμενης αποστολής.

Το τελικό συμπέρασμα κρίνεται ως «στενόκαρδο» για τα ζωτικά θέματα που προορίζεται να υπηρετήσει και αντικατοπτρίζει την ανυποχώρητη άρνηση των Κρατών - μελών ή, έστω, αυτών των οποίων οι απόψεις επικράτησαν να αφήσουν την δρομολόγηση των εξελίξεων αποκλειστικά στους κοινοτικούς θεσμούς και όργανα. Ο κύβος για την διαδικασία προώθησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν ερρίφθη, πάντως, στη Νίκαια.

2.3. Στενότερη συνεργασία - Ευελιξία

Η μορφή αυτή συνεργασίας αποσκοπεί στο να δοθεί δυνατότητα σε περιορι­σμένο αριθμό Κρατών-Μελών, τα οποία επιθυμούν και δύνανται να προχωρήσουν περαιτέρω, να συνεχίσουν να εμβαθύνουν στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι σέβονται το ενιαίο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης. Η στενότερη συνεργασία μπορεί να εφαρμοσθεί στα πλαίσια του πρώτου πυλώνα (Ευρωπαϊκή Κοινότητα), καθώς και του τρίτου (αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις). Η Συνθήκη του Άμστερνταμ θέσπισε το ενιαίο θεσμικό πλαίσιο, που βασίζεται σε αυστηρές προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα :1) να αφορά τομέα που δεν υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας, 2) να συντελεί στην υλοποίηση των στόχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 3) να σέβεται τις αρχές των Συνθηκών, 4) να χρησιμοποιείται μόνον ως έσχατη λύση, 5) να αφορά την πλειοψηφία των Κρατών-Μελών.

Στο «δεύτερο πυλώνα» (Κ.Ε.Π.Π.Α) μια άλλη μορφή στενότερης συνεργασίας, ο «μηχανισμός της αποχής» κατά τη διεξαγωγή ψηφοφορίας (άρθρο 23 Σ.Ε.Ε.), θεωρήθηκε ως κατάλληλη.

Η στενότερη συνεργασία αποτελεί ζήτημα το οποίο συνδέει τη Δ.Δ. με την πιο ευρεία διαμάχη σχετικά με τη μελλοντική μορφή της Ένωσης. Παρ’ όλα αυτά, οι συζητήσεις στην Δ.Δ. περιορίσθηκαν σε 4 ερωτήματα : 1) στη ψηφοφορία (πιθανή απομάκρυνση του μηχανισμού αρνησικυρίας), 2) στον αριθμό Κρατών που απαιτείται για την έναρξη της στενότερης συνεργασίας (σήμερα απαιτείται τουλάχιστον η πλειοψηφία των Κρατών-Μελών), 3) στην επανεξέταση των προϋποθέσεων και, 4) στην πιθανή επέκταση της στενότερης συνεργασίας σε ζητήματα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας.

Η Επιτροπή υποστήριζε τρεις τροποποιήσεις στις Συνθήκες: α) να καταργηθεί η δυνατότητα που έχει ένα Κράτος-μέλος να προκαλεί την παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της απόφασης για την εγκαθίδρυση στενότερης συνεργασίας (ομοφωνία), β) ο ελάχιστος αριθμός Κρατών που απαιτείται για την καθιέρωση στενότερης συνεργασίας να σταθεροποιηθεί στο 1/3 όλων των Κρατών-Μελών, γ) σε συγκεκριμένες περιστάσεις, να υπάρχει η δυνατότητα καθιέρωσης στενότερης συνεργασίας στο πεδίο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας.

Το Κοινοβούλιο δεχόταν ότι η συνεργασία δεν απαιτείται να περιλαμβάνει όλα τα Κράτη (εξάλλου, η ύπαρξη διατάξεων του είδους της στενότερης συνεργασίας στο πλαίσιο του ενιαίου νομίσματος και της άμυνας, αποτελεί παράδειγμα γι’ αυτό). Τόνιζε, όμως, ότι θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο στις περιπτώσεις πραγματικής αδυναμίας συλλογικής δράσης της Ένωσης. Πρότεινε την εφαρμογή της στενότερης συνεργασίας και στο πλαίσιο του δεύτερου πυλώνα. Ως αντιστάθμισμα στην κατάργηση της ανάγκης ομοφωνίας για τη στενότερη συνεργασία, πρότεινε να απαιτείται και η δική του σύμφωνη γνώμη για την εκκίνηση της σχετικής διαδικασίας.

Στους υπερμάχους της συγκεκριμένης μορφής συνεργασίας συγκαταλέγονταν οι χώρες της BENELUX (π.χ. η Ολλανδία ζητούσε μεγαλύτερη ευελιξία, δυνατότητα ανάμειξης του Συμβουλίου και συμμετοχή τουλάχιστον της πλειοψηφίας των Κρατών-Μελών). Η Ιταλία εμφανιζόταν συναινετική θεωρώντας αυτήν αναγκαία για θέματα ασφάλειας και άμυνας, επιζητούσε πιο ευκολονόητες διατάξεις, κατάργηση του δικαιώματος της αρνησικυρίας από ένα μόνο Κράτος-Μέλος για λόγους εθνικού συμφέροντος (αντίθετη η Ελλάδα) και διατήρηση της διαδικασίας αποχής. Τέλος, εκτιμούσε ότι αρκεί και μικρότερος αριθμός Κρατών, απ’ αυτόν που προβλέπεται σήμερα στις Συνθήκες, ως ελάχιστος αριθμός των συμμετεχόντων στη συνεργασία.

Η διάστιξη τοποθετήσεων μεταξύ «ευρωπαϊστών» και «ευρωσκεπτικιστών» αντι­κατοπτρίζεται ξεκάθαρα. Κράτη όπως το Ην. Βασίλειο, η Δανία, η Σουηδία και η Ιρλανδία αποστασιοποιήθηκαν ή αντέδρασαν στις όποιες κατατεθείσες προτάσεις.

