Digesta 2003
ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Σ 4.1, ν. 2190/94 άρθρο 16, ν. 1586/86 άρθρο 17

Αρχές ισότητας και αξιοκρατίας κατά την κατάληψη δημόσιων θέσεων

Για να ανοίξετε το σύνολο της στήλης σε μορφή pdf πατήστε εδώ 

Ειδική έκφανση της συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί η αρχή της αξιοκρατίας και από το συνδυασμό τους απορρέει η δημοκρατική αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας.

ΣτΕ 1237/2003

(Σύνθεση: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Σακελλαρίου, Α. Γκότσης Σύμβουλοι και Μ. Γκορτζολίδου, Κ. Πισπιρίγκος Πάρεδροι)

... 4. Εφόσον υποψήφιος έλαβε μέρος σε διαγωνισμό προς πλήρωση θέσεων με τη διαδικασία του Α.Σ.Ε.Π., υποβάλλοντας σχετική αίτηση και δικαιολογητικά χωρίς να διατυπώσει επιφύλαξη σχετικά με τυχόν αντίθεση όρων της προκήρυξης, που αποτελούν ταυτοχρόνως διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει το διαγωνισμό, προς το Σύνταγμα ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α. - ν.δ. 53/1974), στερείται πλέον εννόμου συμφέροντος να αμφισβητήσει τους όρους αυτούς, στρεφόμενος κατά της προκήρυξης ή των βλαπτικών γι’ αυτόν πράξεων που στηρίζονται στους εν λόγω όρους, δεδομένου ότι από την παράλειψή του αυτή συνάγεται ότι έχει αποδεχθεί ανεπιφυλάκτως τη νομιμότητα των όρων αυτών της προκήρυξης (πρβλ. ΣτΕ 5785/1996, 2150/1998). Αν και κατά τη γνώμη, του Συμβούλου Ν. Σακελλαρίου και της Παρέδρου Μ. Γκορτζολίδου, το γεγονός ότι υποψήφιος, ο οποίος έλαβε μέρος σε διαγωνισμό προς πλήρωση θέσεων με τη διαδικασία του Α.Σ.Ε.Π., δεν περιέλαβε επιφύλαξη στη δήλωση συμμετοχής του στο διαγωνισμό ως προς τη νομιμότητα όρων της προκήρυξης, δεν αρκεί για να άρει το έννομο συμφέρον αυτού προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως με την οποία να αμφισβητεί τη νομιμότητα των όρων αυτών της προκήρυξης, καθώς και των πράξεων που εκδίδονται στη συνέχεια και στηρίζονται στους όρους αυτούς, με τις οποίες ο εν λόγω υποψήφιος αποκλείσθηκε από διορισμό στις προκηρυχθείσες θέσεις. Τούτο δε διότι από μόνη τη μη υποβολή της ανωτέρω επιφύλαξης δεν συνάγεται, άνευ άλλου, σαφής και ανεπιφύλακτη αποδοχή των πιο πάνω όρων και, επομένως, τυχόν αποστέρηση του εννόμου συμφέροντος του υποψήφιου προς προσβολή των ανωτέρω όρων θα παραβίαζε ευθέως το δικαίωμα αυτού προς παροχή έννομης προστασίας το οποίο κατοχυρώνει το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 1) και η Ε.Σ.Δ.Α. (άρθρο 6 παρ. 1), ιδιαίτερα όταν πρόκειται για όρους οι βλαπτικές συνέπειες των οποίων δεν μπορούν σε κάθε περίπτωση να προβλεφθούν με ακρίβεια εκ των προτέρων ή οι οποίες είναι ενδεχόμενο μόνον ότι θα επέλθουν για τον υποψήφιο. Εξάλλου, τα όσα έχει δεχθεί το δικαστήριο επί διεξαγωγής διαγωνισμών δημοσίων έργων, ότι δηλαδή η εργοληπτική επιχείρηση με την ανεπιφύλακτη συμμετοχή της στο διαγωνισμό αποδέχεται πλήρως τη νομιμότητα της διακήρυξης του διαγωνισμού και, επομένως, στερείται εννόμου συμφέροντος για να αμφισβητήσει, εκ των υστέρων, το κύρος των όρων της διακήρυξης, χωρίς τούτο να προσβάλλει το δικαίωμά της προς παροχή δικαστικής προστασίας (βλ. ΣτΕ 1415/2000 Ολομ.), δεν σχετίζονται με την υπό κρίση περίπτωση, λόγω του ότι πρόκειται για διαφορετικά αντικείμενα τα οποία διέπονται από διαφορετικές νομοθεσίες. Ειδικότερα, η νομοθεσία περί δημοσίων έργων (ν. 1418/1984 και π.δ. 609/1985) προβλέπει τη διεξαγωγή του διαγωνισμού σε περισσότερα, διακεκριμένα μεταξύ τους, στάδια, σε καθέ­να από τα οποία μπορεί να υποβληθούν αντιρρήσεις μόνο για λόγους που ανακύπτουν κατά το αντίστοιχο στάδιο (βλ. ΣτΕ 964/1998 Ολομ), οι δε εργοληπτικές επιχειρήσεις λαμβάνουν πλήρη γνώση των όρων της διακήρυξης, εφόσον επί τη βάσει αυτών υποβάλλουν τις προσφορές τους προς αξιολόγηση. Άλλωστε, η ανάγκη της ασφάλειας, δικαίου, λόγω της φύσης του αντικειμένου, επιβάλλει όπως η τυχόν αμ­φισβήτηση της νομιμότητας της διακήρυξης εκ μέρους των εργοληπτικών επιχειρήσεων προηγείται της διεξαγωγής του διαγωνισμού, ενώ, τέλος, ο νομοθέτης έχει θεσπίσει ειδική διαδικασία προσωρινής δικαστικής προστασίας (ν. 2522/1997) για τις διαφορές που αναφύονται πριν από τη σύναψη των συμβάσεων εκτελέσεως δημοσίων έργων, προκειμένου να διασφαλίσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας των εν λόγω επιχειρήσεων.

