Digesta 2007

ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Επιμέλεια: Μ. Τσαπόγας

ΔρΝ - Ειδικός Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη

Για να αποθηκεύσετε το άρθρο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

 

 

α.ν. 1565/39, ν.δ. 1046/49, β.δ. της 7/11/1957 άρθρο 4, ν. 1026/80 άρθρο 74, ΚΠΔ άρθρο 37.2-3

Εγγραφή αλλοδαπού σε Οδοντιατρικό Σύλλογο υπό τον όρο της αμοιβαιότητας

Η χορήγηση άδειας άσκησης οδοντιατρικού επαγγέλματος δεν προϋποθέτει συγκατάθεση του οικείου Συλλόγου. Μετά τη χορήγηση άδειας, η εγγραφή στο Σύλλογο αποτελεί δεσμία αρμοδιότητα αυτού. Η επίκληση «υπερκορεσμού» προϋποθέτει την τήρηση ορισμένης διαδικασίας. Η πιστοποίηση αμοιβαιότητας στη χορήγηση αδειών άσκησης επαγγέλματος εξομοιώνει τους αλλοδαπούς με τους έλληνες όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αλλά και τη διαδικασία χορήγησης των αδειών.

Η εκκρεμότητα αίτησης ακυρώσεως του Συλλόγου κατά της χορηγηθείσης άδειας άσκησης οδοντιατρικού επαγγέλματος δεν αίρει το τεκμήριο νομιμότητας και δεν αναστέλλει άνευ άλλου τινός την εκτελεστότητα της άδειας.

Υποχρέωση του Συνηγόρου του Πολίτη να γνωστοποιεί στην Εισαγγελία ενδεχόμενες ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων.

 

Πόρισμα 15573.00.2.5/24.5.2001

(Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη: Γιώργος Καμίνης, Χειριστής: Μιχάλης Τσαπόγας)

 

Ο κ. A., συριακής ιθαγενείας, είναι κάτοχος πτυχίου Οδοντιατρικής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μετά την έκδοση, από τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, άδειας ασκήσεως επαγγέλματος οδοντιάτρου για ένα έτος, δηλαδή μέχρι τη λήξη της άδειας παραμονής του, ενεγράφη στον Οδοντιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης (απόφαση της 15.7.96) και του επετράπη η άσκηση του επαγγέλματός του μέσα στα χωρικά όρια αρμοδιότητας του Συλλόγου. Στη συνέχεια, μετά την ανανέωση της άδειας παραμονής του, η Νομαρχία ανανέωσε την άδεια ασκήσεως οδοντιατρικού επαγγέλματος. Ωστόσο, ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, αντί ν’ ανανεώσει αντιστοίχως την εγγραφή του, προσέφυγε στο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, στρεφόμενος κατά της ανανεώσεως της συγκεκριμένης άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Με απόφασή του της 12.8.98, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας απέρριψε την προσφυγή του Συλλόγου. Κατ’ αυτής της απόφασης, ο Σύλλογος προσέφυγε την 22.9.98 στον Υπουργό Υγείας & Πρόνοιας. Τέλος, με απόφασή του της 22.10.98, ο Υφυπουργός απέρριψε και αυτή την προσφυγή. Στο μεταξύ, μετά από αλλεπάλληλες ανανεώσεις της άδειας παραμονής του, η Νομαρχία Θεσσαλονίκης ανανέωσε μέχρι την 17.3.2002 την άδεια άσκησης οδοντιατρικού επαγγέλματος του κ. A. Ο Σύλλογος, όμως, αντί ν’ ανανεώσει αντιστοίχως την εγγραφή του, προσέφυγε για δεύτερη φορά (10.8.99) στο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, στρεφόμενος κατά της νέας ανανεώσεως της συγκεκριμένης άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Με απόφασή του της 17.9.99, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας απέρριψε και αυτή την προσφυγή του Συλλόγου.

