Digesta 2004

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Α. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Επιμέλεια: Διονύσιος Φιλίππου

Επίκουρος Καθηγητής Νομικής ΔΠΘ

Για να αποθηκεύσετε το άρθρο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

Σ 20.1 και 25.1, ΤελωνΚωδ 89.2 και 97.3

Αρχή της αναλογικότητας και νομοθετική πρόβλεψη επιβολής πολλαπλού τέλους ως κύρωση τελωνειακής παραβάσεως

 

Νομοθετική διάταξη που επιτρέπει επιμέτρηση της κυρώσεως για τελωνειακή παράβαση ανάλογα με τη βαρύτητά της και το βαθμό υποτροπής του παραβάτη, εξικνούμενη σε πολλαπλάσιο (διπλάσιο ως δεκαπλάσιο) των διαφυγόντων δασμών ή φόρων, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας διότι ούτε θεσπίζει ακατάλληλο μέτρο ούτε υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου που αποβλέπει, πέραν της ικανοποιήσεως του Δημοσίου (με την είσπραξη των διαφυγόντων δασμών και φόρων), στην τιμωρία του παραβάτη και στην αποτροπή διάπραξης στο μέλλον παρομοίων παραβάσεων (πλειοψ.).

 

ΟλομΣτΕ 990/2004*

(Σύνθεση: Χ. Γεραρής, Π. Παραράς, Π. Φλώρος, Ι. Μαρή, Γ. Παναγιωτόπουλος, Ν. Ντούβας - εισηγητής, Σ. Καραλής, Δ. Κωστόπουλος, Ε. Γαλανού, Π.Ν. Φλώρος, Φ. Αρναούτογλου, Π. Πικραμένος, Α. Θεοφιλοπούλου, Θ. Παπαευαγγέλου, Δ. Πετρούλιας, Ν. Ρόζος, Α. Γκότσης, Α. Ράντος, Ε. Δανδουλάκη, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Π. Κοτσώνης, Ι. Μαντζουράνης, Α. Σακελλαροπούλου, Σύμβουλοι· Γ. Τσιμέκας, Α. Σταθάκης, Πάρεδροι)

 

