Digesta 2004

ΕΠΑΙΝΟΣ

Εκ μέρους του Καθηγητή Νομικής ΔΠΘ

Κωνσταντίνου Ρέμελη

Για να αποθηκεύσετε το άρθρο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

 

Γεννημένος στο Rédange-sur-Attert στο δυτικό τμήμα του Λουξεμβούργου στις 9 Δεκεμβρίου 1954, Jean - Claude Juncker πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στο νότο της χώρας, στο Belvaux, όπου ο πατέρας του εργαζόταν σε ένα από τα μεγάλα χαλυβουργεία. Η ζωή στην περιοχή της βαριάς μεταλλευτικής βιομηχανίας του Λουξεμβούργου (το προπύργιο των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κινημάτων με πολύ έντονη την παρουσία μεγάλων κοινοτήτων μεταναστών), σημάδεψε από νωρίς τον νεαρό J.-C. Juncker. Eξοικειώθηκε γρήγορα με τις συνθήκες και το περιβάλλον του εργασιακού κόσμου ειδικότερα μέσω της ενεργού συμμετοχής του πατέρα του στο συνδικαλιστικό κίνημα. Μετά τη λήψη του baccalaureate από Λύκειο του Michel Rodange εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου (Γαλλία) το 1975 από όπου και αποκτά μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών το 1979. Τον Φεβρουάριο του 1980 διορίζεται δικηγόρος στο Λουξεμβούργο, αλλά δεν θα ακολουθήσει ποτέ αυτή την επαγγελματική επιλογή του.

Πολιτικά ενεργός ως μέλος του Χριστιανικού Κοινωνικού Κόμματος από το 1974, κερδίζει την αναγνώριση της ηγεσίας του λόγω κυρίως των ρητορικών και αναλυτικών ικανοτήτων του, ενώ τον Οκτώβριο του 1979 επιφορτίζεται με τα καθήκοντα του υπεύθυνου κοινοβουλευτικής γραμματείας του κόμματος. Από αυτήν την στιγμή αρχίζει και η έντονη πολιτική ανέλιξή του. Τον Δεκέμβριο του 1982, διορίζεται Υφυπουργός στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μια θέση ιδανική για τα πολιτικά του ενδιαφέροντα.

Τον Ιούνιο του 1984, εκλέγεται το μέλος του Εθνικού Κοινοβουλίου για πρώτη φορά. Αναλαμβάνει καθήκοντα Υπουργού Εργασίας και Υπουργού Οικονομικών στην κυβέρνηση της οποίας ηγείται ο Jacques Santer.

Με το Λουξεμβούργο να ασκεί την προεδρία της ΕΟΚ το 1985 ο κ. Juncker προεδρεύει του Συμβουλίου των υπουργών για τις κοινωνικές υποθέσεις και οικονομικών. Μετά από τις βουλευτικές εκλογές τον Ιουνίου του 1989, ο Jean - Claude Juncker αναλαμβάνει τα χαρτοφυλάκια του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και του Υπουργού Εργασίας. Καθώς η θέση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας θεωρείται παραδοσιακά ως προστάδιο μετάβασης στη θέση του Πρωθυπουργού, οι πολιτικοί παρατηρητές εκτιμούν ομόφωνα ότι ο Jean - Claude Juncker θα ακολουθήσει τα βήματα του Jacques Santer.

Κατά τη διάρκεια 1989-1994, ο Jean - Claude Juncker καθιερώνεται ως πολιτικός πέρα από το εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το 1991, ως πρόεδρος του Συμβουλίου Ecofin, ο Jean - Claude Juncker ξεχωρίζει ως ένας από τους δημιουργούς της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ειδικότερα του μέρους που αφορούσε στην οικονομική και νομισματική ένωσή της, του οποίου μεγάλα τμήματα συνέταξε ο ίδιος. Τον Φεβρουάριο του 1992, ο Jean - Claude Juncker είναι ένας από τους πολιτικούς που υπογράφουν τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.

Στο εθνικό επίπεδο, ο κ. Juncker αρχίζει το 1992 τις προετοιμασίες για τη μέγιστη φορολογική μεταρρύθμιση που γνώρισε ποτέ το Μεγάλο Δουκάτο. Η φορολογική αυτή μεταρρύθμιση εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο του 1993.