Αντίθετα, π.χ. η Ελλάδα - η οποία επιδιώκει θέση στο σκληρό πυρήνα της Ένωσης - παρότι υπογράμμιζε τη μη ουσιαστική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης του Άμστερνταμ[42], αντιμετώπιζε θετικά τις προσπάθειες για περαιτέρω εμβάθυνση εφόσον διαφυλαχθούν ορισμένες βασικές αρχές όπως ο «ανοιχτός χαρακτήρας» ως προς τη συμμετοχή και ο σεβασμός του κοινοτικού κεκτημένου.

Η Ελλάδα, επίσης, υποστήριζε την ενσωμάτωση στη Συνθήκη μιας ρήτρας αλ­ληλεγγύης που θα διασφαλίζει κατά κάποιον τρόπο ένα είδος υποστήριξης προς όσα Κράτη επιθυμούν αλλά δεν μπορούν να συμμετάσχουν άμεσα σ’ οποιαδήποτε σχήματα στενότερης συνεργασίας. Τέλος, η Ελλάδα έκρινε ως θετική την επέκταση της στενότερης συνεργασίας στην Κ.Ε.Π.Π.Α. υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

  • Συνθήκη της Νίκαιας:

Στη Νίκαια προβλήθηκε η διαπίστωση ότι η στενότερη συνεργασία τίθεται προς διευκόλυνση της πραγμάτωσης των σκοπών της Ένωσης, υπηρετείτο συμφέροντά της και ενισχύει την διαδικασία ενοποίησης. Τα συμμετέχοντα σ’ αυτήν Κράτη-Μέλη οφείλουν να μη λαμβάνουν μέτρα που θίγουν, μεταξύ άλλων, την εσωτερική αγορά καθώς και τις διατάξεις για την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν.

Αποφασίσθηκε η απλοποίηση των ρυθμίσεων για τη συγκρότηση της στενότερης συνεργασίας. Το Συμβούλιο θα παράσχει την εξουσιοδότηση για το σχηματισμό και την είσοδο νέων Κρατών-Μελών στη στενότερη συνεργασία με το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας που συνεπάγεται κατάργηση του υφιστάμενου δικαιώματος αρνησικυρίας κάθε Κράτους-μέλους.

Υπάρχει σαφής πρόβλεψη για ακώλυτη είσοδο νέων μελών, ενώ η Επιτροπή και τα συμμετέχοντα Κράτη-Μέλη θα ενθαρρύνουν τη συμμετοχή και άλλων χωρών. Προσδιορίσθηκε ως ελάχιστος αριθμός Κρατών για τη συγκρότηση της στενότερης συνεργασίας τα οκτώ σε μια Ευρώπη των 27 (29,6%) Κρατών-Μελών. Η διαφορά από την απλή πλειοψηφία των Κρατών που απαιτείτο στην Ε.Ε. των 15 είναι προφανής.

Όλα τα Κράτη-Μέλη θα μπορούν να συμμετέχουν στις συζητήσεις όχι όμως και στην λήψη αποφάσεων, αφού οι τελευταίες θα ισχύουν άμεσα και θα καθίστανται δεσμευτικές μόνο για τα συμμετέχοντα Κράτη.

Κατόπιν της επίμονης βρετανικής, ιρλανδικής και σουηδικής στάσης, και παρά την σφοδρή επιθυμία της Γαλλίας περί του αντιθέτου, διατυπώθηκε η πρόβλεψη ότι «θέματα με στρατιωτικές συνέπειες ή συνέπειες στην άμυνα» δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο στενότερης συνεργασίας. Τέλος, ο χαρακτήρας της ως έσχατη λύση[43] διατηρήθηκε με μια σοβαρή, όμως, διάστιξη από την προηγούμενη ρύθμιση: εφόσον καθίσταται αδύνατη, με τις καθιερωμένες διαδικασίες η επίτευξη των προδιαγεγραμμένων στόχων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος (σύμφωνα με την τροποποιηθείσα, και σαφώς αυστηρότερη, διάταξη του άρθρου 43 εδ. γ' Σ.Ε.Ε. η στενότερη συνεργασία θα επιλεγόταν μόνο όταν η επίτευξη των στόχων ήταν αδύνατη).

Επιγραμματικά, η πρωτοβουλία για τη στενότερη συνεργασία διευκολύνεται βάσει των νέων ρυθμίσεων (μικρότερος αριθμός Κρατών - Μελών για την δημιουργία της και δυνατότητα για θέση σε ισχύ με την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος).

  • Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

Η Επιτροπή υποστήριζε τη συμπερίληψή του στη Συνθήκη. Κατά την άποψή της, ο Χάρτης θα οριοθετήσει μια αλλαγή στην οικοδόμηση της Ευρώπης, η οποία απομακρύνεται από την ουσιαστικά οικονομική λογική του πρώτου καιρού για να καταστεί μια πραγματική πολιτική Ένωση.

Από την πλευρά του, το προεδρείο του Κοινοβουλίου δημοσίευσε ένα προσχέ­διο του Χάρτη που αποτελείται από 52 άρθρα με ένα εισαγωγικό προοίμιο. Το προσχέδιο συγκεντρώνει τα άρθρα γύρω από 6 θεμελιώδεις αξίες: την αξιοπρέπεια, τις ελευθερίες, την ισότητα, την αλληλεγγύη, την ιθαγένεια και τη δικαιοσύνη. Επιπλέον, στο τέλος του κειμένου παρατίθενται οι γενικές διατάξεις, οι οποίες ως στόχο έχουν, κυρίως, να προσδιορίσουν τους δεσμούς ανάμεσα στο Χάρτη και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με το προσχέδιο αυτό, το Κοινοβούλιο ζητούσε από την Δ.Δ. την εξασφάλιση της νομικής δεσμευτικότητάς του κειμένου του Χάρτη.