  1. Επειδή, με τον ν. 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 48) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1 ότι «Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, ... και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου». Στο άρθρο 2 ότι «1. Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη - μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. 2. Ως εισαγωγή νοείται η είσοδος των προϊόντων αυτών από τρίτες χώρες στο εσωτερικό της χώρας. Εάν όμως τα προϊόντα έχουν τεθεί υπό τελωνειακό καθεστώς κατά την είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας, η εισαγωγή τους λογίζεται ότι γίνεται τη στιγμή που εξέρχονται από αυτό το καθεστώς. Με την επιφύλαξη των εθνικών και κοινοτικών διατάξεων, όσον αφορά τα τελωνειακά καθεστώτα, όταν τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και προέρχονται ή προορίζονται για τρίτη χώρα... βρίσκονται: α) υπό κοινοτικό τελωνειακό καθεστώς διαφορετικό από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία ή β) έχουν τοποθετηθεί σε ελεύθερη ζώνη ή σε ελεύθερη αποθήκη... θεωρείται ότι βρίσκονται υπό καθεστώς αναστολής της επιβολής των ειδικών φόρων κατανάλωσης... Επί των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων του άρθρου 1 εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής και συναφούς νομοθεσίας». Στο άρθρο 3 ότι «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) καθεστώς αναστολής: το φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην παραγωγή, μεταποίηση, κατοχή και κυκλοφορία των προϊόντων που τελούν υπό αναστολή καταβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης, β) φορολογική αποθήκη: κάθε τόπος όπου παράγονται, μεταποιούνται, κατέχονται, παραλαμβάνονται ή αποστέλλονται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή κατά την άσκηση του επιτηδεύματός του προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και τελούν υπό καθεστώς αναστολής, γ) εγκεκριμένος αποθηκευτής: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές να παράγει, να μεταποιεί, να κατέχει, να παραλαμβάνει και να αποστέλλει κατά την άσκηση του επιτηδεύματός του προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης και βρίσκονται σε φορολογική αποθήκη υπό καθεστώς αναστολής». Στο άρθρο 4 ότι: «1. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση... θεωρείται ως θέση σε ανάλωση των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης: α) κάθε έξοδος, ακόμα και αντικανονική, από καθεστώς αναστολής...». Στο άρθρο 11 παρ. 3 ότι: «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος ο εγκεκριμένος αποθηκευτής: α) υποχρεούται: να τηρεί λογιστικά βιβλία των αποθεμάτων ή κινήσεων των προϊόντων ανά αποθήκη... β) επέχει ευθύνη έναντι του Δημοσίου για τους φόρους που αναλογούν στα προϊόντα». Στο άρθρο 61 παρ. 3 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 67 η ευθύνη του εγκεκριμένου αποθηκευτή, ο οποίος πραγματοποίησε την αποστολή και ενδεχομένως του μεταφορέα, λήγει μόνο με την απόδειξη της παραλαβής των προϊόντων από τον παραλήπτη, που γίνεται με την προσκόμιση του θεωρημένου αντιτύπου του συνοδευτικού εγγράφου που προβλέπεται από τα άρθρα 64 και επόμενα». Στο άρθρο 65 ότι: «1. Το καθεστώς αναστολής του εδαφίου α΄ του άρθρου 3 λήγει με τη θέση των προϊόντων που υπάγονται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης σε τελωνειακό καθεστώς της παραγράφου 2 του άρθρου 2 ... 2. Επίσης, το καθεστώς αναστολής λήγει όταν τα προϊόντα εξάγονται. Για την απόδειξη της πραγματοποίησης της εξαγωγής προσκομίζεται πιστοποιητικό που χορηγεί το τελωνείο εξόδου των προϊόντων από το κοινοτικό έδαφος. Το τελωνείο αυτό αποστέλλει στον αποστολέα επικυρωμένο το επιστρεπτέο αντίτυπο του συνοδευτικού εγγράφου που προορίζεται γι’ αυτόν. 3. Σε περίπτωση μη τακτοποίησης του καθεστώτος αναστολής ο αποστολέας υποχρεούται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία αποστολής των προϊόντων να ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του εσωτερικού της χώρας. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί επί δίμηνο, εφόσον υπάρχει δικαιολογητικός λόγος». Και, τέλος, στο άρθρο 67 ότι: «4. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δρχ. για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών. 5. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας».
  2. Επειδή, εξ άλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 89 του Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, ΦΕΚ Α΄ 73), που προστέθηκε με το άρθρο 3 του α.ν. 1514/1950 (ΦΕΚ Α΄ 240) ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 1591/1950 (ΦΕΚ Α΄ 295), «Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται... η καθ’ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσι δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου, και αν έτι ήθελε κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας», στην παρ. 1 του άρθρου 100 του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 2081/1939 (ΦΕΚ Α΄ 495), ορίζεται ότι «Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ’ αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ’ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον», και στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 97 του αυτού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του α.ν. 1514/1950, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 23 του ν. 495/1976 (ΦΕΚ Α΄ 337) ορίζεται ότι: «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών επιβάλλεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επομ. του παρόντος ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενο ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων εν συνόλω, δια πάντας τους συνυπαιτίους». Τέλος στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου 97: «Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμοδίου Τελωνείου, μετά την ενέργειαν διοικητικής ανακρίσεως... συντάσσει και εκδίδει, το δυνατόν ταχύτερον, ητιολογημένην πράξιν, δια της οποίας κατά περίπτωσιν ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου υπαιτίους, τον βαθμόν της ευθύνης εκάστου, τους ανήκοντας ή διαφυγόντας δασμούς και λοιπούς φόρους τους βαρύνοντας το αντικείμενον της λαθρεμπορίας και καταλογίζει το κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου πολλαπλούν τέλος, εφ’ όσον δε συντρέχει περίπτωσις και τους διαφυγόντας δασμούς και λοιπούς φόρους. Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωσιν της πληρωμής των ανηκόντων δασμών και λοιπών φόρων, εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ’ ην κατάσχεται και δημεύεται το αντικείμενον της λαθρεμπορίας».
  3. Επειδή, από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας στοιχειοθετείται, όταν, κατά την εισαγωγή ειδών από την αλλοδαπή ή την εξαγωγή τους από τη Χώρα ή την κατ’ άλλον τρόπο θέση στην κατανάλωση ειδών βαρυνομένων με δασμούς, τέλη και λοιπά δικαιώματα, το Δημόσιο απολέσει, συνεπεία διαφυγής της καταβολής, τους οφειλομένους κατά νόμο δασμούς, τέλη και φόρους ή, στην περίπτωση απόπειρας διαφυγής, όταν η απόπειρα θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, αν τελεσφορούσε. Για την επιβολή της προβλεπομένης από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 89 παρ. 2 και 97 παρ. 3 του Τελωνειακού Κώδικος κυρώσεως, δηλαδή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η τέλεση με δόλο των πράξεων ή παραλείψεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση, δηλαδή απαιτείται η γνώση του τελούντος τελωνειακή παράβαση ή του συμμετέχοντος σε αυτή ότι με τις εν λόγω ενέργειες ή παραλείψεις του και την εν γένει συμπεριφορά του το Δημόσιο θα αποστερηθεί από τους ανήκοντες εις αυτό δασμούς και λοιπές δημοσιονομικές επιβαρύνσεις, χωρίς να είναι αναγκαίο να σκοπείται από το δράστη ή συνεργό της τελωνειακής παραβάσεως βλάβη της περιουσίας του Δημοσίου. Η κατά τα ανωτέρω τέλεση των πράξεων ή παραλείψεων και εν γένει ενεργειών πρέπει να διαπιστώνεται αιτιολογημένα από την τελωνειακή αρχή που επιβάλλει το πολλαπλούν τέλος και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως από τα διοικητικά δικαστήρια. Ωστόσο δεν απαιτείται να διατυπώνεται κατά τρόπο ειδικό η κρίση του διοικητικού δικαστηρίου περί της συνδρομής του στοιχείου του δόλου, εφόσον εκ των περιστατικών και λοιπών στοιχείων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει κατά τρόπο ανεπίδεκτο εύλογης αμφισβητήσεως ότι συντρέχει και το υποκειμενικό τούτο στοιχείο της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας, ότι δηλαδή ο δόλος ενυπάρχει στα βεβαιούμενα από την απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά και τις εν γένει συνθήκες που έλαβαν χώρα κατά την τέλεση της τελωνειακής παραβάσεως. Τέλος, από το συνδυασμό των προμνησθεισών διατάξεων των παρ. 2 του άρθρ. 89, και 3 του άρθρ. 97 του Τελων. Κώδικα προς την παρ. 8 του ίδιου άρθρ. 97 αυτού, (προστεθείσα, με το άρθρ. 4 του ν. 1514/1950) που ορίζει ότι «Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν» καθώς και προς την διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 120 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (π.δ. 331/1985, ΦΕΚ Α΄ 116), που ορίζει ότι «Δεδικασμένον αποτελούν και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή και τις ποινές που επιβλήθηκαν», προκύπτει ότι η διαδικασία διοικητικής βεβαίωσης της τελωνειακής παραβάσεως, που κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει για τη διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, υποχρεούται όμως να εκτιμήσει αυτήν κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του. Τούτο δεν απαιτείται να εξαγγέλλεται ρητά αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας.
  4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό προς την επικυρωθείσα από αυτή πρωτόδικη, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσείων είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, την διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία της εταιρίας «M. A.E.» (βλ. το από 2.4.1993 πρακτικό του ΔΣ της εταιρίας, ΦΕΚ ΑΕ & ΕΠΕ 1365/27.4.1993). Η ως άνω εταιρία κατέθεσε στο ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης, κατά το από 21.6.94 έως 9.9.94 χρονικό διάστημα, 37 συνολικά διασαφήσεις εξαγωγής, βάσει των οποίων επρόκειτο να εξαγάγει στη Βουλγαρία υγρά καύσιμα, τα οποία τελούσαν υπό τελωνειακό καθεστώς αναστολής καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως, λόγω του ότι η παραπάνω εταιρία, ως εγκεκριμένος αποθηκευτής, άλλες μεν ποσότητες τούτων τις είχε αγοράσει από τα ελληνικά διυλιστήρια και άλλες τις είχε εισαγάγει από τρίτες χώρες και τις είχε αποθηκεύσει στους σχετικούς χώρους της. Οι διασαφήσεις αυτές, στις οποίες αναφέρονται ως παραλήπτριες των εμπορευμάτων οι εταιρίες «A.P.» και «C. L.T.D.», με έδρα το Σαντάνσκι και τη Σόφια αντιστοίχως, ήσαν οι εξής: 13401, 13402/21.6.94, 13681, 13682/22.6.94, 14617/5.7.94, 15029, 15030/7.7.94, 15223/11.7.94, 15296, 15297/12.7.94, 15400/13.7.94, 15600, 15601/ 15.7.94, 15815, 15825/19.7.94, 16246/25.7.94, 16371, 16372/26.7.94, 16822/4.8.94, 17377/8.8.94, 17846/12.8.94, 18055, 18056/17.8.94, 18178, 18179/18.8.94, 18306/ 19.8.94, 18988/24.8.94, 19688, 19690/29.8.94, 19781, 19782/30.8.94, 20037, 20038/ 1.9.94, 20167, 20168/2.9.94, 20640/7.9.94 και 20853/9.9.94. Εξάλλου, κατά το ίδιο εν μέρει χρονικό διάστημα (από το Νοέμβριο του 1993 έως και το Σεπτέμβριο του 1994) και άλλες εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών, όπως η «D. A.E.», τα «Ε. Α.Ε.» και κυρίως η «E. A.E.» υπέβαλαν σχετικές διασαφήσεις εξαγωγής, βάσει των οποίων επροτίθεντο να εξάγουν και αυτές υγρά καύσιμα στις ίδιες παραπάνω αλλοδαπές εταιρίες. Σε όλες δε τις περιπτώσεις εξαγωγής καυσίμων από τη «M. A.E.» και την «E. Α.Ε.» η συμφωνία για την αποστολή αυτών φέρεται ότι έγινε με τον, ασχολούμενο επίσης με την εμπορία πετρελαιοειδών, Ε.Ι., ως ενεργούντα για λογαριασμό των παραπάνω βουλγαρικών εταιριών. Έτσι, με βάση τις ανωτέρω διασαφήσεις εξαγωγής (37 για τη M. και 65 για την E.) έγιναν 288 συνολικά για τις εταιρίες αυτές τμηματικές φορτώσεις υγρών καυσίμων σε βυτιοφόρα οχήματα, ιδιοκτησίας της εδρεύουσας στη Σόφια βουλγαρικής εταιρίας «A.», της οποίας κύριος μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο προαναφερθείς Ε.Ι. Ειδικότερα, ως προς την εταιρία «M. A.E.», έγιναν από τις παραπάνω αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της 108 συνολικά τμηματικές φορτώσεις υγρών καυσίμων, που αφορούσαν συνολική ποσότητα 1.282.470 λίτρων βενζίνης και 1.089.126 λίτρων πετρελαίου. Τα παραπάνω όμως οχήματα, αφού εφοδιάσθηκαν με τα απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα (άδεια φορτώσεως, Volet No 2 Carnet TIR, αντίτυπο No 3 της δ/σεως εξαγωγής και Σ.Δ.Ε.) και μολυβδοσφραγίσθηκαν από αρμόδια τελωνειακά όργανα, ουδέποτε πέρασαν τα ελληνικά σύνορα. Και τούτο διότι άλλα από αυτά, όπως είχαν προσυννενοηθεί οι οδηγοί τους με τον Ε.Ι., σταμάτησαν κατά τη διαδρομή στο 19ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης - Σερρών, όπου ο Ε.Ι. διατηρούσε πρατήριο υγρών καυσίμων που του εκμίσθωνε η «E. A.E.», και είτε μετάγγισαν το περιεχόμενό τους στις παράνομες δεξαμενές του πρατηρίου τούτου είτε σε άλλα βυτιοφόρα οχήματα της παραπάνω εταιρίας, ενώ άλλα τα άφηναν οι οδηγοί τους σε συγκεκριμένους χώρους έξω από τα διυλιστήρια όπου τα παρελάμβαναν οδηγοί της «E. A.E.» και τα εκφόρτωναν στις αποθήκες της. Σε όλες δε τις παραπάνω περιπτώσεις τα προοριζόμενα για τη Βουλγαρία υγρά καύσιμα, για τα οποία είχε ανασταλεί, κατά τα ανωτέρω, η καταβολή του ειδικού φόρου καταναλώσεως, διετέθησαν μέσω του δικτύου διακινήσεως υγρών καυσίμων της «E. A.E.», στην εσωτερική αγορά χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί και λοιποί φόροι. Μολονότι όμως κανένα από τα βυτιοφόρα αυτά οχήματα δεν πέρασε τα ελληνικά σύνορα, στο ΣΤ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης είχαν επιστραφεί τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα, στα οποία είχε πιστοποιηθεί η έξοδος των υγρών καυσίμων, για να επισυναφθούν στις διασαφήσεις εξαγωγής. Αυτό δε επιτεύχθηκε διότι με τη συνεργασία των τελωνειακών υπαλλήλων Χ.Α. και Ε.Τ., οι οποίοι υπηρετούσαν στο συνοριακό τελωνείο του Προμαχώνα, σε ελάχιστες μεν περιπτώσεις είχαν τεθεί επί των εγγράφων γνήσιες σφραγίδες και υπογραφές, ενώ στις περισσότερες είχαν τεθεί πλαστές σφραγίδες της υπηρεσίας και υπογραφές των αρμοδίων για την πιστοποίηση της εξαγωγής υπαλλήλων. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ως προς τη μη έξοδο των εμπορευμάτων και την πλαστογράφηση των σχετικών εγγράφων με τα οποία πιστοποιείται η έξοδός τους, προέκυψαν από τις ενώπιον των αρμόδιων τελωνειακών οργάνων, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, καταθέσεις των εμπλεκομένων προσώπων και ειδικότερα των οδηγών των βυτιοφόρων οχημάτων, του Ε.Ι. και των τελωνειακών υπαλλήλων που διενέργησαν τις πλαστογραφίες, ενώ, άλλωστε, από σχετική έρευνα στα συνοριακά τελωνεία της Ελλάδας με τη Βουλγαρία (Προμαχώνα, Ευζώνων και Δοϊράνης) προέκυψε ότι δεν υπήρχε καταχώρηση στα βιβλία εξόδου (του τελωνείου Προμαχώνα) των βυτιοφόρων οχημάτων στα οποία είχαν φορτωθεί τα καύσιμα, ούτε αντίστοιχη εγγραφή εισόδου (και στα τρία τελωνεία) ως προς την επιστροφή τούτων στην Ελλάδα. Ακόμη σε έγγραφο που απέστειλε η Ελληνική Πρεσβεία της Σόφιας, σε απάντηση σχετικού ερωτήματος της τελωνειακής αρχής, αναφέρεται ότι εταιρίες με την επωνυμία «A.P.» και «C. L.T.D.» δεν εφέροντο εγγεγραμμένες στα βιβλία του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου του Σαντάνσκι και της Σόφιας αντιστοίχως. Ενόψει των ανωτέρω η τελωνειακή αρχή θεώρησε ότι οι προοριζόμενες για τις ως άνω βουλγαρικές εταιρίες εξαγωγές καυσίμων ήταν εικονικές, εφόσον ουδέποτε τα καύσιμα αυτά εξήχθησαν των ελληνικών συνόρων, και τα εμπλεκόμενα στην υπόθεση πρόσωπα υπέπεσαν σε τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας κατά το άρθρο 67 παρ. 5 του ν. 2127/1993 και τα άρθρα 89 παρ. 2 και 100 παρ. 1 περ. β΄ του Τελωνειακού Κώδικα. Προς τούτο εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 272/26.3.1997 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (ΕΥΤΕ) Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία κρίθηκαν υπαίτιοι της λαθρεμπορίας οι νόμιμοι εκπρόσωποι όλων των παραπάνω εξαγωγικών εταιριών, ο Ε.Ι., οι οδηγοί των βυτιοφόρων οχημάτων καθώς και οι τελωνειακοί υπάλληλοι, εις βάρος των οποίων και επιβλήθηκαν οι μη καταβληθέντες δασμοί (ειδικός φόρος καταναλώσεως) και λοιποί φόροι καθώς και πολλαπλά τέλη, ανάλογα με τη συμμετοχή καθενός. Ειδικότερα ως προς την εταιρία «M. A.E.» κρίθηκε ότι υπαίτιοι της λαθρεμπορίας, για κάθε μία από τις 108 συνολικά περιπτώσεις τμηματικών φορτώσεων, είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής Κ.Μ., ο νόμιμος εκπρόσωπος της «E. A.E.» Γ.Ε., ο Ε.Ι., ο τελωνειακός υπάλληλος που συνήργησε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση στην πλαστογράφηση των εγγράφων και ο εκάστοτε οδηγός του βυτιοφόρου οχήματος, εις βάρος των οποίων και επιβλήθηκαν, ξεχωριστά για κάθε περίπτωση, πολλαπλά τέλη ανερχόμενα στο οκταπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και λοιπών φόρων, τα οποία ακολούθως επιμερίστηκαν εις βάρος τούτων ανάλογα με τη συμμετοχή καθενός στη λαθρεμπορία. Έτσι εις βάρος του Κ.Μ. επιβλήθηκαν πολλαπλά τέλη, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 723.888.768 δραχμών, για την καταβολή δε του ποσού τούτου καθώς και των επιβληθέντων εις βάρος των λοιπών συμμετόχων πολλαπλών τελών (δρχ. 1.685.399.040) κηρύχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπόχρεοι όλοι οι συμμετέχοντες. Ακόμη καταλογίσθηκαν εις βάρος των παραπάνω προσώπων, πλην των οδηγών, οι διαφυγόντες δασμοί και λοιποί φόροι, συνολικού ύψους 301.160.976 δραχμών, για την καταβολή των οποίων κηρύχθηκαν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνα τα πρόσωπα τούτα. Τέλος, με την ίδια πράξη, κηρύχθηκαν αστικώς συνυπεύθυνες για την καταβολή του συνόλου των πολλαπλών τελών και των διαφυγόντων δασμών και φόρων οι εταιρίες «M. A.E.» και «E. A.E.». Την παραπάνω κρίση της η τελωνειακή αρχή, ως προς την ευθύνη της «M. A.E.» και του ήδη αναιρεσείοντος ως εκπροσώπου αυτής, την εστήριξε στο γεγονός ότι η εν λόγω εταιρία είναι, βάσει των κατατεθεισών διασαφήσεων, ο εξαγωγέας των υγρών καυσίμων εφόσον σ’ αυτήν είχε δοθεί, κατόπιν αιτήσεως της, σχετική έγκριση για εξαγωγές στη συγκεκριμένη χώρα (Βουλγαρία) και, συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 162 του Κανονισμού (ΕΟΚ)2913/1992 του Συμβουλίου της 12ης Οκτωβρίου 1992 «περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα», στο οποίο ορίζεται ότι «η άδεια παραλαβής προς εξαγωγή παρέχεται υπό τον όρο ότι τα εν λόγω εμπορεύματα εγκαταλείπουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στην ίδια κατάσταση με εκείνη στην οποία βρίσκονταν κατά την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής», ευθύνεται μέχρι να ολοκληρωθεί η έξοδος των εμπορευμάτων από τα σύνορα της χώρας. Ως προς δε την δολία προαίρεση, αυτήν η τελωνειακή αρχή την εστήριξε: α) στην προηγούμενη λαθρεμπορική δραστηριότητα του Ε.Ι., ο οποίος και κατά το παρελθόν και ειδικότερα κατά τον Απρίλιο του 1993 συμμετείχε σε απόπειρα λαθραίας εξαγωγής υγρών καυσίμων με εξαγωγέα και πάλι την «M. Α.Ε.», δραστηριότητα που ήταν ευρέως γνωστή λόγω της δημοσιότητας που έλαβε η παραπάνω υπόθεση μέσω του τύπου και της ποινικής διώξεως που ασκήθηκε κατά του προσώπου τούτου και επομένως ήταν γνωστή και στην εταιρία αυτή, β) στο ότι οι φερόμενες ως παραλήπτριες εταιρίες των υγρών καυσίμων ήταν ανύπαρκτες λόγω του ότι δεν εφέροντο εγγεγραμμένες στα οικεία βιβλία των εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων των πόλεων όπου εμφανίζεται η έδρα τους, το γεγονός δε αυτό το εγνώριζε η «M. A.E.» εφόσον δεν είχαν υποβληθεί δηλωτικά εισαγωγής συναλλάγματος και για την καταβολή του τιμήματος εκδίδοντο από την ίδια πρόχειρες αθεώρητες αποδείξεις, ενώ, εξάλλου, μολονότι επρόκειτο για πολύ μεγάλες ποσότητες υγρών καυσίμων (1.282.470 λίτρα βενζίνης και 1.089.126 λίτρα πετρελαίου) κανένα στοιχείο (δελτία παραγγελίας κ.λπ.) δεν επιδείχθηκε από το οποίο να προκύπτει ότι είχε επέλθει σχετική συμφωνία και γ) στο ότι όταν ζητήθηκαν από την τελωνειακή αρχή λογιστικά στοιχεία για τις παραπάνω 108 τμηματικές εξαγωγές η «M. A.E.» προσκόμισε 26 φωτοαντίγραφα των προαναφερθεισών πρόχειρων αποδείξεων βάσει των οποίων φέρεται να εισέπραξε από τις ανωτέρω βουλγαρικές εταιρίες, μέσω του Ε.Ι., διάφορα χρηματικά ποσά «έναντι λογαριασμού φορτώσεων», χωρίς απ’ αυτές να προκύπτουν τα τιμολόγια πωλήσεως προς πίστωση των οποίων εκδόθηκαν και οι ποσότητες των υγρών καυσίμων που αφορούσαν. Τις αιτιάσεις της καταλογιστικής πράξεως υιοθέτησε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε, ως προς τα επίδικα κεφάλαια, με την προαναφερθείσα απόφασή του την ασκηθείσα κατ’ αυτής προσφυγή.
  5. Επειδή, με την προσφυγή του, ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου ο ήδη αναιρεσείων είχε προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η «M. A.E.» ήταν μόνον ο εξαγωγέας των εμπορευμάτων και όχι πωλήτρια εταιρία, όπως εκλαμβάνει η τελωνειακή αρχή, καθόσον πωλήτρια τούτων ήταν η εδρεύουσα στη Λευκωσία εταιρία με την επωνυμία «M. Limited», η οποία είχε εισαγάγει και αποθηκεύσει, βάσει ειδικής μεταξύ τους συμφωνίας που προέβλεπε την καταβολή προμήθειας, υγρά καύσιμα στις αποθήκες της, από τις οποίες και εξήχθησαν από την ίδια λόγω του ότι δικαίωμα εξαγωγής κατά νόμον έχουν μόνον ελληνικές εταιρίες, τα οικεία δε τιμολόγια πωλήσεως τα εξέδωσε η παραπάνω κυπριακή εταιρία, η οποία και είχε τις σχετικές επαφές με τις βουλγαρικές εταιρίες, υπέρ αυτής δε της κυπριακής εταιρίας είχε γίνει και η εισαγωγή του συναλλάγματος. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε πρωτοδίκως τα εξής στοιχεία: α) το υπ’ αριθμ. 162/10.2.94 «δελτίο εισαγωγής εις δεξαμενάς προϊόντων τρίτων επί παρακαταθήκη», από το οποίο προέκυπτε ότι εισήχθησαν στους αποθηκευτικούς χώρους της «M. A.E.» 5.387.700 χιλιόγραμμα (6.396.811 λίτρα) diesel κίνησης με αποστολέα την «M. L.T.D.» καθώς και τα υπ’ αριθμ. 148/10.2.94 και 758/19.9.94 πρωτόκολλα σφραγίσεως και καταμετρήσεως δεξαμενών, από το πρώτο των οποίων προέκυπτε ότι προ της ανωτέρω αποστολής, η παραπάνω κυπριακή εταιρία είχε αποθηκευμένα στις δεξαμενές της «M. A.E.» 6.150.375 χιλιόγραμμα (7.370.132 λίτρα) diesel και μετά την εκφόρτωση της ποσότητας αυτής, η συνολική ποσότητα των υγρών καυσίμων (diesel) που καταμετρήθηκε ανήλθε σε 11.538.075 χιλιόγραμμα (13.766.943 λίτρα), ενώ από το δεύτερο ότι η καταμετρηθείσα κατά την 19,9.94 ποσότητα σε diesel ήταν 12.723.540 χιλιόγραμμα (15.285.368 λίτρα), β) τα υπ’ αριθμ. 50 και 51/19.10. 94 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών εξωτερικού, από τα οποία προέκυπτε ότι η «M. Α.Ε.» έλαβε ως αμοιβή από την «M. LTD» για την αποθήκευση diesel το συνολικό ποσό των 18.796.011 δραχμών, γ) τα υπ’ αριθμ. 3879/1.2.94, 3902/2.2.94, 3911/3.2.94, 3932/ 4.2.94 και 4114/15.2.94 δελτία εξαγωγής προϊόντων τρίτων με εκδότρια την πρώτη και παραλήπτρια τη δεύτερη από τις παραπάνω εταιρίες, βάσει των οποίων εξήχθησαν διάφορες ποσότητες υγρών καυσίμων (βενζίνης και diesel) καθώς και τα υπ’ αριθμ. 278/ 2.6.94, 299/3.6.94, 316/6.6.94, 329/7.6.94, 348/8.6.94, 368/10.6.94, 386/ 13.6.94, 400/14.6.94, 411/15.6.94, 424/16.6.944, 443/17.6.94, 463/21.6.94, 484/22.6. 94, 496/23.6.94 και 513/24.6.94 δελτία αποστολής υγρών καυσίμων προϊόντων τρίτων με εκδότρια και παραλήπτρια αντιστοίχως τις παραπάνω εταιρίες, βάσει των οποίων απεστάλησαν διάφορες ποσότητες υγρών καυσίμων, δ) τα υπ’ αριθμ. 16, 17, 29, 80, 81, 86, 87, 88, 89, 94 και 95 φύλλα του βιβλίου ποσοτικής παραλαβής και παραδόσεως εμπορευμάτων τρίτων επί παρακαταθήκη που τήρησε η «M. A.E.» κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1994, από τα οποία προέκυπτε ότι στις εγκαταστάσεις αυτής (εξυπηρετούσα μονάδα) ήσαν αποθηκευμένα στις 31.12.93 18.170.735 λίτρα diesel της «M. L.T.D.» (εξυπηρετούμενη εταιρία) και ότι από την ποσότητα αυτή έχουν γίνει διάφορες εξαγωγές κατά τους παραπάνω μήνες, βάσει διαφόρων δελτίων που αναφέρονται αριθμητικώς, καθώς και αντίστοιχες εισαγωγές υγρών καυσίμων (πάντοτε diesel), ε) 26 πρόχειρες αποδείξεις που εκδόθηκαν από 21.6.94 έως 23.9. 94 βάσει των οποίων η «M. A.E.» φέρεται να εισέπραξε για λογαριασμό της κυπριακής εταιρίας, μέσω του υπαλλήλου της Κ.Ν., από τον Ε.Ι. ως μεσολαβητού των βουλγαρικών εταιριών, διάφορα ποσά «έναντι λογαριασμού φορτώσεων καυσίμων» σε ένδεκα (11) δε από τις αποδείξεις αυτές επισυνάπτοντο «δηλώσεις εισαγομένων μετρητών και αξιών» από τις οποίες προκύπτει ότι έγινε, κατά την ημερομηνία που αναφέρεται σε κάθε δήλωση, εισαγωγή συναλλάγματος για λογαριασμό της παραπάνω κυπριακής εταιρίας από το γραφείο συν/τος του Α.Τ. Κρυσταλλοπηγής Φλωρίνης και στ) επίσημη μετάφραση από το Υπουργείο Εξωτερικών του υπ’ αριθμ. 1/24.7.97 πιστοποιητικού του Αστικού Δικαστηρίου της Σόφιας, με το οποίο το δικαστήριο τούτο πιστοποιεί ότι στα μητρώα, των εμπορικών εταιριών υφίσταται από το έτος 1993 εγγραφή εταιρίας με την επωνυμία «Κ. Ε.Π.Ε.» με έδρα τη Σόφια και αντικείμενο εργασιών διάφορες δραστηριότητες (εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο, μεσιτική κ.λπ.) καθώς και μεταφρασμένα αντίγραφα της υπ’ αριθμ. 2458/11.6.93 αποφάσεως του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Μπλαγκόεβγκραντ και σχετικού πιστοποιητικού του ίδιου δικαστηρίου, από τα οποία προέκυπτε ότι με την παραπάνω απόφαση έγινε καταχώρηση τροποποιήσεων στο πρωτόκολλο ατομικών και συλλογικών εταιριών δημοτών για επιχείρηση που λειτουργεί στο Σαντάνσκι της Βουλγαρίας από το 1990, βάσει των οποίων (τροποποιήσεων) άλλαξε η επωνυμία της επιχειρήσεως σε «Α.Π.Π.Κ.» και έγινε προσθήκη στο αντικείμενο εργασιών της, το οποίο καταλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και στο εξωτερικό. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι δεν εγνώριζε την προηγούμενη λαθρεμπορική δραστηριότητα του Ε.Ι., αφού κανένα σχετικό στοιχείο δεν είχε σταλεί στην εταιρία από την τελωνειακή ή την εισαγγελική αρχή και, τέλος, ότι το τέχνασμα των εικονικών εξαγωγών χρησιμοποιήθηκε από τον Ε.Ι. και τους τελωνειακούς υπαλλήλους με τους οποίους ο αναιρεσείων, διαμένων στην Αθήνα, ουδεμία σχέση και επαφή είχε. Επί της προσφυγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2605/1999 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία έγινε δεκτό ότι επί τη βάσει των στοιχείων του φακέλλου στοιχειοθετείται στην προκειμένη περίπτωση η αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας και αποδεικνύεται ο δόλος του αναιρεσείοντος που συνίσταται στην υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και εκπροσώπου της εταιρίας «M. A.E.» εν γνώσει συμμετοχή του στη χρησιμοποίηση του τεχνάσματος της εικονικής εξαγωγής και στην κατ’ αποτέλεσμα παράνομη διάθεση των επιδίκων καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας και διαφυγή του αναλογούντος ειδικού φόρου καταναλώσεως. Ειδικότερα, το διοικητικό δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η εταιρία «M. A.E.» δεν ήταν η πωλήτρια των επιδίκων ποσοτήτων υγρών καυσίμων. Στην απόρριψη αυτή κατέληξε λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι τα τιμολόγια πωλήσεως των επιδίκων ποσοτήτων, που ευρέθησαν συνημμένα στις διασαφήσεις εξαγωγής τους στο αρχείο του Τελωνείου, είχαν εκδοθεί από την εταιρία «M. A.E.» καθώς και ότι από τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν σχετικώς με τις συναλλαγές των δύο εταιριών δεν προκύπτει ότι τα καύσιμα της κυπριακής εταιρίας, που βρίσκονταν επί παρακαταθήκη στις αποθήκες της «M. A.E.» και στη συνέχεια εξήχθησαν, συμπίπτουν με τα επίδικα καύσιμα, ούτε ότι η εισαγωγή και καταβολή συναλλάγματος υπέρ της κυπριακής εταιρίας έγινε έναντι της αξίας των επιδίκων καυσίμων και προς εξόφληση των σχετικών τιμολογίων πώλησης, ενώ ο ίδιος ο αναιρεσείων που είχε το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού του δεν επικαλέσθηκε και δεν απέδειξε την έκδοση των φορολογικών στοιχείων που προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις του ΚΒΣ στις περιπτώσεις πωλήσεως αγαθών για λογαριασμό τρίτων. Περαιτέρω, το Διοικητικό Πρωτοδικείο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε το γεγονός ότι η εταιρία «M. A.E.», αν και πωλήτρια των επιδίκων ποσοτήτων, κατά τα ανωτέρω υπ’ αυτού γενόμενα δεκτά, δεν διέθετε έγγραφα στοιχεία (όπως π.χ. σχετικές εγγραφές σε τηρούμενο ημερολόγιο ταμείου και διαφόρων πράξεων, σε συγκεντρωτικό ημερολόγιο, σε γενικό ημερολόγιο κ.λπ.), από τα οποία να προκύπτει η λογιστική και συναλλαγματική τακτοποίηση των πωλήσεων των επιδίκων καυσίμων και, τελικώς δέχθηκε, εν όψει μάλιστα της καταθέσεως του διοικητικού προϊσταμένου των εγκαταστάσεων της εταιρίας στη Θεσσαλονίκη, ότι επί συναλλαγών με τις βαλκανικές χώρες το τίμημα των προς εξαγωγή εμπορευμάτων ήταν προκαταβλητέο και ότι η διοίκηση της εταιρίας «M. A.E.» τελούσε σε γνώση της εικονικότητας των πωλήσεων των επιδίκων καυσίμων προς τις βουλγαρικές εταιρίες. Τέλος, με την πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτό ότι η ανωτέρω κρίση της περί γνώσεως από την διοίκηση της M. A.E. της εικονικότητας των πωλήσεων προς τις βουλγαρικές εταιρίες ενισχύεται από την μη λήψη εκ μέρους της αυτής διοικήσεως μέτρων προς διασφάλιση της πραγματοποιήσεως των επιδίκων εξαγωγών εν όψει γνώσεως της προηγουμένης λαθρεμπορικής δραστηριότητας του Ε.Ι., περί της οποίας γνώσεως ουδεμία αμφιβολία παρέμεινε στο διοικητ. πρωτοδικείο, εφ’ όσον ο Ε.Ι. σε προηγούμενο χρόνο συνελήφθη να διαπράττει με την ίδια μέθοδο της εικονικής εξαγωγής απόπειρα λαθρεμπορίας καυσίμων της ίδιας εταιρίας.
  6. Επειδή, με την ασκηθείσα έφεση, ο αναιρεσείων, αμφισβητών την ύπαρξη δόλου στο πρόσωπό του, προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση του προσαχθέντος ενώπιόν του παραπάνω αποδεικτικού υλικού και εφαρμογή του νόμου, δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του ότι πωλήτρια των υγρών καυσίμων ήταν η ρηθείσα κυπριακή εταιρία και όχι η «M. A.E.», η οποία ενήργησε μόνον ως εξαγωγέας, λόγω του ότι δικαίωμα εξαγωγής υγρών καυσίμων έχουν από το νόμο μόνον ελληνικές εταιρίες, έτσι δε αυτή ενήργησε ως φορολογικός εκπρόσωπος της κυπριακής εταιρίας κατά την έννοια του άρθρου 788 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/1993 της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 1993 (Ε.Εφημ. ΕΚ L 253/ 11.10.93), σύμφωνα με την οποία «1. Κατά την έννοια του άρθρ. 161 παρ. 5 του (Κοινοτικού Τελωνειακού) Κώδικα ως εξαγωγέας νοείται το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου κατατίθεται η διασάφηση εξαγωγής και το οποίο, κατά τη στιγμή αποδοχής της εν λόγω διασάφησης, είναι κύριος ή έχει παρεμφερές δικαίωμα διάθεσης των σχετικών εμπορευμάτων. 2. Όταν η κυριότητα ή το παρεμφερές δικαίωμα διάθεσης των εμπορευμάτων ανήκει σε πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο εκτός της Κοινότητας κατ’ εφαρμογή της σύμβασης στην οποία βασίζεται η εξαγωγή, το συμβαλλόμενο μέρος που είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα θεωρείται ως εξαγωγέας», και ότι η μόνη συμμετοχή της εταιρίας στη διαδικασία πωλήσεως των εμπορευμάτων ήταν η είσπραξη, μέσω των οργάνων της, για λογαριασμό της εκπροσωπούμενης εταιρίας, του τιμήματος πωλήσεως και η έκδοση των σχετικών αποδείξεων, γι’ αυτό και δεν είχε υποχρέωση να ελέγξει είτε για το ποιόν του Ε.Ι. είτε για την ύπαρξη ή μη των αγοραστριών εταιριών, εφόσον όλες οι σχετικές επαφές έγιναν από την εξυπηρετούμενη από αυτήν κυπριακή εταιρία. Περαιτέρω προέβαλε ότι η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι η μη επίδειξη των προβλεπόμενων από τον Κ.Β.Σ., για την περίπτωση της διακινήσεως αγαθών για λογαριασμό τρίτων σχετικών στοιχείων, αποδεικνύει ότι πωλήτρια των αγαθών είναι η «M. A.E.», είναι εσφαλμένη, διότι η μη έκδοση των στοιχείων τούτων αποτελεί ενδεχομένως παράβαση του K.B.I., ουδόλως όμως άγει στο παραπάνω συμπέρασμα. Εξάλλου, υπεστήριξε, δεν ήταν δυνατή η καταχώρηση σχετικών εγγραφών σε ημερολόγιο ταμείου και διαφόρων πράξεων, συγκεντρωτικό ημερολόγιο και γενικό ημερολόγιο, λόγω του ότι η «M. A.E.» ήταν εξαγωγέας και όχι πωλήτρια και συνεπώς δεν υπεχρεούτο να προβεί σε τέτοιες καταχωρήσεις, οπότε ουδεμία ευθύνη έχει η «M. A.E.» ως εξαγωγέας των καυσίμων, διότι η ευθύνη της εξικνείτο μέχρι το σημείο φορτώσεως και ενάρξεως αποστολής των εμπορευμάτων, χρονικό σημείο κατά το οποίο τα έμφορτα βυτιοφόρα οχήματα είχαν μολυβδοσφραγισθεί με την επιτήρηση των τελωνειακών οργάνων και εκδόθηκαν όλα τα απαιτούμενα από το νόμο συνοδευτικά έγγραφα, ουδεμία δε περαιτέρω ανάμειξη είχε. Τον ως άνω προβληθέντα λόγω εφέσεως απέρριψε ως αβάσιμο το Διοικητικό Εφετείο με τις εξής σκέψεις: Από τα προσκομισθέντα πρωτοδίκως παραπάνω στοιχεία δεν προκύπτει ότι πωλήτρια των επίδικων ποσοτήτων πετρελαιοειδών ήταν η κυπριακή εταιρία «M. L.T.D.» και όχι η «M. A.E.» που κατέθεσε τις διασαφήσεις εξαγωγής και ενήργησε, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος (και ήδη αναιρεσείοντος), ως φορολογικός εκπρόσωπος. Και τούτο διότι κατ’ αρχήν η ιδιότητα του έμμεσου αντιπροσώπου που ενεργεί στο όνομά του αλλά για λογαριασμό τρίτου πρέπει να δηλώνεται και να αποδεικνύεται με σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, στην προκειμένη δε περίπτωση η εταιρία που εκπροσωπεί ο αναιρεσείων δεν δήλωσε ότι ενεργεί για λογαριασμό της παραπάνω κυπριακής εταιρίας, εφόσον σε κανένα από τα σχετικά έγγραφα (διασαφήσεις εξαγωγής κ.λπ.) δεν έχει καταχωρηθεί τέτοια δήλωση (συνοδευτικά διοικητικά έγγραφα, στα οποία, μολονότι υπάρχει εγγραφή με την ένδειξη φορολογικός αντιπρόσωπος, δεν έχει συμπληρωθεί), ούτε βέβαια προσκομίσθηκε σχετικό πληρεξούσιο. Άλλωστε, στα προσαχθέντα πρωτοδίκως έγγραφα οι ημερομηνίες όχι μόνον δεν ταυτίζονται αλλά είναι και εντελώς διάφορες από τις αναφερόμενες στις διασαφήσεις εξαγωγής, ενώ και οι ποσότητες των υγρών καυσίμων δεν ταυτίζονται ούτε ως προς το είδος (βενζίνη, πετρέλαιο), ούτε ως προς το βάρος. Ειδικότερα, από το υπ’ αριθμ. 162/10.2.94 δελτίο εισαγωγής προϊόντων τρίτων επί παρακαταθήκη και τα επισυναπτόμενα σ’ αυτό σχετικά πρωτόκολλα σφραγίσεως και καταμετρήσεως δεξαμενών προκύπτει απλώς ότι η παραπάνω κυπριακή εταιρία εισήγαγε και αποθήκευσε στις εγκαταστάσεις της «M. A.E.» υγρά καύσιμα, αυτά όμως αφορούσαν μόνον πετρέλαιο, ενώ οι επίδικες περιπτώσεις αφορούν στη διακίνηση 1.282.470 λίτρων βενζίνης και 1.089.126 λίτρων πετρελαίου. Περαιτέρω τα υπ’ αριθμ. 50 και 51/19.10. 94 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών αναφέρονται στην καταβολή αμοιβής στην «M. A.E.» για την εξυπηρέτηση που παρείχε στην κυπριακή εταιρία, πάλι όμως για την αποθήκευση πετρελαίου. Ακόμη τα προσκομισθέντα δελτία εξαγωγής προϊόντων τρίτων εκδόθηκαν κατά τη χρονική περίοδο 1.2.94 έως 15.2.94, ενώ οι διασαφήσεις εξαγωγής αφορούν χρονική περίοδο από 21.6.94 έως 9.9.94, ομοίως δε και το σύνολο σχεδόν των προσκομισθέντων δελτίων αποστολής υγρών καυσίμων προϊόντων τρίτων, πλην των υπ’ αριθμ. 463/21.6. 94, 484/22 6.94, 496/23.6.94 και 513/ 24.6.94, αναφέρονται σε διακίνηση υγρών καυσίμων εκτός της επίδικης περιόδου, εφόσον αφορούν το προγενέστερο από 2.6. 94 έως 17.6.94 χρονικό διάστημα. Ως προς δε τα τελευταία δελτία, όλα κατ’ αρχήν αναφέρονται σε αποστολή diesel (222.403, 192022, 254734 και 78357 χιλιόγραμμα αντιστοίχως), ενώ κατά το χρονικό διάστημα που εκδόθηκαν αυτά (21.6 έως 24.6. 94) είχαν κατατεθεί από τη «M. A.E.» μόνον οι υπ’ αριθμ. 13401/21.6. 94, 13402/21.6.94, 13681/22.6.94 και 13682/ 22.6.94 διασαφήσεις εξαγωγής, η δε αμέσως επόμενη (14617) κατατέθηκε στις 5.7.94. Από τις εν λόγω διασαφήσεις όμως η δεύτερη και η τρίτη αφορούν σε τμηματικές φορτώσεις βενζίνης (από τρεις για κάθε διασάφηση) και όχι σε diesel που αφορούν τα παραπάνω δελτία, ενώ η πρώτη και η τέταρτη που αφορούν σε τμηματικές φορτώσεις (4 και 3 αντιστοίχως) πετρελαίου αναφέρονται σε διακίνηση 119.668 (33480 + 33230 + 30600 + 22358) και 71778 (31380 + 27160 + 13238) λίτρων, ενώ με τα έχοντα την αυτήν ημερομηνία δελτία διακινήθηκαν ποσότητες 222.403 και 192022 χιλιογράμμων αντιστοίχως. Εξάλλου, τα φύλλα του βιβλίου ποσοτικής παραλαβής και παραδόσεως εμπορευμάτων τρίτων, στα οποία είναι καταχωρημένα και τα παραπάνω (υπ’ αριθμ. 463, 484, 496 και 513/94) δελτία αποστολής υγρών καυσίμων προϊόντων τρίτων, αναφέρονται κατ’ αρχήν σε diesel κίνησης, από τις σχετικές δε εγγραφές που φέρουν, ως προς τους μήνες που συμπίπτουν με την περίοδο που διακινήθηκαν οι επίδικες ποσότητες (Ιούνιος, Ιούλιος, Αύγουστος και Σεπτέμβριος), σε αντιπαραβολή με τις εγγραφές που υφίστανται στις διασαφήσεις εξαγωγής κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες, δεν προκύπτει ότι οι αναφερόμενες στα εν λόγω φύλλα ποσότητες είναι πράγματι αυτές που διακινήθηκαν, λόγω της σημαντικής διαφοράς που παρατηρείται ως προς το βάρος των αγαθών, όπως αναλυτικώς προαναφέρθηκε για τα ανωτέρω δελτία αποστολής. Τέλος, ούτε από τις πρόχειρες αποδείξεις πληρωμής, οι οποίες αναφέρονται αορίστως στην καταβολή κάποιων ποσών, για λογαριασμό της παραπάνω κυπριακής εταιρίας, χωρίς ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένες ποσότητες υγρών καυσίμων, ούτε από τα δελτία που αναφέρονται γενικώς σε εισαγωγή συναλλάγματος και μάλιστα σε 11 μόνον περιπτώσεις για λογαριασμό επίσης της ίδιας εταιρίας προκύπτει ότι πωλήτρια των επίδικων υγρών καυσίμων ήταν η εν λόγω κυπριακή εταιρία.
  7. Επειδή με λόγους εφέσεως, ο ήδη αναιρεσείων προέβαλε μεταξύ άλλων ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω η αντικειμενική υπόσταση των επιδίκων παραβάσεων καθώς και ότι αυτός ενήργησε δολίως, ενώ καμμία συμμετοχή δεν είχε ούτε ο ίδιος προσωπικώς ούτε η «M. A.E.» στην περαιτέρω διακίνηση των υγρών καυσίμων μετά τη φόρτωση και αναχώρηση των μολυβδοσφραγισθέντων βυτιοφόρων οχημάτων από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας, από καμμία δε διάταξη νόμου, εθίμου ή έστω πρακτικής συνηθείας δεν προκύπτει υποχρέωση του εκάστοτε εξαγωγέα να διασφαλίσει την πραγμάτωση των εξαγωγών. Αντιθέτως τέτοια υποχρέωση είχε η τελωνειακή αρχή, η οποία διαθέτει και το σχετικό ελεγκτικό μηχανισμό και ότι η μη ύπαρξη δόλου από την πλευρά της εταιρίας αποδεικνύεται από το ότι οι κύριοι αυτουργοί (Ε.Ι. και Γ.Ε. ως εκπρόσωπος της E. A.E.) κατά την εξέτασή τους από τα αρμόδια τελωνειακά όργανα, ενώ αλληλοκατηγορούνται, τίποτα επιβαρυντικό δεν καταθέτουν για την «M. A.E.», η οποία ούτε δικά της βυτιοφόρα οχήματα είχε, ούτε σχέσεις με τις βουλγαρικές εταιρίες, ούτε τα καύσιμα επεστράφησαν στις δικές της εγκαταστάσεις, ενώ, εξάλλου, της είχαν επιστραφεί τα νόμιμα συνοδευτικά έγγραφα στα οποία επιστοποιείτο η έξοδος των εμπορευμάτων, χωρίς να γνωρίζει ότι οι τεθείσες σ’ αυτά υπογραφές των αρμόδιων τελωνειακών υπαλλήλων ήταν πλαστογραφημένες. Ο ίδιος δε διευθυντής της Ε.Υ.Τ.Ε. Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, που εξέδωκε την παραπάνω καταλογιστική πράξη, στην ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον του ανακριτή Σερρών, κατά την επακολουθήσασα ποινική διαδικασία αναφέρει επί λέξει ότι «ως προς την εταιρία M. δεν μπορώ να είμαι κατηγορηματικός, όπως στην περίπτωση της E., οπότε ενδεχομένως η εταιρία αυτή να μη γνώριζε για τη λαθρεμπορία».
  8. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Διοικητικό Εφετείο, λαβόν ειδικότερα υπ’ όψη του τα εξής: α) ότι εξαγωγέας και κύριος των επίδικων ποσοτήτων πετρελαιοειδών που είχαν ως προορισμό, βάσει των κατατεθεισών διασαφήσεων, την έξοδό τους στη Βουλγαρία ήταν η «M. A.E.», β) ότι οι ποσότητες αυτές διατέθηκαν στην εσωτερική αγορά χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος εξόδου από το καθεστώς αναστολής καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως, υπό το οποίο τελούσαν, με αποτέλεσμα τη διαφυγή καταβολής του φόρου τούτου, γ) ότι ο Ε.Ι., ο οποίος ήταν συνεργάτης επί μακρόν, όπως συνομολογεί ο εκκαλών, της παραπάνω εταιρίας, κατελήφθη και κατά το παρελθόν (Απρίλιος του 1993) να αποπειράται τη λαθραία εξαγωγή υγρών καυσίμων σε φορτίο για το οποίο και πάλι εξαγωγέας ήταν η «M. A.E.», για την πράξη του δε αυτή ασκήθηκε εις βάρος του ποινική δίωξη και το γεγονός τούτο έλαβε ευρεία δημοσιότητα, δ) ότι ο διοικητικός προϊστάμενος των εγκαταστάσεων της ίδιας εταιρίας στη Θεσ/νίκη Κ.Ν. στην από 8.4.96 κατάθεσή του ενώπιον των αρμοδίων τελωνειακών οργάνων, ενώ για την προηγούμενη περίπτωση αναφέρει ότι «εγώ προσωπικά δεν την είχα υπ’ όψιν μου», για τις επίδικες περιπτώσεις καταθέτει ότι έλαβε γνώση «από τα μέσα ενημέρωσης» και ειδοποίησε τα κεντρικά γραφεία της εταιρίας απ’ όπου και έλαβε την εντολή να διακόψει τη συνεργασία τους με τον Ε.Ι. και ε) ότι το διάστημα που μεσολάβησε από τον Απρίλιο του 1993 μέχρι την ημερομηνία που ξεκίνησαν οι επίδικες αποστολές είναι περίπου 14 μήνες, δηλαδή ικανό χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο τα όργανα της «M. A.E.» οπωσδήποτε είχαν λάβει γνώση της ανωτέρω απόπειρας λαθρεμπορίας, εφόσον η εταιρία αυτή είχε καταθέσει τη διασάφηση εξαγωγής και λόγω της μη εξόδου των εμπορευμάτων δεν της είχαν επιστραφεί τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα με ανάλογη σημείωση, επείσθη ότι η όλη δραστηριότητα του Ε.Ι. και των λοιπών εμπλεκομένων στην υπόθεση προσώπων τελούσε εν γνώσει των υπευθύνων της «M. A.E.», και ότι, συνεπώς, η διάθεση των επίδικων υγρών καυσίμων στην εσωτερική κατανάλωση έγινε από όλους τους συμμετόχους με πρόθεση να αποφευχθεί η καταβολή του αναλογούντος ειδικού φόρου καταναλώσεως, ως εκ τούτου δε ότι στοιχειοθετείται τόσο η υποκειμενική όσο και η αντικειμενική υπόσταση των παραπάνω τελωνειακών παραβάσεων. Περαιτέρω το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι όσα αντίθετα προβάλλονται, ιδίως ότι ο αναιρεσείων δεν υπέχει ευθύνη ως εκπρόσωπος της εξαγωγικής εταιρίας λόγω του ότι επεστράφησαν τα πιστοποιούντα την έξοδο των υγρών καυσίμων συνοδευτικά έγγραφα, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, διότι τα εν λόγω πιστοποιητικά δεν είχαν συνταχθεί νομίμως, εφόσον είχαν πλαστογραφηθεί από τους συμμετέχοντες στις λαθρεμπορικές παραβάσεις παραπάνω τελωνειακούς υπαλλήλους.
  9. Επειδή το Διοικητικό Εφετείο, όπως προκύπτει εκ του όλου περιεχομένου της αποφάσεώς του που υιοθέτησε τις πραγματικές διαπιστώσεις της πρωτόδικης αποφάσεως, στηρίζει την κρίση του περί συνδρομής του δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ως προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρίας «M. A.E.», κατά κύριο λόγο στο ότι οι υπεύθυνοι της εν λόγω εταιρίας γνώριζαν ότι τα επίδικα καύσιμα ουδέποτε εξήχθησαν από τη χώρα, αλλά διατέθηκαν στην εσωτερική αγορά, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος εξόδου από το καθεστώς αναστολής καταβολής του ειδικού φόρου καταναλώσεως, δοθέντος ότι δεν απεδείχθη νόμιμη συναλλαγή για τα επίδικα εμπορεύματα με την αλλοδαπή. Και ναι μεν ο αναιρεσείων, αρνούμενος τη γνώση αυτή, ισχυρίσθηκε ότι πωλήτρια των επιδίκων υγρών καυσίμων στην αλλοδαπή (εξαγωγέας) ήταν όχι η ανωτέρω εταιρία, αλλ’ η κυπριακή εταιρία «M. Co Limited», της οποίας η εταιρία «M. Α.Ε.» υπήρξε φορολογικός εκπρόσωπος, και ότι, συνεπώς, η ευθύνη της εταιρίας του εξικνείται μέχρι του σημείου φορτώσεως των καυσίμων αυτών προς εξαγωγή, ο ισχυρισμός όμως αυτός απερρίφθη ως αναπόδεικτος, για τον λόγο, ιδίως, ότι δεν προσκομίσθηκαν σχετικά παραστατικά, δηλωτικά εισαγωγής του αντίστοιχου συναλλάγματος, ούτε στα σχετικά έγγραφα καταχωρήθηκε σχετική δήλωση άμεσης ή έμμεσης αντιπροσώπευσης, ούτε προσκομίσθηκε πληρεξούσιο έγγραφο, ενώ στις σχετικές διασαφήσεις και στα πρωτοδίκως προσαχθέντα έγγραφα εκ μέρους του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, δεν ταυτίζονται οι ημερομηνίες εξαγωγής, το είδος και οι ποσότητες των επίδικων εμπορευμάτων με άλλα καύσιμα, που η εν λόγω κυπριακή εταιρία είχε εισαγάγει και αποθηκεύσει στις εγκαταστάσεις της εταιρίας «M. A.E.». H κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, σύμφωνα με την οποία, υπό τα διαπιστωθέντα ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, ο αναιρεσείων, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ανωτέρω εταιρίας, γνώριζε ότι με τις εκτεθείσες ενέργειες και παραλείψεις το Δημόσιο θα αποστερηθεί από τους αναλογούντες για τα επίδικα καύσιμα δασμούς και λοιπούς φόρους, και ότι, επομένως, συντρέχει στο πρόσωπό του το στοιχείο του δόλου, είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Τα περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενα, με τα οποία πάντως δεν πλήττεται η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τη μη καταβολή των αναλογούντων δασμών και φόρων για τα επίδικα καύσιμα, καθώς και ως προς την έλλειψη στοιχείων που να αποδεικνύουν την απλή διαμεσολάβηση της εταιρίας «M. A.E.» σε συναλλαγή τρίτων γι’ αυτά, αλλ’ αμφισβητείται κυρίως η συνδρομή του στοιχείου του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντος, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Η εν λόγω αιτιολογία, εξάλλου, δεν κλονίζεται όπως αβασίμως προβάλλεται, από το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται ειδικά ότι ελήφθη υπόψη η ανωτέρω ένορκη κατάθεση του τότε Διευθυντού της ΕΥΤΕ Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, συντάκτη της επίδικης πράξης, αφού, από τη ρητή μνεία του περιεχομένου της καταθέσεως αυτής στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε και το στοιχείο αυτό. Δεν κλονίζεται επίσης ή αιτιολογία αυτή, όπως επίσης αβασίμως προβάλλεται, από το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται σκέψη προς αντιμετώπιση σχετικού ισχυρισμού, που προεβλήθη με το επί της εφέσεως υπόμνημα, κατά τον οποίον ο αναιρεσείων ουδέποτε ενεπλάκη σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για την επίδικη υπόθεση, δεν ασκήθηκε δε ποινική δίωξη σε βάρος του, όπως προκύπτει και από το προσαγόμενο το πρώτον ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας 242/2001 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με το οποίο παραπέμπονται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης οι Ε.Ι., Η.Α. κ.λπ., χωρίς να εμπλέκεται ο αναιρεσείων ή η εταιρία «M. A.E.». Τούτο διότι, λόγω της αυτοτελείας της διοικητικής από την ποινική διαδικασία, κατά τα εκτιθέμενα στην πέμπτη σκέψη, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη διαπίστωση της συνδρομής του στοιχείου του δόλου στον φερόμενο ως υπαίτιο διαπράξεως τελωνειακής παραβάσεως λαθρεμπορίας, δεν είναι υποχρεωμένο να εκτιμήσει ειδικώς το γεγονός της μη ασκήσεως ποινικής διώξεως σε βάρος του. Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν κλονίζεται από την έκδοση, μετά τη δημοσίευση της αποφάσεώς του, παραπεμπτικού βουλεύματος για τα αντίστοιχα ποινικά αδικήματα, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται όλα τα πρόσωπα που κρίθηκαν ως υπαίτια διαπράξεως της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Διοικητικό Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην εν λόγω κρίση του, εξετίμησε και την προηγούμενη λαθρεμπορική δράση του ανωτέρω Ε.Ι., δέχθηκε δε ότι η δράση αυτή ήταν γνωστή στους υπευθύνους της εταιρίας. Η σκέψη όμως αυτή έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με την ανωτέρω, κύρια αιτιολογία, η οποία αυτοτελώς στηρίζει το συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής του στοιχείου του δόλου και κατά της οποίας οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως απερρίφθησαν. Συνεπώς, οι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι στρέφονται κατά της επικουρικής αυτής αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι. Τέλος, οι λόγοι αναιρέσεως που πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί ανυπαρξίας των ανωτέρω βουλγαρικών επιχειρήσεων στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη σε τέτοια κρίση, αλλ’ απέρριψε ως αλυσιτελή σχετικό λόγο εφέσεως, δεχόμενο ότι, εφόσον, όπως και ο αναιρεσείων συνομολογεί κατ’ αρχήν με την έφεσή του, τα επίδικα καύσιμα δεν εξήχθησαν από τη χώρα, αλλά διατέθηκαν στην εσωτερική αγορά, ανακύπτει υποχρέωση καταβολής των αναλογούντων δασμών και λοιπών φόρων.

Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Π. Παραράς, Π.Ζ. Φλώρος, Γ. Παναγιωτόπουλος, Σπ. Καραλής, Π. Πικραμμένος και Θ. Παπαευαγγέλου, οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του δικαστηρίου, από τις παρατεθείσες συναφείς διατάξεις συνάγεται ότι το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο, δεχόμενο ότι πληρούται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αντικειμενική υπόσταση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας, οφείλει να διαλάβει σαφή βεβαίωση για την τέλεσή της με δόλο και δεν αρκεί, ιδίως εν όψει αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου που εκτίμησε διαφορετικά τα αυτά πραγματικά περιστατικά, πιθανολόγηση της ύπαρξης δόλου του δράστη, αλλά απαιτείται πλήρης απόδειξή του (ΣΕ 509/2001 κ.ά.). Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για να στηρίξει την περί υπάρξεως δόλου κρίση της, επικαλείται τους υπό στοιχ. α΄ - ε΄ λόγους για την θεμελίωση του δόλου, εξ αυτών όμως οι τρεις τελευταίοι αναφέρονται αποκλειστικώς στο γεγονός ότι ο αναιρεσείών, κατά την κρίση του δικαστηρίου εγνώριζε την λαθρεμπορική δράση του και εδώ άμεσα εμπλεκομένου Ε.Ι., ο οποίος και τον Απρίλιο του 1993 είχε διωχθεί για λαθρεμπορία υγρών καυσίμων προερχομένων εκ της εταιρίας του αναιρεσείοντος. H αιτιολογία όμως αυτή, στην οποία δια μακρών επιμένει το διοικητικό Εφετείο, δεν μπορεί, ακριβώς εκ του λόγου τούτου, να θεωρηθεί ως επικουρική για την θεμελίωση του δόλου, στηριζόμενη δε σε εικαζόμενη - συμπερασματική κρίση (ότι δηλαδή ο αναιρεσείων εγνώριζε τη δράση του Ε.Ι. διότι «το παραπάνω γεγονός έλαβε ευρεία δημοσιότητα»), παραβιάζει τον πάγιο νομολογιακό κανόνα ότι δεν αρκεί απλή πιθανολόγηση για την εν προκειμένω στοιχειοθεσία του δόλου, δοθέντος, άλλωστε, ότι ο αναιρεσείων λογικώς δεν ηδύνατο να γνωρίζει το 1994 (ο εν προκειμένω κρίσιμος χρόνος) ότι ο Ε.Ι. θα καταδικαζόταν τελικά το 1997 για τις εν έτει 1993 τελεσθείσες πράξεις του. Η πληρότητα δε της αιτιολογίας κλονίζεται έτι περαιτέρω και εκ του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αξιολογεί το γεγονός – που στο κείμενό της δέχεται – ότι δηλαδή «ο ίδιος ο εκδώσας την καταλογιστική πράξη Διευθυντής της Ε.Υ.Τ.Ε. Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας Λ.Π. στην ένορκη κατάθεσή του, ενώπιον του ανακριτή Σερρών, κατά την επακολουθήσασα ποινική διαδικασία αναφέρει επί λέξει ότι «ως προς την εταιρία M. δεν μπορώ να είμαι κατηγορηματικός, όπως στην περίπτωση της E., οπότε ενδεχομένως η εταιρία αυτή να μη γνώριζε για τη λαθρεμπορία». Τέλος, κατά την περαιτέρω γνώμη του συμβούλου Πέτρου Παραρά, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν έλαβε υπ’ όψιν ισχυρισμόν του αναιρεσείοντος, προβληθέντα δια του υπομνήματος, ότι δηλαδή για τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν πράξεις ουδέποτε εδιώχθη ποινικώς, τούθ’ όπερ επαληθεύθηκε, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δια του προσαχθέντος το πρώτο στο Συμβούλιο της Επικρατείας υπ’ αριθμ. 242/2001 αμετακλήτου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, όπου μεταξύ των παραπεμπομένων να δικασθούν για τις ως άνω λαθρεμπορικές πράξεις δεν περιλαμβάνεται ο αναιρεσείων Κ.Μ. (βλ. την από 4.2.2003 βεβαίωση του εισαγγελέως εφετών Θεσσαλονίκης). Ειδικώτερα, εν όψει του ότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, η λαθρεμπορία αποτελεί αδίκημα προβλεπόμενο από το ποινικό δίκαιο, η τέλεση δε του αδικήματος τούτου έχει ως συνέπεια και την επιβολή αυστηρότατου προστίμου που κυμαίνεται από το διπλάσιο μέχρι και το δεκαπλάσιο των διαφυγόντων δασμών, τουθ’ όπερ αποτελεί βαρύτατη κύρωση κατά του διοικουμένου και της εταιρίας του, το τελικώς επιβληθέν στον αναιρεσείοντα πρόστιμο (το οκταπλάσιο των διαφυγόντων δασμών κ.λπ. που συνολικά υπερβαίνει τα τρία δισεκατομμύρια δραχμές) συνιστά, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), μια «κατηγορία ποινικής φύσεως», οπότε πρέπει να τηρηθούν και στην προκειμένη υπόθεση οι εξασφαλιστικές εγγυήσεις του άρθρου τούτου (παρ. 1 έως 3), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το τεκμήριο αθωότητας διωκομένου (βλ. ad hoc την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 24.9. 1997, Γαρυφάλλου Α.Ε.Β.Ε. κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, υπόθ. 93/1996). Συνάγεται δε από τους επιμέρους, υπερνομοθετικής δε ισχύος, κανόνες του άρθρου τούτου ότι, οσάκις η διοικητική αρχή και στη συνέχεια το διοικητικό εφετείο επιβάλλουν, κατ’ εφαρμογή των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, πρόστιμο και πολλαπλά τέλη λόγω της διοικητικώς διαπιστωθείσης δολίας ενέργειας του διωκομένου, η μεταγενέστερη, και δη εκκρεμούσης της αιτήσεως αναιρέσεως, δημοσίευση είτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου που αθωώνει οριστικά τον κατηγορούμενο είτε αμετακλήτου βουλεύματος εκ του οποίου δεν προκύπτει καν άσκηση ποινικής διώξεως εις βάρος εκείνου που επεβλήθη το πρόστιμο, έχει ως συνέπεια ότι καθιστά επιγενομένως ανεπαρκή την όποια αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία και πρέπει να αναιρεθεί εξ αυτού του λόγου, ώστε το Εφετείο να συνεκτιμήσει και τα μεταγενέστερα μεν αυτά στοιχεία που ανάγονται όμως σε αξιολογήσεις συμπεριφοράς επί της οποίας στήριξε την κρίση της το πρώτον η διοικητική αρχή και στη συνέχεια το διοικητικό δικαστήριο. Στην περίπτωση δε αυτή δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής, ως αντισυμβατικοί, νομοθετικοί ή νομολογιακοί δικονομικοί κανόνες που απαγορεύουν την το πρώτον προβολή και λήψη υπόψιν τέτοιων στοιχείων κατά την αναιρετική δίκη, καθότι δεν ανταποκρίνονται, εν όψει των εκτεθέντων, στις απαιτήσεις της δίκαιης δίκης (πρβλ. απόφ. του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 9.5.2003 - προσφυγή 59506/2000). Θα έδει, λοιπόν, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Εφετείο ώστε να εκτιμήσει τούτο το ως άνω αμετάκλητο βούλευμα, εκ του οποίου συνάγεται πάντως ότι ο αναιρεσείων δεν εδιώχθη για τις αποδιδόμενες εις αυτόν κατηγορίες.