Από τον Ιανουάριο του 1990 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1995, ο κ. Juncker αναλαμβάνει επίσης την ηγεσία του Χριστιανικού Κοινωνικού Κόμματος.

Τον Ιούνιο του 1994 που επανεκλέγεται ως μέλος του Κοινοβουλίου και είναι ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και ο Υπουργός Εργασίας της νέας κυβέρνησης. Με την ανάδειξη του Jacques Santer ως Πρόεδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ο Jean - Claude Juncker γίνεται πρωθυπουργός της χώρας του στις 20 Ιανουαρίου 1995. Παράλληλα διατηρεί τις αρμοδιότητες του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και του Υπουργού Εργασίας και απασχόλησης.

Από τη θέση του ως αρχηγού του κράτους, ο κ. Juncker καινοτομεί με την ανάληψη έντονης δραστηριότητας στο εξωτερικό. Με δικές του πρωτοβουλίες οι διεθνείς πολιτικές και οικονομικές σχέσεις του Μεγάλου Δουκάτου αναπτύσσονται και διευρύνονται όσο ποτέ. Πραγματοποιεί πολυάριθμες επίσημες επισκέψεις και επισκέψεις εργασίας σε όλο τον κόσμο, συνοδευόμενος συχνά από σημαντικές οικονομικές αντιπροσωπείες. Καταβάλλει ιδιαίτερες προσπάθειες με σκοπό την οικονομική ανάπτυξη πολλών πτωχών χωρών. Έτσι, το 2001 το Λουξεμβούργο συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον γενναιόδωρων κρατών ως προς την προσφορά βοήθειας για την ανάπτυξη άλλων χωρών, καταβάλλοντας για τον σκοπό αυτό το 0,8% του εθνικού ακαθάριστου προϊόντος.

Τον Δεκέμβριο του 1996, ο Jean - Claude Juncker αποκαλείται από τον διεθνή τύπο ως «ο ήρωας του Δουβλίνου», λόγω του ρόλου του ως μεσολαβητή μεταξύ του γερμανού ομοσπονδιακού καγκελαρίου Helmut Kohl και του Προέδρου της γαλλικής Δημοκρατίας Jacqes Chirac σχετικά με το σύμφωνο σταθερότητας, που αποτέλεσε τη βάση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

Η λουξεμβουργιανή προεδρία της ΕΕ, κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξάμηνου του 1997, του παρέχει την ευκαιρία να δώσει έμφαση στις φιλοδοξίες του για μια κοινωνικότερη Ευρώπη.

Το έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με την απασχόληση, τον Νοέμβριο του 1997, γέννησε τη «διαδικασία του Λουξεμβούργου», με την οποία υποχρεούνται τα κράτη μέλη να υποβάλλουν ετήσιο σχέδιο δράσης κατά της ανεργίας και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας με ποσοτικά και επαληθεύσιμα στοιχεία. Ένα μήνα αργότερα η ΕΕ ανοίγει τις πύλες τις προς τις χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης.

Τον Ιούνιο του 1999 το χριστιανικό κοινωνικό κόμμα κέρδισε τις εθνικές εκλογές για μία ακόμη φορά και ο κ. Juncker ηγείται ξανά της κυβέρνησης που δημιουργείται με τη συνεργασία του δημοκρατικού κόμματος. Μια κυβέρνηση που θέτει τέλος στη 15ετή περίοδο κυβερνήσεων συνασπισμού μεταξύ του κόμματός του και του σοσιαλιστικού κόμματος. Ο Πρωθυπουργός διατηρεί και τα χαρτοφυλάκια του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Επικοινωνίας. Αφού διετέλεσε διοικητής της παγκόσμιας Τράπεζας από το 1989 έως το 1995, ο κ. Juncker αναλαμβάνει διοικητής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης το 1995.