Στις προαναφερθείσες απορριπτικές τους αποφάσεις, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας και ο Υφυπουργός παρέπεμψαν ρητώς σε έγγραφο της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, με το οποίο πιστοποιείται η ισχύς ελληνοσυριακής συνθήκης περί αμοιβαιότητας κατά τη χορήγηση αδειών άσκησης οδοντιατρικού επαγγέλματος. Πιστοποιείται, επίσης, η τήρηση της συνθήκης αυτής από την άλλη πλευρά, δηλαδή η πραγματική δυνατότητα ελλήνων οδοντιάτρων ν’ ασκήσουν επάγγελμα στη Συρία. Πληρούται, συνεπώς, η προϋπόθεση αμοιβαιότητας που θέτει το ν.δ. 1096/49 για τη χορήγηση της ανωτέρω άδειας σε αλλοδαπό. Στις αποφάσεις αυτές επισημαίνεται, επίσης, ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 1565/39, η χορήγηση της ανωτέρω άδειας δεν προϋποθέτει συγκατάθεση του οικείου Συλλόγου, ο οποίος έχει δεσμία αρμοδιότητα να ολοκληρώσει τις απαιτούμενες διοικητικές διαδικασίες εγγραφής. Το αυτό επεσήμανε, σε επί τούτου εκδοθέν έγγραφό της, και η αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Υγείας.

Στα ανωτέρω έγγραφα της Περιφέρειας και του Υπουργείου, καταρρίπτονται ως αβάσιμα τα επιχειρήματα με τα οποία ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης είχε υπεραμυνθεί της αρνήσεώς του. Ειδικότερα, ως προς τον υπερκορεσμό οδοντιάτρων στη Θεσσαλονίκη: Ο υπερκορεσμός, ως έννοια νομική και όχι εμπειρική, θεωρείται ότι υπάρχει μόνον όταν μια περιοχή έχει κηρυχθεί «κορεσμένη ιατρών» με υπουργική απόφαση, σύμφωνα με τον α.ν. 1563/39. Ως προς το γεγονός ότι ο κ. A. δεν έχει εγγραφεί στο Σύλλογο: Το επιχείρημα αυτό δεν είναι λογικό, αφού οι αλλοδαποί δικαιούμενοι άδειας άσκησης οδοντιατρικού επαγγέλματος αποτελούν υποχρεωτικώς μέλη του οικείου Συλλόγου (άρθρο 4 του από 7.11.57 βασιλικού διατάγματος), και υπαίτιος της μη ολοκληρώσεως της διαδικασίας αυτής είναι ο ίδιος ο Σύλλογος. Ως προς το γεγονός ότι ο Σύλλογος δεν ρωτήθηκε: Σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 1565/39, η χορήγηση άδειας άσκησης οδοντιατρικού επαγγέλματος δεν προϋποθέτει συγκατάθεση του οικείου Συλλόγου. Ως προς την περιορισμένη διάρκεια της άδειας: Προκειμένου περί αλλοδαπών, η σύνδεση της διάρκειας μιάς άδειας άσκησης επαγγέλματος με τη διάρκεια της άδειας παραμονής είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη κατά τρόπο ειδικό και κατισχύοντα πάσης άλλης διατάξεως, όπως ήδη έχει δεχθεί το Υπουργείο Υγείας, το δε αντίθετο θα σήμαινε ότι ουδείς αλλοδαπός θα είχε τη δυνατότητα ν’ ασκεί νομίμως επάγγελμα στην Ελλάδα.