Η εκ παραλλήλου προς τη διαδικασία της Δ.Δ. κατάρτιση του Χάρτη - του οποίου η έλλειψη καλυπτόταν από την «Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου»-αποτέλεσε, επίσης, αντικείμενο διχοστασιών μεταξύ των Κρατών-Μελών.

Σύμφωνα με τη θέση της πλειονότητας των Κρατών-Μελών, το οριστικό κείμενο του Χάρτη θα ’πρεπε να ενταχθεί στις Συνθήκες (π.χ. ως προσαρτώμενο πρωτόκολλο) και κατά συνέπεια να εξασφαλιστεί η δεσμευτικότητά του κατά τρόπο ώστε να αποτελέσει τον πυρήνα - προοίμιο του μελλοντικού Συντάγματος της Ένωσης (π.χ. Γερμανία, Ιταλία).

Μια δεύτερη άποψη[44] τασσόταν υπέρ της κατάρτισης ενός ιδεολογικοπολιτικού κειμένου - μιας διακυβερνητικής διακήρυξης, που ως μη ενσωματωθείσα στις Συνθήκες δεν θα ανέπτυσσε εξίσου δεσμευτικές έννομες συνέπειες και άρα δεν θα μπορούσε να γίνεται αντικείμενο επίκλησης ενώπιον ευρωπαϊκών και εθνικών δικαστικών αρχών.

Η ελληνική πλευρά συντασσόταν αναφανδόν με την πρώτη πρόταση, ήτοι της ενσωμάτωσης του κειμένου του Χάρτη στη Συνθήκη. Δεν ήταν, άλλωστε, η μοναδική θέση της Ελλάδας που υπερακόντιζε τις «ευρωσκεπτικιστικές» αναστολές και στοιχειοθετούσε το ενεργό ενδιαφέρον και την ισχυρή βούλησή της για την επίτευ­ξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

  • Συνθήκη της Νίκαιας:

Η θέσπιση, εν πρώτοις, του πυρήνα και, κατόπιν, του ίδιου του Ευρωπαϊκού Συντάγματος αποτελεί μια από τις θεμελιωδέστερες προτεραιότητες της Ένωσης προκειμένου να καταξιωθεί παγκοσμίως και σε πολιτικό επίπεδο. Είτε με την γαλλική εκδοχή της ισχυρής Ευρώπης των Κρατών είτε με την νεότευκτη πρόταση της ομοσπονδιοποίησης, γερμανικής προέλευσης και αποδοχής από τους ενθερμότερους φιλοευρωπαϊστές, πρέπει να ακολουθηθούν ταχείς και αποφασιστικοί ρυθμοί για την περαιτέρω ενοποιητική πορεία και τη σύμπηξη μιας ισχυρής πολιτικά Ένωσης, όπως ακριβώς την οραματίσθηκαν οι πατέρες της.

Η πρόταση για ενσωμάτωση του τελικού κειμένου του Χάρτη στις Συνθήκες με τις ανάλογες επιπτώσεις δεν ευδοκίμησε. Μάλιστα, δεν υπάρχει καν μνεία του, μη λαμβανομένης υπόψη της υιοθέτησής του ομόφωνα από το Συμβούλιο του Biarritz και με συντριπτική πλειοψηφία από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Παρότι επικράτησε η επιφυλακτική στάση των «ευρωσκεπτικιστών», ωστόσο, διακηρύχθηκε η θέση από τα κοινοτικά όργανα για τήρηση κι εφαρμογή των διατάξεών του Χάρτη.

Εν προκειμένω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μεθοδολογία διαπραγμάτευσης και κατάρτισης του κειμένου του Χάρτη (μεταξύ εκπροσώπων των κυβερνήσεων, των εθνικών και του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ) έχει προταθεί ως το προσφορότερο όχημα για την επίτευξη της ευρωπαϊκής ομοσπονδιοποίησης όπως η τελευ­ταία έχει περιγράφει επανειλημμένως από τον ένθερμο θιασώτη της Γερμανό υπουργό Εξωτερικών Γ.Φίσερ: με δική της Κυβέρνηση, Πρόεδρο, άμεσα εκλεγμέ­νο από τους Ευρωπαίους Κοινοβούλιο και κοινό Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, χωρίς, όμως, να οδηγεί οπήν κατάργηση των εθνικών Κρατών και των ιδιαίτερων κοινωνικοπολιτιστικών συνιστωσών και βάσεών τους. Στον αντίποδα αυτής της θέσης τοποθετείται η βρετανική στάση όπως διαγράφηκε από τον ίδιο τον πρωθυπουργό της λίγο πριν τη σύνοδο της Νίκαιας: Μια Ευρώπη ελεύθερων, ανεξάρτητων και κυρίαρχων Κρατών που θα συνδυάζει την άσκηση υπερεθνικών και διακρατικών εξουσιών και θα ξεφεύγει από το μοντέλο του ευρωπαϊκού υπερκράτους ή εκείνο του πεδίου των ελευθέρων συναλλαγών[45].

Προς την κατεύθυνση της υιοθέτησης της συγκεκριμένης μεθοδολογίας στρέφονται οι ακραιφνείς φεντεραλιστές (προεξάρχουσα η Γερμανία) ώστε ενόψει της νέας Δ.Δ. του 2004 να ακολουθηθούν διαδικασίες υπερεθνικές που δεν θα εμπλέκουν τόσο απόλυτα τους κρατικούς φορείς με τις επιφυλάξεις κι αναστολές τους στο δρόμο προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Άλλωστε, σύμφωνα με την παρ. 5 στ. 1 της «Δήλωσης σχετικά με το μέλλον της Ένωσης» αντικείμενο της Δ.Δ. του 2004 θα αποτελέσει και η προώθηση των ζητημάτων μεταβίβασης περισσότερων αρμοδιοτήτων προς την Ένωση και περαιτέρω περιορισμού της εθνικής κυριαρχίας.