Τον Ιούλιο του 2001 ο κ. Juncker ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτορας της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου του Muenster της Γερμανίας. Ο ίδιος τίτλος του απονέμεται τον Απρίλιο του 2003 από το Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου. Τον Φεβρουάριο του 2002 τιμήθηκε με τη διάκριση του “Grand Officier de la Legion d’ Honneur” από τον Πρόεδρο της γαλλικής δημοκρατίας Jacques Chirac. Τον Απρίλιο του 2003 του απονεμήθηκε η διάκριση «Grand-Croix de l’ Etoile» που αποτελεί την ύψιστη ρουμανική διάκριση για την ανεπιφύλακτη υποστήριξη του αιτήματος της Ρουμανίας για εισδοχή στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Η περίοδος της λουξεμβουργιανής προεδρίας της ΕΟΚ το 1985 σηματοδοτεί και το ξεκίνημα έκφρασης των υπερευρωπαϊκών θέσεων του κ. Juncker. Εκφράζει ανεπιφύλακτα την πεποίθηση ότι μόνο η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μπορεί να εγγυηθεί τη μόνιμη ειρήνευση στην Ευρώπη ώστε να αποφευχθούν οι τραγωδίες του παρελθόντος. Αυτές τις τραγωδίες, ο κ. Juncker, τις άκουσε από ένα πολύ οικείο του στόμα, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκόσμιου πολέμου ο πατέρας του εντάχθηκε δια της βίας στη γερμανική Wehrmacht, που τον έστειλε στο ρωσικό μέτωπο. Ο λόγος ύπαρξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τον κ. Juncker, μπορεί να συμπυκνωθεί και να αποδοθεί με μια μόνο λέξη: «ειρήνη». Όπως χαρακτηριστικά τονίζει στην πραγματικότητα δύο μόνο γενιές Ευρωπαίων έχουν βιώσει την ειρήνη και την απουσία πολέμου. Ο κ. Juncker θεωρεί πολύ σημαντική την επικοινωνία του με τις νέες γενιές. Κατά τις συζητήσεις του με τους νέους της Ευρώπης δεν παύει ποτέ να διακηρύσσει και να εξηγεί ότι η ειρήνη παραμένει ο κυρίαρχος στόχος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ότι είναι η σημαντικότερη πρόκληση στην αρχή αυτού του αιώνα.

Πιστεύει ακράδαντα ότι οι ιδρυτές της Ευρώπης είχαν μόνο μια ανησυχία και ένα στόχο: να εκδιώξουν τους δαίμονες του πολέμου από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Θεωρεί πολύ αφελές να πιστεύει κανείς ότι εκείνοι οι κακοήθεις δαίμονες, που έφεραν τον τρόμο και τον πόνο στους λαούς μας έχουν χαθεί για πάντα. Είναι ακόμα εκεί, περιμένοντας να ξυπνήσουν από εκείνους που είναι έτοιμοι να τους επικαλεσθούν. Η ιστορική προσέγγιση και ανάλυση του κ. Juncker στο σημείο αυτό δεν επιδέχεται νομίζω καμία αμφισβήτηση. Μας καλεί να μεταφερθούμε 100 χρόνια πριν, στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι Ευρωπαίοι είχαν αισθανθεί ιδιαίτερα ασφαλείς αναμένοντας ένα φωτεινό και ειρηνικό μέλλον. Αλλά, την περίοδο αυτή, εκείνα τα τέρατα, που θα ήταν υπεύθυνα αργότερα για το θάνατο των εκατομμυρίων ανθρώπων και για τον πόνο ακόμη περισσότερων εκατομμυρίων, είχαν ήδη γεννηθεί. Ναι, Χίτλερ και Στάλιν είχαν ήδη γεννηθεί. Έτσι, επισημαίνει, πως μπορεί να είναι κανείς βέβαιος ότι παρόμοια τέρατα δεν υπάρχουν μεταξύ μας σήμερα; Οι αγριότητες της Βοσνίας και Κοσόβου πρέπει να υπενθυμίσουν σε μας τον κίνδυνο που εξακολουθεί να υπάρχει.

Ο κ Juncker κρίνει ως απαραίτητη την επέκταση της ζώνης ειρήνης και σταθερότητας και στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, την οποία και θεωρεί ως τη σημαντικότερη πρόκληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έναρξη του 21ου αιώνα. Αυτό θα καταναλώσει πολλή ενέργειά μας, τονίζει, αλλά δεν υπάρχει απολύτως καμία εναλλακτική λύση. Στο τέλος της ημέρας εκείνης, όλοι θα είμαστε νικητές, επειδή η διεύρυνση είναι τίποτα άλλο από μία πολιτική ειρήνης.

Η διεύρυνση, θεωρεί ότι είναι όχι μόνο μια ιστορική ευκαιρία, αλλά επίσης μια πολιτική και ιστορική ανάγκη. Πρέπει να συμφιλιώσουμε την ευρωπαϊκή ιστορία με την ευρωπαϊκή γεωγραφία υπογραμμίζει. Συνομιλώντας με τους λαούς της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης ο κ. Juncker διδάχθηκε κάτι πολύ σημαντικό: ότι οι λαοί αυτοί ήταν πάντα εκεί και γνώριζαν που ανήκουν. Εμείς ήμασταν αυτοί που τους είχαν ξεχάσει. Εδώ στη δύση, φανήκαμε να ανακαλύπτουμε τους ανατολικούς γείτονές μας μόνο μετά από την περίοδο των ιστορικών αλλαγών του 1989-91. Στην πραγματικότητα η ευρωπαϊκή ιστορική εξέλιξη έχει επιταχυνθεί και η ΕΕ πρέπει να συμβαδίσει με την αλλαγή.

Εκτιμά ότι η αλληλεγγύη είναι μια από τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών. Καλεί τους Ευρωπαίους να παύσουν να λειτουργούν πατερναλιστικά και θεωρεί τη διεύρυνση ως μια άσκηση αμοιβαίας παραχώρησης. Υπάρχουν πολλές αρετές που μπορούμε να διδαχθούμε από αυτές τις νέες δημοκρατίες: η σεμνότητα ίσως είναι η βασικότερη από αυτές. Σημειώνει όμως παράλληλα, ότι η διεύρυνση πρέπει να συνοδεύεται και από εμβάθυνση. Πρέπει να οικοδομήσουμε μια ακμάζουσα, μία ασφαλή Ευρώπη, αλλά πάνω από όλα μία κοινωνική Ευρώπη που στέκεται ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση. Μόνο τότε μπορούμε να διευρύνουμε την αποδοχή από τους ευρωπαίους πολίτες και να δώσουμε απάντηση στους επικριτές μας που λένε ότι έχουμε ήδη πάρα πολλή Ευρώπη. Η εμβάθυνση δεν είναι τίποτε άλλο από πολιτική ειρήνης. Αρκετά χρόνια πριν είχε τονίσει ότι ακόμη και το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ, είναι πολιτική ειρήνης με διαφορετικά μέσα.

Αυτό που πρέπει να είναι το κύριο μέλημα της ΕΕ κατά τον κ. Juncker είναι η εξεύρεση κατάλληλης και αξιόπιστης απάντησης στην πανούκλα της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού που συνεπάγεται τρομερή απώλεια του ανθρώπινου ταλέντου και της ενέργειας. Δεν θα πρέπει να προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι εκείνοι οι άνθρωποι που ζουν στην κοινωνική δυστυχία έχουν απογοητευθεί από την παραδοσιακή πολιτική και μπαίνουν στον πειρασμό να ψηφίσουν ακροδεξιά ή ακροαριστερά πολιτικά σχήματα. Και είναι πραγματικά διεστραμμένο να ανεβαίνει η τιμή των μετοχών μιας εταιρίας όταν αυτή η επιχείρηση αναγγέλλει προσωρινές απολύσεις, ενώ οι μετοχές να πέφτουν όταν η εταιρία αναγγέλλει τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Έτσι, πιστεύει ότι δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη το συμπέρασμα αρκετών ότι η Ευρώπη λειτουργεί μόνο για τους πλούσιους και τους ισχυρούς.

Πρέπει να αναρωτηθούμε τονίζει ο κ. Juncker πως μπορούμε να διαμορφώσουμε και να ενθαρρύνουμε ένα είδος «ευρωπαϊκότητας» σε μια εποχή που ο πολίτης φοβάται ότι παγκοσμιοποίηση και μια διεύρυνση της ευρωπαϊκής οικογένειας θα οδηγήσουν στην απώλεια και της ταυτότητας και τους ευημερίας του. Είναι πεπεισμένος ότι το έθνος δεν είναι προσωρινό φαινόμενο στην ιστορία. Στην Ευρώπη του αύριο, ακριβώς όπως στην Ευρώπη σήμερα, οι εθνικές και περιφερειακές ταυτότητες πρόκειται να συντηρηθούν. Η αφθονία και η ποικιλία των πολιτισμών, των γλωσσών και των παραδόσεων είναι γι’ αυτόν ένα καθολικό πλεονέκτημα και πηγή νέων ερεθισμάτων και ιδεών.

Οι θέσεις του κ. Juncker για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια είναι σαφείς και συγκεκριμένες και ταυτίζονται σε γενικές γραμμές με αυτές της Ελλάδας. Σε ό, τι αφορά τη θέση της χώρας του τονίζει πάρα πολύ απλά και χαρακτηριστικά: «η θέση του Λουξεμβούργου είναι εκεί που υπάρχει περισσότερη Ευρώπη».

Χωρίς να το ομολογεί ρητά ο κ. Juncker είναι βαθειά επηρεασμένος από την αρχαιοελληνική σκέψη. Όπως ο Δημοσθένης πιστεύει στην αγάπη και την αφοσίωση του πολίτη προς τον τόπο του. Όπως ο Ισοκράτης αναζητεί και προτείνει διαρκώς μεταρρυθμίσεις θεωρώντας ως κύρια και απαραίτητη προϋπόθεση την συννενόηση μεταξύ των πολιτών και τη συναίνεσή τους. Προτείνει και εισάγει στη χώρα του πρότυπα άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας. Ο κ. Juncker δεν οραματίζεται μια κοινωνία η οποία έχει σκοπό μόνο την τάξη ως όρο για την επιβίωσή της. Προσεγγίζει τη δημοκρατία όχι μόνο ως διαδικασία αλλά και ως σύμβολο ενότητας και ελευθερίας. Όπως και στην αθηναϊκή δημοκρατία βλέπει τον πολίτη να υπακούει στους νόμους της, όπως και στις προσωπικές του αποφάσεις. Του καταλογίζουν ότι απολαμβάνει το προνόμιο της μικρότερης ευρωπαϊκής χώρας και ότι δεν διστάζει να χρησιμοποιεί τούτο ως μέσον επίτευξης των στόχων του. Σε πολύ πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξή του βρίσκει την ευκαιρία να τονίσει με ιδιαίτερη σαφήνεια: στη δημοκρατία δεν παίζουν ρόλο δημογραφικά και γεωγραφικά μεγέθη, αλλά η δύναμη των επιχειρημάτων. Τα επιχειρήματα μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο ισχυρά κατά περίσταση, αλλά ποτέ δεν μπορεί να προβάλλονται με βάση μόνο δημογραφικά ή γεωγραφικά κριτήρια.

Ο κ. Juncker ως νομικός επιτελεί κυρίως δικαιοπαραγωγικό ρόλο. Τη νομοπαραγωγική όμως διαδικασία δεν τη βλέπει ως μια απλή – τυπική διαδικασία που αδιαφορεί για την επιστήμη του άνθρώπου και παραγνωρίζει τον ίδιο τον άνθρωπο. Πέρα από το κανονιστικό περιεχόμενο της νομικής ρύθμισης δείχνει απόλυτη πίστη και αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στον προτρεπτικό λόγο, που προτάσσει την δύναμη των επιχειρημάτων, την πειθώ και τη συναίνεση πριν από τον νομικό κανόνα. Με τον τρόπο αυτό θεωρεί όπως και ο Πλάτωνας ότι ο νόμος καθίσταται ο ζωντανός λόγος ενός νομοθέτη - φιλόσοφου.

Κύριε Πρωθυπουργέ, η Ευρώπη σας οφείλει πολλά. Η διαρκής προσπάθεια και συνεισφορά σας στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ανεβάζει τον πυρετό της ελπίδας μας ότι η επίτευξη του τελικού στόχου δεν μπορεί να απέχει πολύ. Θεωρείστε τον σημερινό έπαινο και τίτλο ως μια ελάχιστη αναγνώριση του ευρωπαϊκού έργου σας. Ως απλοί ευρωπαίοι πολίτες που επιθυμούμε περισσότερη Ευρώπη, όπως και σεις, σας ευχαριστούμε για όσα έχετε κάνει μέχρι σήμερα και σας ευχόμαστε η ίδια πάντοτε δύναμη να συνοδεύει τις αδιάκοπες προσπάθειές σας.