  1. Επειδή, η αρχή της αναλογικότητας, απορρέουσα από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου, καθιερώνεται ήδη ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρ. 25 παρ. 1) και συγκαταλέγεται, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση περιορισμοί εις την άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να είναι μόνον οι αναγκαίοι και να συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό. Ένα μέτρο που προβλέπεται από διάταξη νόμου ως κύρωση για παράβαση διατάξεως, τότε μόνο αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητος, όταν από το είδος του ή τη φύση του είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού ή όταν οι δυσμενείς συνέπειες του μέτρου τελούν σε προφανή δυσαναλογία ή υπερακοντίζουν τον επιδιωκόμενο σκοπό.
  2. Επειδή, η προδιαληφθείσα και εν προκειμένω εφαρμοσθείσα διάταξη της παρ. 3 του άρθρ. 97 του Τελων. Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρ. 23 του ν. 495/1976, προβλέπει την επιβολή πολλαπλού τέλους, που κυμαίνεται από το διπλάσιο έως το δεκαπλάσιο των διαφυγόντων φόρων, ως κύρωση σε βάρος όλων των ενεχομένων στην τέλεση της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας. Η νομοθετική αυτή διάταξη, που επιτρέπει επιμέτρηση της κυρώσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβάσεως και το βαθμό υποτροπής του παραβάτη και που στην επίδικη περίπτωση εφαρμόσθηκε με επιβολή οκταπλασίου πολλαπλού τέλους, δεν αντίκειται στην ως είρηται προβλεπομένη υπό του Συντάγματος και του Κοινοτικού Δικαίου αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν θεσπίζει μέτρο προδήλως ακατάλληλο, ούτε η κύρωση υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου που αποβλέπει, πέραν της ικανοποιήσεως του Δημοσίου με την είσπραξη των διαφυγόντων δασμών και λοιπών φόρων και τελών, στον κολασμό του παραβάτη, ως και στην αποτροπή από την διάπραξη στο μέλλον παρομοίων παραβάσεων.

Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Π. Παραράς, Ι. Μαρή, Γ. Παναγιωτόπουλος, Ε. Γαλανού και Π. Πικραμμένος, οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Οι διατάξεις του άρθρου 97 παρ. 3 του Τελων. Κώδικα, που επιτρέπουν στη Διοίκηση την επιβολή, ως κύρωση, πολλαπλού τέλους από το διπλάσιο μέχρι και το δεκαπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και λοιπών φόρων, χωρίς μάλιστα να αξιώνουν οι διατάξεις αυτές πρόσθετες προϋποθέσεις για τη δυνατότητα επιβολής των εξ αυτών αυστηροτέρων κυρώσεων αλλά αφήνοντας τον καθορισμό του ύψους αυτών (μέχρι το δεκαπλάσιο) στην διακριτική εξουσία της Διοικήσεως, εισάγουν ρυθμίσεις που κατά την έμφρονα κρίση είναι προδήλως δυσανάλογες σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνεπώς παραβιάζουν την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία οι με τυπικό νόμο ή κανονιστική πράξη της Διοικήσεως τιθέμενοι αφηρημένως περιορισμοί πρέπει να είναι μόνον οι αναγκαίοι και να συνδέονται με τον υπό του νομοθέτου επιδιωκόμενο σκοπό που εν προκειμένω δεν συνίσταται, προφανώς, ούτε στον πλουτισμό του κράτους ούτε στην οικονομική εξουθένωση των επιχειρήσεων (όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την επιβολή αυστηροτάτων κυρώσεων), αλλά μόνον στην αποτροπή αυτών από την τέλεση πράξεως λαθρεμπορίας, ώστε το κράτος να επιτυγχάνει όντως την είσπραξη των κατά νόμον οφειλομένων σ’ αυτό δασμών και λοιπών φόρων και όχι πολλαπλάσια αυτών. Η αρχή δε αυτή της αναλογικότητας αποτελεί και πρωτογενή κανόνα του κοινοτικού δικαίου (βλ. άρθρο 3Β εδ. τρίτο της Συνθήκης, ήδη άρθρο 5) με το αυτό δε περιεχόμενο, ήδη δε το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο οποίο υποβλήθηκε από ελληνικό δικαστήριο, με την διαδικασία του άρθρου 177 της Συνθήκης (ήδη άρθρο 234), το ερώτημα εάν τελωνειακή κύρωση, συνιστώμενη σε πολλαπλούν τέλος ανερχόμενο μέχρι το δεκαπλάσιο των σχετικών φορολογικών επιβαρύνσεων, συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, αποφάνθηκε ότι εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει, σε περίπτωση παραβάσεως κοινοτικής οδηγίας, πολλαπλούν τέλος έως και το δεκαπλάσιο των σχετικών φορολογικών επιβαρύνσεων, δεν συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, παρά μόνον καθόσον η νομοθεσία αυτή καθίσταται αναγκαία εκ των επιταγών της καταστολής και της προλήψεως, λαμβανομένης υπ’ όψιν της σοβαρότητας της παραβάσεως (ΔΕΚ απόφ. της 12.7.2001, Π. Λουλουδάκης κατά Ελληνικού Δημοσίου, υπόθ. C-262/99), θέτοντας έτσι το Δικαστήριο αυτό το ζήτημα της συμφωνίας προς την αρχή της αναλογικότητας αυτού τούτου του νομοθετικού μέτρου, που και στην υπόθεση εκείνη ήταν η ίδια διάταξη του άρθρου 97 παρ. 3 του τελωνειακού Κώδικα. Συνεπώς, δεν είναι εφαρμοστέες εν προκειμένω, ως αντισυνταγματικές, οι ως άνω περί των πολλαπλών τελών διατάξεις που επιτρέπουν την επιβολή πολλαπλού τέλους μέχρι του οκταπλασίου των διαφυγόντων φόρων (πρβλ. και το άρθρο 150 παρ. 1 του νέου Τελωνειακού Κώδικα, ν. 2960/2001, όπου η κύρωση περιορίσθηκε στο τριπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και λοιπών φορολογικών επιβαρύνσεων).