5. Επειδή, η αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συ­ντάγματος, αποτελεί νομικό κανόνα ο οποίος επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που βρίσκονται υπό τις ίδιες συνθήκες, και δεσμεύει τα συντετα­γμένα όργανα της πολιτείας, και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη όσο και τη διοί­κηση. Η παραβίαση της αρχής αυτής ελέγχεται από τα δικαστήρια μέσα στον κύ­κλο της δικαιοδοσίας τους, κατά τον έλεγχο δε αυτό, που είναι έλεγχος ορίων, γί­νεται δεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης ή η κατ’ εξουσιοδότηση αυτού θεσμοθετούσα διοίκηση, μπορεί να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγμα­τικές ή προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές και άλλες συνθήκες που συνδέονται με τις καταστάσεις ή τις σχέσεις αυτές και στηριζόμενος σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια που τελούν σε συ­νάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης για την οποία κάθε φορά πρόκειται. Πρέπει όμως, κατά την επιλογή των διαφόρων τρόπων ρύθμισης, να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τό­σο την έκδηλα άνιση μεταχείριση με την μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες με βάση όλως συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια. Εξάλλου, η αρχή της αξιοκρατίας υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους (ΣτΕ 2099/2000, 5094/1996, 3675/1996 κ.α.).