  • Ασφάλεια και άμυνα της Ε.Ε

Το κύριο αίτημα της Επιτροπής από τη ΔΔ ήταν να εξετάσει κατά πόσον, η ανάγκη σχεδιασμού και υλοποίησης ορισμένων δράσεων που θα γίνονται στο όνομα της Ένωσης από έναν αριθμό μελών, στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας, εξυπηρετείται αποτελεσματικά από το μηχανισμός της εποικοδομητικής αποχής που προβλέπεται στο άρθρο 23 Σ.Ε.Ε. Το Κοινοβούλιο ζητούσε τη σταδιακή κατάργηση μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου πυλώνα της Συνθήκης, κυρίως με την αναγνώριση στην Επιτροπή μείζονος ρόλου στο συντονισμό των κοινοτικών και εθνικών μη στρατιωτικών μηχανισμών όσον αφορά τη διεθνή διαχείριση των κρίσεων. Επιπλέον, ήταν υπέρ της μεταφοράς της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις στον κοινοτικό πυλώνα. Πρότεινε, επίσης, την αύξηση του ρόλου του Κοινοβουλίου και την καθιέρωση συμβου­λίου υπουργών άμυνας.

Η - «ευρωσκεπτικιστικού» προσανατολισμού - Μ. Βρετανία ετάχθη υπέρ της ενεργούς συμμετοχής και μη Κρατών-Μελών της Ένωσης στα όργανα λήψης απο­φάσεων και, γενικότερα, στις επιχειρήσεις υπό τη διεύθυνση της Ένωσης.

Πλείστες χώρες (π.χ. Ελλάδα, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Ιταλία) τόνιζαν την αναγκαιότητα τροποποίησης ή συμπλήρωσης των Συνθηκών για αποσαφήνιση των μηχανισμών της, ειδικά επί ζητημάτων διαχείρισης κρίσεων, προκειμένου να απο­φευχθεί η ανάπτυξη ιδίων διαδικασιών λήψης αποφάσεων εκτός του υφισταμένου θεσμικού πλαισίου. Αντιθέτως, άλλα Κράτη-Μέλη θεωρούσαν τις τροποποιήσεις περιττές ή έστω προς εξέτασιν (π.χ. Φινλανδία, Γερμανία).

  • Συνθήκη της Νίκαιας:

Ο σημαντικότατος τομέας της ευρωπαϊκής άμυνας δεν συμπεριλαμβάνεται στις ενισχυμένες συνεργασίες. Από την άλλη πλευρά, προβλέπεται ρητά ο ρόλος και οι αρμοδιότητες της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφαλείας (πλέον) στη νέα Συνθήκη (25 Σ.Ε.Ε.). Πιο συγκεκριμένα, της προσδίδεται η άσκηση του πολιτικού ελέγχου και της στρατηγικής διεύθυνσης των επιχειρήσεων διαχείρισης κρίσεων υπό την ευθύνη και κατόπιν εξουσιοδοτήσεως από το Συμβούλιο (υπό την γενική επιφύλαξη του αρθρ. 47).

Στη Σύνοδο της Νίκαιας αποφασίσθηκε η δράστηριοποίηση της Ε.Ε. ώστε η πο­λιτική της να καταστεί πιο επιχειρησιακή ενώ η σχετική απόφαση που θα δρομολογήσει τις εξελίξεις θα πρέπει να ληφθεί εντός του 2001 και το αργότερο από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στη Σύνοδο Κορυφής στο Λάκεν του Βελγίου κατά το τέλος του ιδίου έτους (βλ. προσαρτημένη δήλωση στο κείμενο της Συνθήκης της Νίκαιας).

Επί του ζητήματος δεν φάνηκε να υπερισχύει η ιδέα περί ευρωπαϊκής πολιτικοστρατιωτικής χειραφέτησης - εκ των κυριάρχων γαλλικών αιτημάτων - αφού τα όποια βήματα για την δημιουργία συστήματος «ευρωάμυνας» κρίνονται δειλά και χαρακτηρίζονται από ασάφεια. Αντιθέτως, παραμένει ισχυρή η σκιά του Βορειο­ατλαντικού Συμφώνου που δείχνει να ανησυχεί από ενδεχόμενη περίπλεξη των αρμοδιοτήτων και απίσχανση του ρόλου του στην περιοχή.

  1. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Η Δ.Δ. της Νίκαιας εμφάνισε τις εντονότερες συγκρούσεις και διήρκεσε περισ­σότερο από οποιαδήποτε άλλη. Και αυτό, από μια άποψη, ήταν λογικό, καθώς η αναθεώρηση και, συνεπώς, η αναδιαμόρφωση των ευρωπαϊκών δομών ενόψει της μεγαλύτερης διεύρυνσης στην ιστορία της Ε.Ε., κάθε άλλο παρά εύκολη θα μπορούσε να είναι.