Παρά ταύτα, ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να μην εγγράφει τον κ. A. και να μην του επιτρέπει την εξακολούθηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, αποστερώντας τον έτσι από τη δυνατότητα άσκησης των επαγγελματικών του δικαιωμάτων. Ο Σύλλογος διατηρεί, βεβαίως, το αυτονόητο δικαίωμά του «να διεκδικήσει την δικαίωση των θέσεών του με περαιτέρω νομικές ενέργειες», όπως έχει απαντήσει στον κ. A. Αυτό, όμως, δεν του παρέχει το δικαίωμα να καθιστά ανενεργές, διά της κωλυσιεργίας ή της παράνομης άρνησης, τις νομίμως εκδοθείσες άδειες άσκησης επαγγέλματος, των οποίων η νομιμότητα έχει επιβεβαιωθεί με τις ανωτέρω αποφάσεις της Περιφέρειας και του Υφυπουργού. Ακόμη και αν εκκρεμεί, τώρα ή στο μέλλον, οποιαδήποτε νέα διοικητική ή δικαστική κρίση επί της νομιμότητας της άδειας άσκησης επαγγέλματος, η άρνηση εκτέλεσής της θα είναι νόμιμη μόνον εφ’ όσον εκδοθεί νομίμως απόφαση περί αναστολής εκτέλεσής της μέχρις ότου εκδοθεί η αναμενομένη νέα απόφαση. Αν δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η πράξη της Νομαρχίας καλύπτεται από τεκμήριο νομιμότητας και η εκτέλεσή της είναι υποχρεωτική. Επισημαίνοντας τα ανωτέρω, ο Συνήγορος του Πολίτη απευθύνθηκε στον Οδοντιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης και τον κάλεσε να ολοκληρώσει τη διαδικασία εγγραφής του κ. A. ή να αιτιολογήσει με νόμιμα επιχειρήματα την άρνησή του.

Στο από 13.12.2000 απαντητικό του έγγραφο, ο Σύλλογος ισχυρίζεται, εν πρώτοις, ότι η εκκρεμότητα κατατεθείσης αιτήσεως ακυρώσεως του Συλλόγου σε βάρος των αλληλοδιαδόχων αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, υποχρεώνει το Συνήγορο του Πολίτη ν’ απόσχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια. Ωστόσο, το ζήτημα που εκκρεμοδικεί είναι η ουσιαστική νομιμότητα των αποφάσεων Νομάρχη περί χορηγήσεως αδείας ασκήσεως επαγγέλματος στον κ. A., και όχι η υποχρέωση του Συλλόγου να εγγράψει αυτόν ως μέλος του. Εφ’ όσον δεν έχει ανασταλεί δικαστικώς η εκτελεστότητα των αποφάσεων Νομάρχη, συντρέχει υπέρ αυτών τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο υποχρεώνει τον Σύλλογο να προβεί στις δέουσες ενέργειες εφαρμογής τους, κατά δεσμίαν αρμοδιότητα. Μόνον εάν ο ίδιος ο κ. A. είχε καταθέσει αίτηση ακυρώσεως κατά της παραλείψεως του Συλλόγου να τον εγγράψει, θα συνέτρεχε ταυτότης αντικειμένου μεταξύ εκκρεμούσης δίκης ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας και εκκρεμούσης αναφοράς ενώπιον του Συνηγόρου του Πολίτη, που θα υπεχρέωνε το Συνήγορο του Πολίτη ν’ απόσχει από κάθε περαιτέρω ενέργεια. Το αναμφισβήτητο δικαίωμα του Οδοντιατρικού Συλλόγου ν’ ασκεί αιτήσεις ακυρώσεως κατά αποφάσεων που τον αφορούν, δεν του παρέχει τη δυνατότητα ν’ αναστέλλει διά παραλείψεως την εκτελεστότητα των αποφάσεων εκείνων, πριν ακόμη κριθεί δικαστικώς η νομιμότητά τους. Είναι αυτονόητο ότι, σε περίπτωση που το Συμβούλιο Επικρατείας κάνει δεκτή την αίτηση ακυρώσεως που έχει καταθέσει ο Σύλλογος, τυχόν προηγουμένη απόφαση του Συλλόγου για εγγραφή του κ. A. θα συμπαρασυρθεί σε ακυρότητα ή θα είναι δυνατό ν’ ανακληθεί νομίμως. Έτσι, τυχόν εκτέλεση της παρούσης υποχρεώσεως του Συλλόγου δεν πρόκειται να επιφέρει μη επανορθώσιμη ζημία στα συμφέροντά του.