6. Επειδή, στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 16 του ν. 2190/1994 (Α΄ 28), όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο διενέργειας του επίδικου διαγωνισμού (μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2527/1997 και πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 του ν. 3051/2002), οριζόταν ότι: «5. Κάθε υποψήφιος, για θέσεις της ίδιας προκήρυξης, δικαιούται να υποβάλει αίτηση σε μία μόνο νομαρχία και για θέσεις μιας μόνο κατηγορίας προσωπικού που είναι κατανεμημένες στη νομαρχία αυτή. Στην αίτησή του ο υποψήφιος δηλώνει και τη σειρά προτίμησης των υπηρεσιών και νομικών προσώπων που επιθυμεί να διορισθεί. Οι προτιμήσεις περιορίζονται μέχρι δέκα. Οι πέρα των δέκα προτιμήσεις δεν λαμβάνονται υπόψη. Αν ο υποψήφιος δεν δηλώσει προτιμήσεις, θεωρείται ότι έχει δηλώσει τους δέκα πρώτους φορείς (υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα) που έχουν θέσεις των κλάδων ή των ειδικοτήτων που δηλώνει στην αίτησή του, με τη σει­ρά που αναγράφονται οι φορείς αυτοί στην προκήρυξη. 6. Η αίτηση υποβάλλεται σε μία μόνο νομαρχία. Η υποβολή αίτησης σε περισσότερες από μία νομαρχίες, είτε αυτή γίνεται αυτοτελώς είτε με σώρευση, σε αίτηση που υποβλήθηκε σε ορισμένη νο­μαρχία, φορέων και άλλης νομαρχίας, καθώς και η σώρευση θέσεων διαφορετικών κατηγοριών προσωπικού σε μία ή περισσότερες αιτήσεις συνεπάγεται αυτοδικαίως σε κάθε περίπτωση ακύρωση όλων των αιτήσεων και αποκλεισμό του υποψη­φίου από την περαιτέρω διαδικασία...». Επίσης, στο κεφάλαιο IV της 8/1997 προ­κήρυξης του επίδικου διαγωνισμού ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για την προκήρυξη αυτή επιτρέπεται η υποβολή μιας μόνον αίτησης από τους υποψήφιους, ότι δεν επιτρέπεται στην αίτηση η σώρευση θέσεων διαφόρων Νομαρχιών, άλλως ο υποψήφιος αποβάλλεται από τη διαδικασία, καθώς και ότι ο υποψήφιος δηλώνει και τη σει­ρά προτίμησης των φορέων (υπηρεσιών και νομικών προσώπων) που επιθυμεί να διοριστεί, ότι οι προτιμήσεις περιορίζονται μέχρι και δέκα φορείς και οι πέραν των δέκα δεν λαμβάνονται υπόψη, και, τέλος, ότι αν ο υποψήφιος δεν δηλώσει προ­τιμήσεις θεωρείται ότι έχει δηλώσει τους 10 πρώτους φορείς που αναγράφονται στην προκήρυξη. Εξάλλου, στην παρ. 13 του άρθρου 17 του ν. 1586/1986 (ΕτΚ Α΄, φ. 37), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο διενέργειας του επίδικου διαγωνισμού (μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 18 παρ. 9 του ν. 2503/ 1997, Α΄ 107, και πριν την κατάργησή της με το άρθρο 20 παρ. 18 του ν. 2738/ 1999, Α΄ 180), οριζόταν ότι: «Οι θέσεις κλάδων διοικητικού ή οικονομικού ή λογιστικού ή δακτυλογράφων της κατηγορίας ΔΕ καλύπτονται από δυο κατηγορίες υποψηφίων: α) κατά το ήμισυ από κατόχους απολυτηρίου τίτλου κλάδων διοικητικών υπηρεσιών - γραμματέων ή οικονομίας ή τμημάτων υπαλλήλων διοίκησης ή υπαλλήλων λογιστηρίου οποιουδήποτε τύπου λυκείου ή άλλου ισότιμου τίτλου σχολικής μονάδας της ημεδαπής ή αλλοδαπής και β) κατά το ήμισυ από κατόχους απολυτηρίου τίτλου οποιουδήποτε τύπου λυκείου ή άλλου ισοτίμου τίτλου σχολικής μονάδας της ημεδαπής ή αλλοδαπής. Σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατή η πλήρωση θέσεων μιας κατηγορίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, επιτρέπεται η κάλυψη των θέσεων που υπολείπονται από υποψηφίους της άλ­λης κατηγορίας. Όταν ο αριθμός των προς πλήρωση θέσεων ανά νομό είναι περιττός, η απομένουσα θέση δίδεται στην πρώτη κατηγορία υποψηφίων. Η πλήρωση των θέσεων των ανωτέρω κλάδων πραγματοποιείται με τις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 2190/1994 και καταρτίζονται χωριστοί πίνακες κατά νομό επιτυχόντων για καθεμία από τις ανωτέρω δύο κατηγορίες. Οι προτιμήσεις ως προς το φορέα διορισμού των περιλαμβανομένων στον πρώτο πίνακα προηγούνται έναντι των επιτυχόντων του δεύτερου πίνακα...». Περαιτέρω, στο κεφάλαιο II παρ. Γ της ανωτέρω 8/1997 προκήρυξης ορίζεται ότι για την κατηγορία ΔΕ των κλάδων Διοικητικού - Λογιστικού, Οικονομικού ΔΕ1 Διοικητικού, ΔΕ14 Ελεγκτών Εσόδων - Εξόδων, ΔΕ15 Εισπρακτόρων και ΔΕ23 Ειδικής Υπηρεσίας (Δημοτική Αστυνομία), ο αριθμός των διοριστέων από καθεμία από τις ανωτέρω κατηγορίες είναι ίσος με το 50% των προκηρυχθεισών θέσεων.