Η πιο έντονη εντύπωση που αποκομίζει κανείς από τη συνάντηση αυτή των Ευ­ρωπαίων ηγετών είναι ο συμβιβασμός, το «μεγάλο παζάρι» όπως έγραψε ο ευρωπαϊκός τύπος, που δεν δίστασε να συμπεράνει ότι τα αποτελέσματα της Νίκαιας, ούτε λίγο ούτε πολύ ισοδυναμούσαν με καταστροφή για τις μικρές χώρες, ξεχνώντας, προφανώς, ότι ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα βασίζεται στο συμβιβασμό. Έτσι, στη Νίκαια δεν έγινε τίποτα το πρωτοφανές, τίποτα που δεν είχε ξαναγίνει. Στην πραγματικότητα, επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά η τακτική των Κρατών-Μελών να προχωρούν με μικρά βήματα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, εντοπίζοντας τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή στα αντιτιθέμενα συμφέροντά τους, και αναβάλλοντας «ες αύριον τα σπουδαία». Ο συμβιβασμός ήταν, και θα είναι πάντα, το μοιραίο αποτέλεσμα της απροθυμίας των ευρωπαίων ηγετών να προτάξουν το ευρωπαϊκό όραμα έναντι του στενά εθνικού συμφέροντος.

Ο συμβιβασμός ήταν έκδηλος σ’ όλα τα ζητήματα. Σχετικά με τη σύνθεση της Επιτροπής, οι μεγάλες χώρες υποχώρησαν και αποδέχθηκαν τη μείωση των Επιτρόπων τους από δύο, σε έναν. Όμως, θα ήταν λάθος να υποστηρίξει κανείς ότι στο ζήτημα αυτό υπερίσχυσαν τα μικρότερα Κράτη, καθώς αυτά αναγκάστηκαν να αποδεχθούν στο μέλλον την εκ περιτροπής εκπροσώπησή τους στην Επιτροπή. Κι όσο κι αν τα μέλη της δεν παύουν να διαβεβαιώνουν ότι θα προωθούν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, κι όχι αυτά των χωρών τους, οι λαοί των μικρότερων Κρατών που θα αντιμετωπίσουν, κάποια στιγμή και για πρώτη φορά, το ενδεχόμενο να μην υπάρχει εκπρόσωπός τους στην Επιτροπή, δεν μπορούν παρά να αισθάνονται ανασφάλεια.

Εξάλλου, πέρα από το συμβιβασμό των απόψεων, η θεσμική αναθεώρηση, που απετέλεσε άλλωστε τον σκοπό της Δ.Δ. αυτής, δεν ήταν γενική, δεν οδήγησε, δηλαδή, στη θέσπιση ενός νέου θεσμικού συστήματος ενόψει της διεύρυνσης, αλλά σε τροποποιήσεις, μόνον, του ήδη υπάρχοντας συστήματος. Χαρακτηριστικό είναι ότι οποιαδήποτε σημαντική μεταρρύθμιση στη σύνθεση της Επιτροπής παραπέφθηκε για το μέλλον και, συγκεκριμένα, για τουλάχιστον μια πενταετία. Η αποτελεσματικότητα των τροποποιήσεων αυτών, με κυριότερο παράδειγμα την υπερδιόγκωση της Επιτροπής ενόψει, μάλιστα των δώδεκα μόνον χαρτοφυλακίων, δεν μπορεί παρά να είναι αμφισβητήσιμη.

Η Διάσκεψη της Νίκαιας, λοιπόν, αν και τυπικά αφορούσε τη θεσμική μεταρ­ρύθμιση εν όψει της διεύρυνσης, στην πραγματικότητα έθεσε το ζήτημα της μελλοντικής μορφής της Ευρώπης: Ένωση σε πλαίσιο διακυβερνητικής συνεργασίας ή εξέλιξη σε ομοσπονδιακή οντότητα; Δεδομένου ότι η προσχώρηση 12 και πλέον χωρών θέτει τα όρια της διακυβερνητικής δομής, η μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στρέφεται προς την κατεύθυνση ενός ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού κράτους, μιας Ένωσης με υπερεθνικό χαρακτήρα, με ισχυρούς και ανεξάρτητους κεντρι­κούς θεσμούς, που δε θα υπόκεινται στον άμεσο έλεγχο των εθνικών κυβερνήσεων.

Στη Νίκαια φάνηκε ότι οι μεγάλες χώρες ήθελαν να εξασφαλίσουν πολλές ψήφους για να μπορούν ν’ αποφασίζουν. Για να το πετύχουν, πρόσφεραν ανταλλάγματα στις μικρότερες, π. χ. διατήρηση του veto σε ευαίσθητα για τις τελευταίες θέματα ή αύξηση των εδρών στο Κοινοβούλιο. Όσον αφορά τη στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο, μπορεί να τριπλασίασαν, σχεδόν, τις ψήφους τους από 10 σε 29, θα είναι, όμως, ακόμη πιο δύσκολο να καταλήξουν στη λήψη ευνοϊκής γι’ αυτές απόφασης, αφού πλέον θα απαιτείται τριπλή πλειοψηφία (ψήφων, Κρατών- μελών και πληθυσμού). Εξάλλου, μπορεί να φαίνεται, με μια πρώτη ματιά, ότι τρεις μεγάλες χώρες και μια μικρή (την οποία εύκολα θα προσεταιρισθούν οι μεγάλες), δηλαδή, τέσσερα Κράτη-Μέλη θα μπορούν να μπλοκάρουν οποιαδήποτε απόφαση, παραγκωνίζοντας τις υπόλοιπες 23. Παρόλα αυτά, αν λάβει κανείς υπ’ όψη του ότι η σημερινή μειοψηφία που μπορεί να μπλοκάρει αποφάσεις είναι τρεις μεγάλες χώρες, ή δυο μεγάλες και μια μικρή, συνειδητοποιεί ότι η τροποποιημένη διάταξη, σύμφωνα με την οποία απαιτείται η σύμπραξη τεσσάρων χωρών, εμφανίζεται καλύτερη. Άλλωστε, με το ισχύον σύστημα οι πέντε μεγάλες χώρες έχουν το 55% του συνόλου των ψήφων στο Συμβούλιο, ενώ μετά τη Νίκαια, θα έχουν το 49%.

Οι περιπτώσεις όπου λαμβάνεται απόφαση με ειδική πλειοψηφία διευρύνθηκαν κι έτσι απομακρύνθηκε το ενδεχόμενο θεσμικής παράλυσης μιας Ένωσης 27 ή και περισσότερων Κρατών-Μελών. Αυτό, αρχικά, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ευνοϊκό αποτέλεσμα υπέρ των μεγάλων Κρατών-Μελών, μιας και περισσότερες ψήφους διαθέτουν, αλλά και πιο εύκολα μπορούν να πείσουν όσες μικρές χώρες τους χρειάζονται να συμμαχήσουν μαζί τους για να πετύχουν την απαραίτητα πλειοψηφία. Απ’ την άλλη, η εξασφάλιση της θέσης των μικρότερων χωρών έγινε με τη διατήρηση της ομοφωνίας σε σημαντικότατους τομείς, στους οποίους κάθε χώρα θέλει να προστατεύσει ιδιαίτερα εθνικά της συμφέροντα. Βέβαια, ανεξάρτητα από τη στάθμιση συμφερόντων, η τροποποίηση που υιοθετήθηκε, κάθε άλλο παρά ευνοεί την επιτάχυνση της ενοποιητικής διαδικασίας.

Στον τομέα της στενότερης συνεργασίας απαιτείται η συγκέντρωση οχτώ, μετά την τροποποίηση, Κρατών-Μελών, αναλογικά δηλαδή λιγότερων απ’ ότι απαιτείται σήμερα. Πάντως, τονίσθηκε ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο, έτσι ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο μια μικρή ομάδα Κρατών να μετατραπεί σε στασιαστές, ακολουθώντας μια πορεία που θα βλάπτει την Ευρωπαϊκή ενοποίηση στο σύνολό της.

Επιπλέον, το ζήτημα των σχέσεων της Ένωσης με το ΝΑΤΟ δεν προσδιορίσθηκε αφού, χάριν της επιμονής της Βρετανίας, τα ζητήματα άμυνας δεν καταλαμβάνονται τελικά από τη στενότερη συνεργασία.

Η επόμενη μέρα για την Ελλάδα δεν είναι μέρα θριάμβου, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι και μέρα συρρίκνωσης βασικών συμφερόντων της. Όπως και σ’ όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, η Νίκαια κληροδότησε ένα προϊόν σκληρού συμβιβασμού. Η ελληνική άποψη για τη σύνθεση της Επιτροπής, τη στάθμιση των ψήφων στο Συμβούλιο και τη διατήρηση της, τόσο σημαντικής γι’ αυτή, ομοφωνίας στα θέματα ναυτιλίας, υιοθετήθηκαν τελικά από τους υπόλοιπους εταίρους και θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως επιτυχία για τη χώρα μας. Παρόλα αυ­τά, δεν πρέπει να ξεχνά κανείς πως ο συμβιβασμός προϋποθέτει παροχή ανταλλάγματος που η Ελλάδα, όπως άλλωστε και οι άλλες χώρες, δεν θα μπορούσε να αποφύγει. Πάντως, το σημαντικό είναι ότι η μετατόπιση του πολιτικού βάρους από το Παρίσι στο Βερολίνο, αφού η Γερμανία πέτυχε να ληφθεί υπόψη το πληθυσμιακό βάρος της και να διατηρήσει τον ίδιο αριθμό ευρωβουλευτών μετά το 2005, ευνοεί την Ελλάδα. Κι αυτό γιατί, τόσο η Ελλάδα όσο και η Γερμανία τίθενται υπέρ της εξέλιξης της Ένωσης σε ομοσπονδιακό κράτος, σε αντίθεση με τη Γαλλία που υποστηρίζει την διακυβερνητική συνεργασία.

Είναι, λοιπόν, η Νίκαια το τελικό στάδιο για μια Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 Κρατών-Μελών; Αναμφισβήτητα όχι, αφού ακόμα και η ίδια η Συνθήκη της Νίκαιας περιλαμβάνει διάταξη[46] που προβλέπει ότι οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν στην Δ.Δ. του 2004 στη Σουηδία. Εκεί θα διαχωριστούν οι αρμοδιότητες των εθνικών κυβερνήσεων και της Ένωσης, θα προσδιορισθεί το καθεστώς του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων, ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων στις υποθέσεις της Ένωσης και θα πραγματοποιηθεί η απλοποίηση των Συνθηκών. Δεν παύει, όμως, να αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αφού ανοίγει την πόρτα για την είσοδο των υποψήφιων χωρών.

Η Νίκαια, λοιπόν, φαίνεται πως ήταν ένα βήμα προς τα εμπρός , μια πρώτη γεύση της απόφασης που θα ληφθεί το 2004 και θα καθορίζει αν τελικά η Ένωση θα έχει ομοσπονδιακή ή διακυβερνητική μορφή. Οι ηγέτες των 15, καταλήγοντας προς το παρόν σ’ ένα συγκρατημένο συμβιβασμό, έβαλαν μεταξύ τους ένα στοίχημα : ραντεβού σε τέσσερα χρόνια για οριστική πλέον απόφαση για το μέλλον της Ευρώπης. Το ερώτημα είναι αν θα καταφέρουν να αξιοποιήσουν το συμβιβασμό της Νίκαιας. Αν θα συνειδητοποιήσουν ότι η συνάντηση στη Σουηδία θα έχει ως στόχο της εξέλιξη της Ένωσης, κι όχι την προάσπιση των εθνικών τους συμφερόντων. Το επόμενο βήμα για την Ένωση θα είναι δύσκολο. Και στο παρελθόν, όμως, δεν έλειψαν οι μεταβατικές περίοδοι στην εξέλιξή της. Και παρά τις αμφιβολίες που άφησε πίσω της η Νίκαια, τίποτα δεν προμηνύει ότι και σ’ αυτή τη «μάχη μετ’ εμποδίων» προς το μέλλον, το ευρωπαϊκό όραμα δε θα αναδειχθεί για μια ακόμα φορά νικητής.


[1]  Οι υπό ένταξη χώρες - σε διαφορετικές ομάδες - είναι: Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβενία, Εσθονία και Κύπρος (ή «ομάδα του Λουξεμβούργου»), Βουλγαρία, Ρουμανία, Λιθουανία, Λετονία, Μάλτα και Σλοβακία (η δεύτερη, επονομαζόμενη και «ομάδα του Ελσίνκι»). Στην Τουρκία έχει αναγνωρισθεί, στο Ευρωπαϊκό συμβούλιο του Ελσίνκι, το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας ενώ η έναρξη των σχετικών ενταξιακών διαπραγματεύσεων παραμένει απροσδιόριστη.

[2]  Βλ. Δελτίο Ε.Ε., Τεύχος 6,1999, σελ. 15 -16.

[3] Π.χ. στην Ιρλανδία θα πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα, το αυτό αναμένεται στην Δα­νία και αλλού.

[4]  Γαλλία, Γερμανία, Ην. Βασίλειο, Ιταλία, Ισπανία.

[5]  Επιπροσθέτως, το άρθρο 213 πρόβλεπε την δυνατότητα τροποποίησης του αριθμού των Επιτρόπων μ’ ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου ανά πάσα στιγμή.

[6]  Τα σημαντικότερα έγγραφα του Κοινοβουλίου για τη Διακυβερνητική είναι: Ψήφι­σμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έγκριση 6 / 5 /1999, Δελτίο ΕΕ 5 - 1999, Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, έκδοση 18 / 11 / 1999, Δελτίο ΕΕ 11 - 2000, Γνώμη του Ευρω­παϊκού Κοινοβουλίου, έγκριση 3 / 2 / 2000, Δελτίο ΕΕ, 1/2 - 2000, Ψήφισμα του Ευρωπαϊ­κού Κοινοβουλίου, έγκριση 13 / 4 / 2000, Δελτίο ΕΕ 4 - 2000.

[7]  Τα σημαντικότερα έγγραφα της Επιτροπής για τη Διακυβερνητική ήταν: COM (1999) 592, έγκριση 10 /11 / 1999, Δελτίο ΕΕ 11 - 1999, COM ( 2000 ) 34, ΕΕ C 2 της 5 / 1 / 1999, COM (2000) 109, Έγκριση 12 / 3 / 2000, Δελτίο ΕΕ 3 - 2000, COM (2000) 444, έγκριση 12 / 7 / 2000, Δελτίο ΕΕ 7/8 - 2000, COM (2000) 434, έγκριση 12/7 /2000, Δελτίο ΕΕ 7/8 - 2000.

[8]  Το Ην. Βασίλειο πρότεινε ως ανώτατο όριο τους 25 Επιτρόπους. Η μετριοπαθής αυτή θέση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως το προϊόν συγκερασμού της βούλησης για έλεγχο των ζωτικότερων χαρτοφυλακίων (όπως και οι υπόλοιποι «μεγάλοι») με την παραδοσιακή δυσπιστία των Βρετανών για τα ευρωπαϊκά οράματα και θεσμούς, άρα, και για μια πιο ευέλικτη Επιτροπή (βλ. παρακάτω παρ. 2.4.).

[9]  Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Βέλγιο, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Δανία, Σουηδία, Φινλανδία και Αυστρία (όλες οι θέσεις είναι συνειλεγμένες από τις δηλώσεις των κρατικών αξιωματούχων στον Τύπο και από τα επίσημα υπομνήματα των Κρατών - Μελών προς την Προεδρία εν όψει της Δ.Δ.).

[10]  Στο εξής, τα άρθρα χωρίς επεξήγηση θ’ αναφέρονται στην ΣυνθΕΚ.

[11]  Βλ. άρθρο 4 παρ. 2 και 3 του «Πρωτοκόλλου για την Διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» οι οποίες θα επανατροποποιήσουν το άρθρο 213 παρ.1 άμα τη συμπληρώσει του ορίου των 27 Κρατών-Μελών.

[12]  Θα λαμβάνεται, επίσης, υπόψη η γεωγραφική και δημογραφική ισορροπία των χωρών που θα αντιπροσωπεύονται κάθε φορά. Ας ελπίσουμε ότι το κριτήριο αυτό δεν θ’ αποτελέσει εφαλτήριο για πολιτική διακρίσεων κι έρεισμα ανατροπής του κανόνα της ισότιμα κυκλικής εναλλαγής των Επιτρόπων

[13]  Άρθρο 214 παρ. 2 εδ. 3 όπου προβλέπεται ότι η Επιτροπή είναι υποκείμενη στην ψήφο έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

[14]  Βλ. π.χ. πρόταση της Ελλάδας και την εκ διαμέτρου αντίθετη τοποθέτηση του Ην. Βασιλείου.

[15]  Με την διατήρηση και του άρθρου 213 δημιουργείται μια σοβαρή δικλείδα ασφαλείας για την εγγύηση της νομιμότητας της Επιτροπής.

[16]  Το Λουξεμβούργο ετάσσετο υπέρ της διατήρησης της αρχής του ελάχιστου αριθμού αντιπροσώπων με τα παρόντα δεδομένα (6 έδρες) για ευνόητους λόγους.

[17] Βλέπε, επίσης ,την σχετική Θέση επί του ζητήματος στο επίσημο υπόμνημα της Ολ­λανδίας .

[18] Για τον τρόπο καταμερισμού των εδρών, που θα ισχύσει από 1-1-2004, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βλ. άρθρο 2 παρ. 1 του Πρωτοκόλλου για την Διεύρυνση της Ε.Ε. καθώς και τον πρώτο πίνακα στο παράρτημα II της Συνθήκης της Νίκαιας.

[19] Δεδομένα πριν την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης της Νίκαιας (Ε.Ε. 15) και μετά την εφαρμογή τους έως και την διεύρυνση στην Ε.Ε. των 27 (Ε.Ε. 27).

[20] Δεδομένα της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας για τον πληθυσμό κατά το 1999

[21] Επί συνολικού πληθυσμού της παρούσας Ε.Ε. 375.325.000 πολιτών.

 

[22]  Βλ. άρθρο 221 σε αντιδιαστολή με το άρθρο 224 όπου προβλέπεται η αντιπροσώπευση κάθε κράτους από έναν τουλάχιστον δικαστή στο Π.Ε.Κ.

[23]  Πάντως το Π.Ε.Κ. παύει να είναι «προσαρτημένο» στο Δ.Ε.Κ (βλ. πρώην άρθρο 225).

[24]  Βλ. συνδυασμό άρθρων 220 παρ.2,225α και σχετικής Δήλωσης.

[25]   Ο έλεγχος ουσίας που εισάγεται με την έφεση θα είναι παραδεκτός μόνο αν υφίσταται σχετική πρόβλεψη στην απόφαση για τη συγκρότηση του συγκεκριμένου Δικαιοδοτικού Τμήματος.

[26]Βλ. Γνωμοδότηση της ΟΚΕ, έγκριση 1 / 3 / 2000, Δελτίο ΕΕ 3 - 2000.

[27] Βλ. Ψήφισμα της ΕτΠ, έγκριση 3 / 6 / 1999, Δελτίο ΕΕ 6 - 1999, Ψήφισμα της ΕτΠ, έγκριση 18 / 11 / 1999, Δελτίο ΕΕ 11 - 1999, Γνωμοδότηση της ΕτΠ, έκδοση 17 / 2 / 2000, Δελτίο ΕΕ 1/2 - 2000.

[28]  Για την κατανομή των μελών, που έχουν ανέλθει στους 344, στην Ο.Κ.Ε. καθώς και στην Επιτροπή των Περιφερειών βλ. σχετικούς πίνακες στο παράρτημα II της Συνθήκης της Νίκαιας.

[29] Βλ. παραπάνω υποσημ. 19

[30] Δεδομένα της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας για τον πληθυσμό κατά το 1999

[31] Επί συνολικού πληθυσμού 375.325.000 πολιτών της παρούσας Ε.Ε.

[32]  Η συγκεκριμένη θέση υποστηριζόταν μετριοπαθέστερα από τις Σουηδία, Φινλαν­δία κι Ολλανδία.

[33]  Προεξάρχουσα η Γερμανία που διεκδικούσε και περισσότερες ψήφους από όλα τα Κράτη-Μέλη λόγω του μεγαλύτερου πληθυσμού της. Η παραδοξολογία έγκειται στην a priori απόρριψη του αιτήματος για ευνόητους λόγους από τη Γαλλία που, παρόλα αυτά, πρωτοστατούσε στην διαπίστωση ότι οι μικρές χώρες υπεραντιπροσωπεύονται!

[34]  Ποσοστό περίπου 71,7% που θα αυξάνεται προοδευτικά με την εισδοχή νέων μελών έως και το ανώτατο όριο του 73,4%. Βλ. Δήλωση σχετικά με το όριο της ειδικής πλειοψηφίας, Παράρτημα III.

[35] Ή 258 ψήφοι που θα συγκεντρώνουν τα 2/3 των Κρατών-Μελών στις υπόλοιπες πε­ριπτώσεις.

[36]  Αν και μάλλον σπάνια θα χρησιμοποιηθεί το κριτήριο αυτό για τη μη λήψη αποφάσεων, αποτελεί παροχή-αντιστάθμισμα προς τη Γερμανία που παρότι πολυπληθέστερη (αποτελεί το 17% του ευρωπαϊκού πληθυσμού ενώ τα υπόλοιπα «μεγάλα» κράτη το 12% έκαστο) διαθέτει τον ίδιο αριθμό ψήφων στο Συμβούλιο με τις υπόλοιπες μεγάλες χώρες.

[37]  Στο παρόν σύστημα η «αναστέλλουσα» μειοψηφία επιτυγχάνεται με 26 ψήφους, δηλαδή από 3 από τα 5 μεγάλα Κράτη. Μετά το 2005, κι εφόσον δεν έχουν προσχωρήσει όλα τα υποψήφια Κράτη, η αναστέλλουσα μειοψηφία θα επιτυγχάνεται με 88 ψήφους, ήτοι με τη συγκέντρωση των ψήφων 3 μεγάλων και ενός μικρού Κράτους. Είναι, έστω δειλή, η βελτίωση προς όφελος των μικρότερων Κρατών μετά τη Συνθήκη της Νίκαιας.

[38]  Βλ. παραπάνω υποσημ. 19.

[39]  Δεδομένα της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας για τον πληθυσμό κατά το 1999.

[40]  Επί συνολικού πληθυσμού της παρούσας Ε.Ε. 375.325.000 πολιτών.

[41]  COM (2000) 114, έκδοση 14 / 3/2000. Δελτίο ΕΕ 3 - 2000.

[42]  Παρόμοια επιφυλακτική εμφανιζόταν και η Φινλανδία για την επαναδιαπραγμάτευση του κεφαλαίου.

[43]   Εκφράζεται η ανησυχία για καταχρηστική πρακτική της διαδικασίας με ακραίο αποτέλεσμα ακόμα και την δημιουργία διασπαστικών κινήσεων εντός Ε.Ε.

[44]  Υποστηριζόμενη από τις σκανδιναβικές χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο.

[45]  Απόσπασμα από την “Le Monde”, 8-10-2000.

[46]  Βλ. παρ. 7 της «Δήλωσης σχετικά με το μέλλον της Ένωσης».