Επί της ουσίας, το μόνο πρόσθετο επιχείρημα που προέβαλε το απαντητικό έγγραφο του Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης σχετίζεται με την έννοια της αμοιβαιότητας. Συγκεκριμένα, κατά την άποψη του Συλλόγου, η ισχύς ρηματικών διακοινώσεων περί αμοιβαιότητας στη χορήγηση αδειών άσκησης επαγγέλματος εξομοιώνει τους αλλοδαπούς με τους έλληνες οδοντιάτρους μόνον όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις και όχι όσον αφορά τη διαδικασία. Συνεπώς, πάντοτε κατά την άποψη του Συλλόγου, επειδή στη Συρία φέρεται ν’ απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του οικείου επαγγελματικού Συλλόγου για τη χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος, θα έπρεπε, αντιστοίχως, ν’ απαιτείται και στην Ελλάδα, προκειμένου περί αλλοδαπών συριακής ιθαγενείας, η σύμφωνη γνώμη του Συλλόγου. Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, έχει ήδη απορριφθεί τόσον από την αρμόδια Περιφέρεια («αλλοδαποί δικαιούμενοι σε άσκηση της ιατρικής στην Ελλάδα, αποτελούν υποχρεωτικά μέλη των οικείων Συλλόγων ... Δεν απαιτείται προηγουμένως η σύμφωνη γνώμη του οικείου Οδοντιατρικού Συλλόγου»), όσο και από το Υπουργείο Υγείας («Σχετικά με τη χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος σε Σύριο οδοντίατρο ... δεν απαιτείται προηγουμένως η σύμφωνη γνώμη του οικείου Οδοντιατρικού Συλλόγου»), που έχουν ρητώς αποδεχθεί, ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις, ότι η αμοιβαιότητα υποχρεώνει σε πλήρη εξομοίωση αλλοδαπών με ημεδαπούς, όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αλλά και τη διαδικασία χορήγησης άδειας άσκησης επαγγέλματος. Άλλως, διά της αμοιβαιότητος θα παρεισαγόταν στη σχετική διαδικασία μια ρύθμιση προερχόμενη από αλλοδαπό δίκαιο και παντελώς άγνωστη στο ελληνικό, δηλαδή η ανάγκη σύμφωνης γνώμης Συλλόγων, των οποίων το νομικό καθεστώς εν Ελλάδι δεν είναι άνευ άλλου τινός όμοιο με τα ισχύοντα σε άλλες χώρες. Έτσι, δεν είναι δυνατό να ισχυρισθεί κανείς ότι το επιχείρημα αυτό είναι καινοφανές σε σχέση με τις απορριπτικές αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας και του Υφυπουργού.

Τέλος, ο Σύλλογος επικαλείται το γεγονός ότι, αυτή τη στιγμή, δεν εκκρεμεί αίτηση εγγραφής του κ. A., οπότε, πάντοτε κατά την άποψη του Συλλόγου, η έκκληση του Συνηγόρου του Πολίτη για αποδοχή τέτοιας αίτησης έχει καταστεί άνευ αντικειμένου. Ωστόσο, και αυτό το επιχείρημα δεν ευσταθεί: Εφ’ όσον ο Σύλλογος έχει κατά το παρελθόν απορρίψει παρόμοια αίτηση, μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ ανακαλέσει την απορριπτική του πράξη, ως δυσμενή διοικητική πράξη της οποίας απεδείχθη η παρανομία.

Επί πλέον, στην απάντησή του, ο Σύλλογος αποδέχεται πλήρως την πατρότητα δημοσιεύματος του επισήμου ενημερωτικού δελτίου του (τεύχος 6/99), στο οποίο εκτίθενται οι απόψεις του για το θέμα. «Ο Ο.Σ.Θ. διέγραψε τον Σύριο ... και γνωστοποίησε στην Δ/νση Υγείας ότι δεν επιθυμεί να εκδοθεί νέα άδεια ... Όμως, παρά τη θέληση του Ο.Σ.Θ., η Δ/νση Υγείας προέβη στην έκδοση νέας άδειας ... Η μεν Νομαρχία υποστήριζε ότι μπορεί να εκδίδει άδειες χωρίς τις απόψεις του Ο.Σ.Θ., ο δε Ο.Σ.Θ. επέμεινε ότι έχει άμεσο και καθοριστικό λόγο ... Μετά από επίσκεψη στο Υπουργείο Εξωτερικών διαπιστώθηκε ότι με συνοπτικές διαδικασίες μπορούν να εργασθούν στην Ελλάδα Σύριοι, Ιορδανοί, Βούλγαροι, Γεωργιανοί, Αζερμπαϊτζανοί κ.λ.π.. ... Το όλο θέμα έχει ανασκαφθεί [sic] από την αρχή, δηλαδή το πώς και με ποιούς όρους το Υπουργείο Εξωτερικών υπογράφει συμβάσεις για αμοιβαιότητες με άλλα κράτη και ποιά ... Ομιλούμε για εγκατάσταση αλλοδαπών σε περιοχές όπου ούτε οι Έλληνες δεν μπορούν να επιβιώσουν». Έτσι, ένα Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου προβαίνει σε ευθεία και έμπρακτη αμφισβήτηση της ισχύος των νόμων του κράτους και της σκοπιμότητας των διακρατικών συμβάσεων, και παρασύρεται σε παρεξηγήσιμα απαξιωτικές αποστροφές σε βάρος άλλων λαών, οι οποίες μάλιστα δεν περιορίζονται στα λόγια, αλλά συνοδεύονται και από έμπρακτο, επιλεκτικό προστατευτισμό σε βάρος αλλοδαπών νομίμως εξομοιωθέντων προς έλληνες πολίτες.

Δεδομένης της άκρως αρνητικής στάσης του Συλλόγου, ο Συνήγορος του Πολίτη διερεύνησε τις νομικές και πραγματικές δυνατότητες για ενδεχόμενη ιεραρχική υποκατάσταση του Συλλόγου, κατά την ενάσκηση της συγκεκριμένης δεσμίας αρμοδιότητός του, από τις εποπτεύουσες υπηρεσίες. Τη νομική βάση για ενδεχόμενη υποκατάσταση, θα μπορούσε να παράσχει μόνον η διάταξη του άρθρου 74 ν. 1026/ 80, σύμφωνα με την οποία «Ο Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών [ήδη, αντ’ αυτού, η οικεία Περιφέρεια, μετά την πρόσφατη μεταβίβαση των σχετικών αρμοδιοτήτων] δύναται να ελέγχη τη νομιμότητα των αποφάσεων των Δ.Σ. των Οδοντιατρικών Συλλόγων». Γεννάται, βεβαίως, το ζήτημα, αν ο αναφερόμενος έλεγχος νομιμότητας είναι κατ’ αρχήν νοητός μόνον επί θετικών ενεργειών των Συλλόγων (τις οποίες η Περιφέρεια δύναται ν’ ακυρώνει), ή αν μπορεί να επεκτείνεται ακόμη και επί παραλείψεων των Συλλόγων. Ο Συνήγορος του Πολίτη απηύθυνε σχετικό ερώτημα στη Διεύθυνση Επαγγελμάτων Υγείας του Υπουργείου Υγείας & Πρόνοιας, προς την οποία, ούτως ή άλλως, θα προσέφευγε για παροχή οδηγιών και η αρμόδια Περιφέρεια, αν τυχόν ετίθετο τέτοιο θέμα. Από την απάντηση της εν λόγω Διεύθυνσης («δεν προκύπτει ότι μπορεί να γίνει ιεραρχική υποκατάσταση του Οδοντιατρικού Συλλόγου σε ότι αφορά την εγγραφή Οδοντιάτρου σε αυτόν»), συνάγεται ότι το Υπουργείο Υγείας συμφωνεί μεν με τη διαπίστωση ότι η παράλειψη του Συλλόγου είναι παράνομη, πλην όμως θεωρεί τον έλεγχο νομιμότητας εφικτό μόνον επί των θετικών πράξεων των Συλλόγων, και όχι επί των παραλείψεων. Η άποψη αυτή βρίσκει μεν επαρκές έρεισμα στο γράμμα του νόμου («δύναται να ελέγχη τη νομιμότητα των αποφάσεων των Δ.Σ.»), πλην όμως δημιουργεί, στην πράξη, ένα σοβαρότατο κενό στους διοικητικούς μηχανισμούς επιβολής του δικαίου, καθ’ όσον καθιστά διοικητικώς ανεξέλεγκτο τον Οδοντιατρικό Σύλλογο σε όσες περιπτώσεις εκείνος παρανομεί διά παραλείψεως.