Επίσης, μειοψήφησε ο Σύμβουλος Σπ. Καραλής, ο οποίος υπεστήριξε τα εξής: Η καθιέρωση από το νόμο (άρθρ. 97 παρ. 3 του Τελων. Κώδικα) συστήματος κυρώσεων πρέπει να εμφανίζει εσωτερική συνοχή με την αναφορά κριτηρίων μετάβασης προς τις υψηλότερες βαθμίδες,πολλαπλού τέλους, όπως η ύπαρξη ποινικής διώξεως, ή η έκδοση προηγουμένων αποφάσεων σχετικών με τις ίδιες παραβάσεις, μη αρκούσης της απλής και γενικής αναφοράς για την επιλογή του ύψους του πολλαπλού τέλους των συνθηκών τέλεσης της λαθρεμπορίας. Ο έλεγχος του συμβατού των διατάξεων περί της επιβολής πολλαπλού τέλους προς την συνταγματικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας είναι εφικτός ως in abstracto έλεγχος ανεξάρτητα από την δυνατότητα επιμέτρησης από το διπλούν έως το δεκαπλούν των διαφυγόντων δασμών και φόρων. Συνεπώς, κατά την εκτιθέμενη γνώμη, εφόσον ελλείπει από την πρόβλεψη της κύρωσης του πολλαπλού τέλους η ειδικότερη ρύθμιση για την επιβολή των υψηλοτέρων του διπλού βαθμίδων, η σχετική διάταξη αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και δεν τυγχάνει εφαρμογής για τις πέραν του διπλού τέλους περιπτώσεις.