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και την εκκαλούμενη απόφαση, η εκκαλούσα, απόφοιτη γενικού λυκείου, έλαβε μέρος σε γραπτό διαγωνισμό που προκηρύχθηκε με την 8/1997 απόφαση του ΑΣΕΠ για την πλήρωση, μεταξύ άλλων, 769 θέσεων δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα των κλάδων Διοικητικού, Οικονομικού, Λογιστικού, Δακτυλογράφων της κατηγορίας ΔΕ. Η εκκαλούσα υπέβαλε την αίτησή της, σύμφωνα με τους προεκτεθέντες όρους της προκήρυξης του διαγωνισμού και τις σχετικές διατάξεις του ν. 2190/1994, σε μία μόνο νομαρχία, και συγκεκριμένα στη Νομαρχία Αθηνών, και δήλωσε την προτίμησή της για δέκα φορείς υπηρεσιών και νομικών προσώπων της νομαρχίας αυτής στους οποίους επιθυμούσε να διορισθεί, τελικά όμως δεν περιλήφθηκε στους πίνακες διοριστέων, ενώ περιλήφθηκαν σ’ αυτούς άλλοι υποψήφιοι, ρητώς προσδιοριζόμενοι στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ακυρώσεως που κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, της ίδιας με αυτήν κατηγορίας (ΔΕ), παρά το γεγονός ότι είχαν λάβει μικρότερη βαθμολογία από αυτήν γιατί είχαν υποβάλει αιτήσεις σε άλλες νομαρχίες, οι δε προκηρυχθείσες θέσεις των δέκα φορέων για τις οποίες είχε εκφράσει προτίμηση στη Νομαρχία Αθηνών, όπου είχε υποβάλει αίτηση, καλύφθηκαν από υποψήφιους οι οποίοι είχαν συγκεντρώσει μεν λιγότερα μόρια, ήταν όμως κάτοχοι απολυτηρίου τίτλου τεχνικού λυκείου.

8. Επειδή, προβάλλεται ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 16 παρ. 6 του ν. 2190/ 1994, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, που περιόριζε τους υποψήφιους να εκφράσουν προτίμηση για μια μόνο νομαρχία αντίκειται στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, ενώ δεν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν αυτή τη ρύθμιση. Η παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών αρχών συνίσταται ειδικότερα, κατά την εκκαλούσα, στο ότι δεν διορίσθηκε παρά το ότι συγκέντρωσε υψηλότερη βαθμολογία από άλλους υποψήφιους που διορίσθηκαν σε άλλες νομαρχίες (τους οποίους κατονομάζει) εξαιτίας του τυχαίου και συμπτωματικού γεγονότος ότι επέλεξε νομαρχία για την οποία απαιτήθηκε, τελικά, μεγαλύτερη βαθμολογία για διορισμό απ’ ότι σ’ άλλες νομαρχίες. Ο λόγος αυτός, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, είναι βά­σιμος. Και τούτο γιατί η επίμαχη επιλογή του νομοθέτη, αντίκειται στην αρχή της αξιοκρατίας και την απορρέουσα από την αρχή της ισότητας δημοκρατική αρχή της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας, που επιβάλλουν, σε περίπτωση διενέργειας γραπτού διαγωνισμού σε πανελλήνιο επίπεδο επί των ιδίων θεμάτων για όλους τους υποψηφίους, να διορίζονται στις προκηρυχθείσες θέσεις οι υποψήφιοι που έχουν πραγματοποιήσει την καλύτερη επίδοση στις εξετάσεις, συγκεντρώνοντας την υψηλότερη βαθμολογία. Τούτο δε, γιατί επιτρέπει το διορισμό υποψηφίων με χαμηλότερη βαθμολογία από εκείνη που έλαβαν άλλοι συνυποψήφιοί τους, οι οποίοι, αν και διαγωνίστηκαν στα ίδια μαθήματα και επέτυχαν καλύτερη επίδοση, παραμένουν αδιόριστοι, εξαιτίας του τυχαίου και συμπτωματικού γεγονότος ότι επέλεξαν νομαρχία για την οποία, εκ του αποτελέσματος, αποδει­κνύεται ότι για το διορισμό τους απαιτείτο υψηλότερη βαθμολογία. Η ρύθμιση δε αυτή δεν δικαιολογείται από λόγους προδήλου δημοσίου συμφέροντος, που να προ­κύπτουν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του νόμου, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά τέτοιο λόγο η αόριστη αναφορά της εισηγητικής έκθεσης στα προβλήματα «ορθολογικής κατανομής του προσωπικού στις περιφερειακές υπηρεσίες». Εξάλλου, σύμφωνα με τα δεδομένα της κοινής πείρας ο περιορισμός της υπο­βολής της αίτησης συμμετοχής στο διαγωνισμό σε μια μόνο νομαρχία ωθεί πολλούς υποψήφιους να υποβάλλουν αιτήσεις στις νομαρχίες εκείνες στις οποίες προκηρύσσονται περισσότερες θέσεις γιατί σ’ αυτές έχουν περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. Οι θέσεις δε αυτές ευρίσκονται κατά τεκμήριο στα μεγάλα αστικά κέντρα, με αποτέλεσμα να παραμένουν κενές οι θέσεις των άλλων νομαρχιών της χώρας, αφού οι υποψήφιοι δεν έχουν τη δυνατότητα περισσοτέρων επιλογών.

9. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι η ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 16 παρ. 6 του ν. 2190/1994, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, και κατά το μέρος που περιορίζει τους υποψήφιους να δηλώνουν προτίμηση για μέχρι δέκα φορείς στο πλαίσιο της μιας νο­μαρχίας που έχουν επιλέξει για διορισμό. Κατά την εκκαλούσα, η παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών αρχών συνίσταται στο ότι η επίμαχη ρύθμιση επιτρέπει το διορισμό υποψηφίων που έχουν λάβει χαμηλότερη βαθμολογία έναντι άλλων, όπως εν προκειμένω της εκκαλούσας, εξαιτίας του τυχαίου γεγονότος ότι οι τελευταίοι επέλεξαν φορείς για τους οποίους απαιτείτο, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα, υψηλότερη βαθμολογία. Και ο λόγος αυτός είναι, κατά την ομόφωνη γνώμη του Τμή­ματος, βάσιμος. Ο περιορισμός αυτός στη δήλωση προτίμησης των υποψηφίων, αντίκειται στις ως άνω συνταγματικές αρχές, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, διότι επιτρέπει το διορισμό υποψήφιων που έλαβαν χαμηλότερη βαθμολογία, σε γραπτό πανελλήνιο διαγωνισμό επί των ιδίων θεμάτων, έναντι άλλων, όπως η εκκαλούσα, οι οποίοι, παρά το ότι επέτυχαν καλύτερη επίδοση, παρέμει­ναν τελικά αδιόριστοι εξαιτίας του τυχαίου γεγονότος ότι επέλεξαν δέκα φορείς, για τους οποίους, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα, απαιτήθηκε, τελικώς, υψηλότερη βαθμολογία. Η ρύθμιση δε αυτή δεν δικαιολογείται από λόγους προδήλου γενικότερου δημοσίου συμφέροντος που να προκύπτουν από τις προπαρασκευα­στικές εργασίες ψήφισης του ν. 2527/1997, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά τέτοιο λόγο η αναφορά της ως άνω εισηγητικής έκθεσης στην «απλούστευση και επιτάχυνση της διαδικασίας εξαγωγής των αποτελεσμάτων», η οποία έχει την έννοια της ταχύτερης διεκπεραίωσης της σχετικής διαδικασίας από γραφειοκρατική και μόνον άποψη και δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον κατ’ απόκλιση από τις ανωτέρω συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας και επί βλάβη της δημόσιας υπηρεσίας διορισμό υποψηφίων με κατώτερη επίδοση έναντι άλλων υποψηφίων που επέτυχαν καλύτερη επίδοση.

10. Επειδή, προβάλλεται, τέλος, ότι η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 13 του ν. 1586/1986, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει μετά το ν. 2503/1997, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει τις αρχές της αξιοκρατίας και της ισότητας, γιατί ενώ οι απόφοιτοι τεχνικού λυκείου και οι απόφοιτοι γενικού λυκείου εξετάσθηκαν στον ίδιο γραπτό διαγωνισμό σε κοινά θέματα, η προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη ποσόστωση 50% είχε ως αποτέλεσμα να διορισθούν απόφοιτοι του τεχνικού λυκείου με μικρότερη βαθμολογία (ονομαστικώς αναφερόμενοι) έναντι αποφοίτων του γενικού λυκείου, όπως η εκκαλούσα, οι οποίοι έλαβαν υψηλότερη βαθμολογία. Και ο λόγος αυτός, κατά την επίσης ομόφωνη γνώμη του Τμήματος, είναι βάσιμος, διότι ναι μεν, η ποσόστωση αυτή στηρίζεται στο αντικειμε­νικό κριτήριο του είδους του απολυτηρίου και, όπως προκύπτει από την εισηγητι­κή έκθεση του ν. 2503/1997, η θέσπιση του κριτηρίου αυτού συνδέεται με λόγο δη­μοσίου συμφέροντος, ο οποίος συνίσταται στην πλήρωση των θέσεων κατηγορίας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που προκηρύχθηκαν με τον επίμαχο διαγωνισμό, από αποφοίτους σχολών ειδικής κατεύθυνσης, οι γνώσεις των οποίων ανταποκρίνο­νται στις απαιτήσεις των εν λόγω θέσεων, αλλά και από αποφοίτους γενικών λυκείων εξαιτίας του γεγονότος ότι «τα λύκεια που δίδουν ειδικότητες δεν μπορούν επαρκώς να καλύψουν τις ανάγκες της Δημόσιας Διοίκησης σε προσωπικό ΔΕ Διοικητικού και ΔΕ Δακτυλογράφων», όμως, εφόσον ο κοινός νομοθέτης επέλεξε το σύστημα αυτό για την πλήρωση των επίμαχων θέσεων, το Α.Σ.Ε.Π. δεν ηδύνατο περαιτέρω να διαλάβει στην προκήρυξη του επίμαχου διαγωνισμού την πρόβλεψη ότι οι απόφοιτοι και των δύο τύπων λυκείου εξετάζονται στα ίδια μαθήματα. Και τούτο διότι η πρόβλεψη αυτή της προκήρυξης είναι αντίθετη προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, που επιβάλλουν όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους, δεδομένου ότι επιτρέπει, λό­γω της ποσόστωσης, το διορισμό υποψηφίων ενός τύπου λυκείου που έλαβαν χαμηλότερη βαθμολογία έναντι υποψήφιων του άλλου τύπου λυκείου, παρά το γεγονός ότι διαγωνίσθηκαν στα ίδια μαθήματα. Με τον τρόπο όμως αυτό δεν ελήφθησαν υπόψη οι ιδιαίτερες γνώσεις και δεξιότητες των αποφοίτων των δύο τύπων λυκείου που θα επέτρεπαν το διορισμό των καλύτερων σε επίδοση υποψηφίων από κάθε τύπο λυκείου.

11. Επειδή, λόγω της σπουδαιότητας των πιο πάνω ζητημάτων που ανακύπτουν στην παρούσα υπόθεση σχετικά με τη συνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων του ν. 2190/1994 και του ν. 1586/1986, όπως είχαν τροποποιηθεί και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, το Τμήμα υπό την παρούσα σύνθεσή του κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση αυτού σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, και να ορισθεί εισηγητής ενώπιον αυτής η Πάρεδρος Μ. Γκορτζολίδου.

Σημείωση

1. Η εν λόγω παραπεμπτική απόφαση (Τμήμα Γ΄ πενταμελούς συνθέσεως) συγκαταλέγεται στις άκρως ενδιαφέρουσες αποφάσεις του Ανωτάτου Διοικητικού Δικαστηρίου, αφού, αφ’ ενός μεν αποτελεί «δείγμα γραφής» της διενέργειας του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των επιλογών του κοινού νομοθέτη, αφ’ ετέρου δε, προσλαμβάνει σημαντικές κοινωνικές διαστάσεις, καθόσον αφορά στον τρόπο επιλογής και πρόσληψης νέων υπαλλήλων στις δημόσιες υπηρεσίες και στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα μέσω προκήρυξης του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.).

2. Όσον φορά στον τρόπο και τα όρια άσκησης του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, η απόφαση αυτή, ειδικότερα, διενεργεί τον απαιτούμενο έλεγχο των διατάξεων του άρθρου 16 παρ. 5 και 6 του ν. 2190/1994 «Σύσταση ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης» (όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους), που καθορίζει τον τρόπο προκήρυξης θέσεων και υποβολής των αιτήσεων εκ μέρους των υποψηφίων, υπό το πρίσμα δύο συνταγματικών αρχών, ήτοι, της αρχής της ισότητας και της αρχής της αξιοκρατίας.

3. Συγκεκριμένα, στη μείζονα πρότασή του, το Δικαστήριο, προτάσσει το εννοιο­λογικό περιεχόμενο των δύο ως άνω αρχών, όπως έχει διαμορφωθεί πλέον νομολογιακά και αποτελούν κεντρικές συνιστώσες του σύγχρονου Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, (ενδεικτ. ΣτΕ 3671, 3675, 5094/1996, 2099/2000).

Στο πλαίσιο αυτό, η αρχή της ισότητας επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές συνθήκες. Ο έλεγχος δε, εκ μέρους της δικαστικής λειτουργίας της ενδεχόμενης παράβασης της αρχής αυτής, είναι έλεγχος ορίων, αφού γίνεται δεκτό ότι, τόσο ο κοινός νομοθέτης όσο και η κατ’ εξουσιοδότηση αυτού θεσμοθετούσα διοίκηση μπορεί με γνώμονα την επίκληση γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων να ρυθμίζει με ενιαίο ή διαφορετικό τρόπο της ποικίλες πραγματικές ή προσωπικές καταστάσεις. Τα όρια αυτά, διαγράφονται από το κανονιστικό περιεχόμενο της ως άνω συνταγματικής αρχής, προσδιορίζοντας τη δυνατότητα επιλογής των διαφόρων νομοθετικών επιλογών, τόσο με την απαγόρευση της έκδηλης άνισης μεταχείρισης με την εισαγωγή ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου που δεν συνδέεται με συγκεκριμένα αξιολογικά κριτήρια, όσο και με την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες.

Σύμφωνα δε, με το κανονιστικό περιεχόμενο της αρχής της αξιοκρατίας, η οποία αποτελεί ειδική έκφανση της αρχής της ισότητας (άρθρ. 4 παρ. 1 του Συντ.) σε συνδυασμό με την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων (όπως το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας), η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και εν γένει αξιώματα «γίνεται με κριτήρια, (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η εν λόγω απόφαση) που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψη τους...», (ανάλ., ΣτΕ 624, 2840, 4062/1990, 3675/1996, 2099/2000). Η αρχή της αξιοκρατίας, συνεπώς, συνυφαίνεται άρρηκτα με την προσωπικότητα, (όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 του Συντ.), των ενδιαφερομένων για την κατάληψη των δημοσίων θέσεων και αξιωμάτων και συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκεκριμενοποίηση και εξειδίκευση του γενικού περιεχομένου της αρχής της ισότητας. (Ενδεικτική είναι άλλωστε και η διάταξη του αναθεωρημένου άρθρου 103 παρ. 7 του Συντάγματος:

«Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει.

Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής»).

4. Περαιτέρω, το ενδιαφέρον της απόφασης συνίσταται στο ότι δέχεται, εν προ­κειμένω, την εφαρμογή και μιας άλλης αρχής, η οποία έχει διαμορφωθεί νομολογια­κά, της «δημοκρατικής αρχής της σταδιοδρομίας εκάστου κατά το λόγο της προσωπικής του αξίας», που απορρέει από το συνδυασμό των δύο ανωτέρω αρχών, δηλ., της ισότητας και της αξιοκρατίας, (ενδεχομένως, είναι ορθότερο η επί μέρους αυτή αρχή να μετονομασθεί σε: «αρχή της σταδιοδρομίας ή υπηρεσιακής εξέλιξης εκάστου σύμφωνα με την προσωπική του αξία»).

5. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε, ορθώς, ότι, υπό το πρίσμα των ως άνω συνταγματικών αρχών, η διάταξη του άρθρ. 16 παρ. 6 ν. 2190/1994 στο βαθμό που περιορίζει τους υποψηφίους να δηλώσουν την προτίμησή τους για μέχρι δέκα φορείς στο πλαίσιο της μιας νομαρχίας που έχουν επιλέξει για διορισμό αντίκειται στο κανονιστικό περιεχόμενο των συνταγματικών αυτών αρχών, αφού επιτρέπει το διορισμό υποψηφίων που έλαβαν χαμηλότερη βαθμολογία, σε γραπτό πανελλήνιο διαγωνισμό επί των ιδίων θεμάτων, έναντι άλλων, που επέτυχαν καλύτερη επίδοση.

Διονύσης Φιλίππου

Επικ. Καθηγητής Νομικής ΔΠΘ

[4]. Βλ. και ΟλομΑΠ 38/1996 ΕλλΔνη 38 (1997), 41.