Κατόπιν της τελευταίας αυτής απαντήσεως του Υπουργείου Υγείας, ο Συνήγορος του Πολίτη θεωρεί ότι θα ήταν αλυσιτελής κάθε περαιτέρω προσπάθειά του προς την κατεύθυνση της εγγραφής του κ. A. στον Σύλλογο με τη διαδικασία της υποκατάστασης του Συλλόγου από την εποπτεύουσα Περιφέρεια. Κατόπιν αυτού, και μετά την άκαρπη αλληλογραφία που εκτέθηκε ανωτέρω, ο Συνήγορος του Πολίτη θεωρεί ότι έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώρια διαμεσολαβητικής του παρέμβασης στο ζήτημα αυτό. Ωστόσο, δυνάμει γενικών (άρθρο 37 παρ. 2 & 3 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) αλλά και ειδικών διατάξεων (άρθρο 4 παρ. 9 & 10 ν. 2477/ 97: «Αν κατά την έρευνα διαπιστωθεί παράνομη συμπεριφορά λειτουργού, υπαλλήλου ή μέλους διοίκησης, ο Συνήγορος του Πολίτη ... μπορεί να προκαλέσει την πειθαρχική δίωξη του υπαιτίου ή να προτείνει τη λήψη άλλων μέτρων, αν ο υπαίτιος δεν υπόκειται σε πειθαρχικό έλεγχο. ... Αν προκύψουν αποχρώσες ενδείξεις για τέλεση αξιόποινης πράξης από λειτουργό, υπάλληλο ή μέλος διοίκησης, ο Συνήγορος του Πολίτη διαβιβάζει την έκθεση και στον αρμόδιο εισαγγελέα»), ο Συνήγορος του Πολίτη δικαιούται αλλά και υποχρεούται να θέσει προς διερεύνηση τυχόν ανακύπτοντα ζητήματα πειθαρχικής (κατ’ άρθρο 74 ν. 1026/80: «εις περίπτωσιν καθ’ ην ήθελε διαπιστωθή παράβασις της ισχυούσης νομοθεσίας, ο Υπουργός [ήδη, αντ’ αυτού, η οικεία Περιφέρεια, μετά την πρόσφατη μεταβίβαση των σχετικών αρμοδιοτήτων] ... παραπέμπει τους κατά την κρίσιν του υπαιτίους απ’ ευθείας εις το αρμόδιον Πειθαρχικόν Συμβούλιον») αλλά και ποινικής ευθύνης. Για τους λόγους αυτούς, ο Συνήγορος του Πολίτη απευθύνει το παρόν πόρισμα στα προς τούτο αρμόδια όργανα, δηλαδή το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, εισηγούμενος, αντιστοίχως, την πειθαρχική και ποινική αξιολόγηση της ευθύνης των μελών της διοίκησης του Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.

 

Σημείωση

Ανταποκρινόμενη στο συγκεκριμένο πόρισμα που της κοινοποιήθηκε, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κίνησε προκαταρκτική εξέταση για τη διερεύνηση ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης των μελών της διοίκησης του Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Αμέσως μετά, ο Σύλλογος ενέγραψε ως μέλος του τον ενδιαφερόμενο.

Μ.Τ.