  1. Επειδή, με τον ένατο και δέκατο λόγο εφέσεως, ο αναιρεσείων προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε με αόριστες και ασαφείς αιτιολογίες αφενός μεν ότι ο καθορισμός των πολλαπλών τελών στο υπερβολικό και εξωπραγματικό ποσό του οκταπλασίου των διαφυγόντων δασμών είναι εύλογος, ενώ έπρεπε να μειωθεί στο κατώτερο κατά νόμο όριο, αφετέρου δε ότι νομίμως κατά τον επιμερισμό των πολλαπλών τελών επεβλήθησαν σε βάρος αυτού πολλαπλά τέλη ανώτερα και από αυτόν ακόμη τον εμπνευστή της όλης «κομπίνας» και κύριο αυτουργό Ε.Ι. Ο λόγος αυτός απερρίφθη με την προσβαλλομένη απόφαση, με την αιτιολογία ότι εν όψει της βαρύτητας των επίδικων τελωνειακών παραβάσεων και των συνθηκών τελέσεώς τους και της προβλεπόμενης από το νόμο κυρώσεως, νομίμως τα πολλαπλά τέλη προσδιορίσθηκαν στο οκταπλάσιο των δασμών (ειδικού φόρου καταναλώσεως) και λοιπών επιβαρύνσεων, τα οποία ορθώς περαιτέρω επιμερίσθηκαν στα αναφερόμενα αναλυτικώς για κάθε περίπτωση εις βάρος του αναιρεσείοντος ποσά, δεδομένου ότι χωρίς τη συμμετοχή της εταιρίας που εκπροσωπεί δεν θα ήταν δυνατόν να κινηθεί η διαδικασία εικονικής εξαγωγής των καυσίμων.
  2. Επειδή, ήδη προβάλλεται κατ’ αναίρεση ότι η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως, ως γενική και αόριστη, τυγχάνει μη νόμιμος και εξομοιώνεται με ανύπαρκτη αιτιολογία. Πέραν δε τούτου προβάλλεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη σε κρίση περί του εάν το επιβληθέν πολλαπλούν τέλος λαθρεμπορίας ήτο πράγματι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο με την επιβολή της κυρώσεως αυτής σκοπό, αν και υπήρχε αμφισβήτηση ως προς το ύψος της. Η παράλειψη αυτή της προσβαλλομένης συνιστά, κατά τον αναιρεσείοντα, παράβαση σχετικής υποχρέωσης που επιβάλλεται από την αρχή αναλογικότητας, δεδομένου ότι η κύρωση είναι δυσανάλογος προς την βαρύτητα της παραβάσεως. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι με την προσβαλλομένη απόφαση αφενός μεν επεβλήθη κύρωση εμπίπτουσα στην προβλεπόμενη κλίμακα από το άρθρο 97 παρ. 3 του Τελωνειακού Κώδικα, αφετέρου δε η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, ως προς την επιμέτρηση του πολλαπλού τέλους. Ειδικώτερα, η αναιρεσιβαλλομένη, αφού παραθέτει σε προηγούμενες αιτιολογικές σκέψεις δια μακρών τα πραγματικά περιστατικά τελέσεως των τελωνειακών παραβάσεων (είδος, μέγεθος, υπαίτιοι, χρονική διάρκεια κ.λπ.), κρίνει νόμιμο τον προσδιορισμό του πολλαπλού τέλους στο οκταπλάσιο των διαφυγόντων φόρων με κριτήρια τη βαρύτητα των τελωνειακών παραβάσεων και τις εν γένει συνθήκες τελέσεως αυτών, καθώς και το βαθμό συμμετοχής στις παραβάσεις της εκπροσωπουμένης από τον αιτούντα εταιρίας, δηλονότι με βάση κριτήρια πρόσφορα για την in concreto εφαρμογή της αναλογικότητας. Η κρίση δε αυτή δεν έχρηζε περισσότερο εξειδικευμένης αιτιολογίας δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν προβάλλει ότι είχε επικαλεσθεί κατ’ έφεσιν συγκεκριμένους ουσιώδεις ισχυρισμούς συναπτομένους προς την εφαρμογή την αρχή της αναλογικότητας, οι οποίοι θα υποχρέωναν το δικάσαν δικαστήριο να τους αντιμετωπίσει με ειδική αιτιολόγηση.

Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Π. Παραράς, Π.Ζ. Φλώρος, Ι. Μαρή, Γ. Παναγιωτόπουλος, Νικ. Ντούβας, Ε. Γαλανού, Π. Πικραμμένος, Θ. Παπαευαγγέλου, και Δ. Μαρινάκης, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη: Πέραν του νομοθέτου, ως ήδη ανεφέρθη, η αρχή της αναλογικότητας δεσμεύει, ως παγίως γίνεται δεκτό, τόσο την Διοίκηση όσο και τα Δικαστήρια, όταν προβαίνουν στην εφαρμογή του κανόνα δικαίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι και τότε πρέπει να επιλέγεται ητιολογημένως μόνον το αναγκαίο μέτρο για την εκπλήρωση του σκοπού του νόμου, η κρίση δε αυτή του διοικητικού οργάνου ελέγχεται στη συνέχεια από τα δικαστήρια, τα οποία οφείλουν και αυτά να αιτιολογούν πλήρως την κρίση τους ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση όντως επελέγη το ανάλογο και προσήκον μέτρο, δηλαδή ότι ετηρήθη η αρχή της αναλογικότητας και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εν προκειμένω δε ο αναιρεσείων και με λόγο εφέσεως, αλλά ιδίως και κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, προέβαλε ότι τα πολλαπλά τέλη προσδιορίσθησαν στο οκταπλάσιο κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ήτοι αναιτιολογήτως, δηλαδή χωρίς το δικαστήριο να διαλάβει ειδικές σκέψεις, γιατί το καταλογισθέν αυτό ποσόν ήταν πράγματι το ανάλογο της τελεσθείσης παραβάσεως και αναγκαίο για την εκπλήρωση του σκοπού του νόμου, επί πλέον δε προέβαλε ότι το ποσόν αυτό ήταν «υπερβολικό» και «εξωπραγματικό». Έτσι, παρά το ότι ο αναιρεσείων ουσιαστικά προέβαλε παράβαση της αρχής της αναλογικότητας (ακαταλληλότητα του μέτρου, υπερβολή, δυσαναλογία) το διοικητικό εφετείο δεν έδωσε καμία απάντηση για το αν τηρήθηκε εν προκειμένω η αρχή αυτή. Συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, είναι βάσιμος, δοθέντος ότι στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχουν μόνον γενικές αιτιάσεις, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κάθε περίπτωση, και με τις οποίες το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω λόγο «εν όψει (όπως αναφέρεται στην απόφαση) της βαρύτητας των επίδικων τελωνειακών παραβάσεων, των συνθηκών τελέσεώς τους και της προβλεπομένης από το νόμο κυρώσεως», η τελευταία δε αυτή σκέψη της αποφάσεως είναι και παράνομη, διότι αναφέρεται απλώς στο νόμο που προβλέπει τις κυρώσεις, με την έννοια, προφανώς, ότι αφού το Δικαστήριο εκινήθη μέσα στο πλαίσιο (διπλάσιο - δεκαπλάσιο) της επιβολής κυρώσεων που ορίζει ο νόμος, η σχετική δικαστική κρίση πληροί την απαίτηση της αιτιολογίας. Αντιθέτως, όμως, το Δικαστήριο ώφειλε, αφού έχει εκ του νόμου ευχέρεια προσδιορισμού του ύψους του προστίμου, να αιτιολογήσει ειδικώς, σύμφωνα με πάγια νομολογία, γιατί επελέγη η επιβολή τόσον ασυνήθιστα υψηλού πολλαπλού τέλους (που προσεγγίζει με την αλληλέγγυο και εις ολόκληρον ευθύνη τα τρία δισεκατομμύρια δραχμές), δυσβάστακτου ακόμη και για πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, οδηγούντος δε, εκ του αποτελέσματος, σε προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία (άρθρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου στην ΕΣΔΑ), της οποίας αποτελεί κατ’ ουσία δήμευση. Τέτοιες όμως αιτιολογίες δεν υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και βασίμως προβάλλεται ο λόγος περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας κατά την επιμέτρηση της διοικητικής κυρώσεως.

  1. Επειδή, μετά την επίλυση των ως άνω παραπεμφθέντων ζητημάτων και την απόρριψη των σχετικών προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, η Ολομέλεια κρατεί την υπόθεση προς εκδίκαση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρ. 14 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8). Δεδομένου δε ότι με την εν προκειμένω υπ’ αριθμ. 1006/2002 παραπεμπτική απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος έχουν απορριφθεί ως αβάσιμοι ή ως απαράδεκτοι και οι λοιποί προσβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, η αίτηση είναι απορριπτέα εξ ολοκλήρου. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαλλάσσει τον αιτούντα από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου.