Digesta 2008

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Για να αποθηκεύσετε τη μελέτη σε μορφή pdf πατήστε εδώ 

A) Νομολογία Πολιτικών Δικαστηρίων

Σ 12 §§ 4, 5 και 17, ν.δ. 11.7.1923, ν.δ. 19.1.1934, ν. 2169/1993 άρθρο 47, ν. 3147/2003 άρθρο 18, ν. 2810/2000 άρθρα 5, 8, 10 και 39

Διαφορές αναγκαστικών και αγροτικών συνεταιρισμών, ιδίως στον τρόπο συμμετοχής των μελών στα όργανα λήψεως αποφάσεων

Οι αναγκαστικοί συνεταιρισμοί είναι μόνο κατ’ όνομα συνεταιρισμοί, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για συγκυριότητα ακινήτων περιβαλλόμενη το ένδυμα νομικού προσώπου («συνεταιρισμού») για τις ανάγκες της διαχειρίσεως, εμφανίζουν δε σημαντικές διαφορές από του ελεύθερους συνεταιρισμούς (αγροτικούς και άλλους) στον τρόπο και τον λόγο ιδρύσεως, στο περιεχόμενο της συνεταιριστικής μερίδας και στον τρόπο συμμετοχής των μελών στα όργανα λήψεως αποφάσεων, ώστε η βασική αρχή που θεσπίζεται με άρθρο 10 του ν. 2810/2000 για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς (κάθε μέλος μία ψήφος) είναι ζήτημα αν μπορεί να εφαρμοστεί στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς, όπου ορίστηκε ως θεμελιώδης αρχή η ισότητα μερίδων ανεξαρτήτως του αριθμού κατόχων μιας εκάστης εξ αυτών.

Άρειος Πάγος 821/2008 [Τμήμα Δ΄]

(Σύνθεση: Α. Νταφούλης, Γ. Πετράκης, Α. Πολυζωγόπουλος - Εισηγητής, Ι. Σιδέρης, Γ. Λαλούση)

Με το ν.δ. 11/19.7.1923 επιτράπηκε η σύσταση αναγκαστικών συνεταιρισμών διαχείρισης ακινήτων συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής για την από κοινού καλύτερη αξιοποίηση και εκμετάλλευση ευρύτερων συνιδιόκτητων δασικών εκτάσεων και κοινής χορτονομής και καθορίστηκαν οι όροι και ο τρόπος εγγραφής των μελών τους. Σε εκτέλεση της από το άρθρο 6 § 1 του ως άνω ν.δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 5 του ν.δ. 15/25.9.1925, παρεχομένης εξουσιοδοτήσεως, εκδόθηκε το ν.δ. της 19/30.1.1934 «περί καθορισμού αναλογίας ψήφων των συνεταίρων κ.λπ.) και ορίστηκαν, σε σχέση με τη διαχείριση των εν λόγω συνεταιρισμών, τα αναγκαία στοιχεία που έπρεπε να διαλαμβάνουν τα καταστατικά τους. Ειδικότερα, τα καταστατικά των αναγκαστικών συνεταιρισμών έπρεπε ως απαραίτητα στοιχεία να καθορίζουν τον αριθμό των συνιστώντων μια μερίδα στρεμμάτων, που δεν έπρεπε να υπερβαίνουν τα τριάντα, με βάση τα οποία ο ιδιοκτήτης τους είχε μια ψήφο, δύο αν είχε διπλάσιο αριθμό στρεμμάτων, όχι όμως περισσότερες των πέντε αν είχε μεγάλο αριθμό στρεμμάτων, ενώ πλείοντες συγκάτοχοι του ανωτέρω ελάχιστου αριθμού στρεμμάτων, που συνιστούσαν μια μερίδα είχαν όλοι μαζί μια ψήφο, την οποία ασκούσαν με αντιπρόσωπό τους, τον οποίο όριζαν μεταξύ τους με τον καθοριζόμενο στο πιο πάνω ν.δ. τρόπο. Ορίστηκε δηλαδή ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου διοίκησης και διαχείρισης των αναγκαστικών συνεταιρισμών, η ισότητα των μεριδίων, ανεξαρτήτως του αριθμού κατόχων μιας εκάστης εξ αυτών (1 μερίδα = 1 ψήφος). Εξάλλου, με το άρθρο 47 του ν. 2169/1993, που διατηρήθηκε σε ισχύ με τις διατάξεις των άρθρων 39 του ν. 2810/2000 και 18 § 18 του ν. 3147/2003 ορίστηκε στην παρ. 1 αυτού ότι «Οι αναφερόμενες στην § 2 Αναγκαστικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και οι Συνεταιρισμοί διαχειρίσεως ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής του ν.δ. 11.7.1923) διατηρούνται και διέπονται από τους ειδικούς νόμους που προβλέπουν τη λειτουργία τους. Όπου στους ειδικούς αυτού νόμους γίνεται παραπομπή στην ισχύουσα νομοθεσία εφαρμόζεται ο παρών νόμος», ενώ με την § 4 ορίστηκε ότι «Μέλη των Αναγκαστικών Συνεταιρισμών διαχείρισης ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής, καθώς και των Συνεταιρισμών Δασοκτημόνων καθίστανται υποχρεωτικά όλοι οι ιδιοκτήτες ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου ή κλάσματος αυτού. Οι κάτοχοι ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου διαθέτουν τρεις ψήφους στη Γενική Συνέλευση». Με την τελευταία ως άνω διάταξη αναπροσαρμόστηκε ο αριθμός ψήφων που διαθέτει στη γενική συνέλευση ο κάτοχος ολόκληρης συνεταιριστικής μερίδας, χωρίς όμως να ρυθμιστεί το θέμα της εκπροσώπησης των κατόχων κλασματικών ποσοστών ιδανικής μερίδας στη γενική συνέλευση. Έτσι, ως προς το ειδικότερο αυτό θέμα, ανακύπτει ζήτημα αν εξακολουθεί να ισχύει το ν.δ. της 19/30.1.1934 «περί καθορισμού αναλογίας ψήφων των συνεταίρων κ.λπ.», αφού δεν προκύπτει ότι καταργήθηκε είτε ρητά είτε σιωπηρά με αντίθετη διάταξη νόμου. Βέβαια, η νομοθετική ρύθμιση που έγινε με την § 4 του άρθρου 47 του ν. 2169/1993, με τη οποία ορίστηκε, αφενός μεν ότι μέλος των αναγκαστικών συνεταιρισμών διαχείρισης ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής καθίστανται υποχρεωτικά όλοι οι ιδιοκτήτες ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου ή κλάσματος αυτού, αφετέρου δε ότι οι κάτοχοι ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου διαθέτουν τρεις ψήφους στη γενική συνέλευση, μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι καθένας των περισσοτέρων συνιδιοκτητών ενός ιδανικού συνεταιριστικού μεριδίου έχει μία ψήφο στη γενική συνέλευση του συνεταιρισμού, ανεξαρτήτως του αριθμού τους και του μεγέθους του κλασματικού ποσοστού εκάστου στο ιδανικό συνεταιριστικό μερίδιο, γι’ αυτό και απονεμήθηκαν τρεις ψήφοι στον ιδιοκτήτη ολόκληρου ιδανικού συνεταιριστικού μεριδίου, προς εξισορρόπηση των αντιτιθεμένων συμφερόντων μεταξύ των κατεχόντων διάφορα ποσοστά μεριδίων συνεταίρων, με την ενίσχυση των εχόντων ολόκληρο μερίδιο, οι οποίοι, εκ του γεγονότος αυτού, δικαιούνται να έχουν βαρύνουσα γνώμη για τις υποθέσεις του συνεταιρισμού. Όμως, η βασική συνεταιριστική αρχή της μιας ψήφου κατά μέλος, η οποία για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1γ του ν. 2810/2000, είναι ζήτημα αν μπορεί να εφαρμοστεί στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς διαχείρισης ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής, καθώς και στους συνεταιρισμούς δασοκτημόνων. Και τούτο διότι: α) Οι αναγκαστικοί «συνεταιρισμοί» είναι μόνο κατ’ όνομα συνεταιρισμοί. Στην ουσία πρόκειται για συγκυριότητα ακινήτων, που για τις ανάγκες οργανώσεως του τρόπου διαχειρίσεώς της και μόνον, περιβάλλεται το ένδυμα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και δη του «συνεταιρισμού» που εμφανίζει εν τούτοις σημαντικές διαφορές από τους ελεύθερους συνεταιρισμούς, αγροτικούς ή άλλους, όχι μόνο προς τον τρόπο και το λόγο ιδρύσεως, αλλά και σε ζητήματα, όπως το περιεχόμενο της συνεταιριστικής μερίδας και ο τρόπος συμμετοχής των μελών στα όργανα λήψεως αποφάσεων. β) Η «μερίδα» στους ελεύθερους συνεταιρισμούς συνίσταται σε χρηματικό ποσό, που καταβάλλει το μέλος και αντιστοιχεί σε συμμετοχή του στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού, ενώ στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς το «μερίδιο» συνίσταται στην εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα του μέλους επί ακινήτου και αντιστοιχεί σε ορισμένη έκταση (στρέμματα) επί του ακινήτου αυτού. γ) Στους ελεύθερους συνεταιρισμούς η ισότιμη συμμετοχή εκφράζεται με την νομοθετική χορήγηση κατ’ αρχήν δικαιώματος ψήφου «κατά κεφαλήν» (κάθε μέλος μία ψήφος), επειδή σε όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς το κάθε μέλος διαθέτει υποχρεωτικά μία μερίδα που είναι μάλιστα «αδιαίρετη και ίση για όλα τα μέλη», ώστε στους ελεύθερους συνεταιρισμούς δεν μπορεί να εμφανιστεί ζήτημα κατοχής από ένα μέλος ποσοστού κλασματικής συνεταιριστικής μερίδας, ούτε καν και σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, αφού ο νομοθέτης, όταν οι κληρονόμοι είναι περισσότεροι του ενός, διατάσσει είτε την περιέλευση ολόκληρης της μερίδας σε έναν εξ αυτών με γραπτή υπόδειξη όλων, είτε (αν δεν υποδειχθεί ένας) την απόδοση στους κληρονόμους της ονομαστικής αξίας της μερίδας. Αντίθετα, στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς το κάθε μέλος δεν διαθέτει απαραιτήτως ένα ολόκληρο μερίδιο, αλλά μπορεί να κατέχει και κλασματικό ποσοστό αυτού. Και δ) Η χορήγηση στα μέλη των αναγκαστικών συνεταιρισμών ψήφου «κατά κεφαλήν» κάθε μέλος μία ψήφος) οδηγεί σε ανισότητα μεταχειρίσεως των κατόχων ανόμοιου ποσοστού (θα είχαν για παράδειγμα από μία ψήφο τόσο ο κάτοχος του 1/30 μεριδίου, όσο και ο κάτοχος 1/3 αυτού, δηλαδή ο κάτοχος δεκαπλάσιου ποσοστού) πράγμα που δεν συμπορεύεται με την διάταξη του άρθρου 12 § 5 του Συντάγματος που καθιερώνει την ίση μεταχείριση αυτών που συμμετέχουν σε αναγκαστικούς συνεταιρισμούς. Εξάλλου, από τις διατάξεις του ν. 2810/2000 μόνο τα άρθρα 14, 16 και 17 εφαρμόζονται στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς (άρθρο 39 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 3147/2003). Όμως, κανένα από τα άρθρα αυτά, τα οποία κατ’ επιταγήν του ως άνω νόμου εφαρμόζονται και στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς, δεν αφορά το ζήτημα του δικαιώματος ψήφου των συνεταίρων. Άλλες διατάξεις αυτού του νόμου βρίσκουν εφαρμογή στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς μόνο αν και όπου οι ειδικοί νόμοι αυτών, δηλαδή των αναγκαστικών συνεταιρισμών, παραπέμπουν στην (εκάστοτε) ισχύουσα νομοθεσία περί ελευθέρων συνεταιρισμών. Για το ζήτημα εν τούτοις του δικαιώματος ψήφου των συνεταίρων δεν ανευρίσκεται ούτε στους ειδικούς νόμους των αναγκαστικών συνεταιρισμών διάταξη, που να παραπέμπει στην ισχύουσα νομοθεσία περί ελεύθερων αγροτικών συνεταιρισμών (άρθρο 5 ν. 2810/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο, κρίνοντας επί της από 1.9.2005 εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού με την επωνυμία « Α.» κατά της πρωτόδικης 104/2005 αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Άρτας, με την οποία, ύστερα από αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της γενικής συνελεύσεως των μελών του αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού για την ανάδειξη τακτικών μελών του διοικητικού συμβουλίου του, δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 § 4 του ν. 2169/1993 τα μέλη του αναιρεσιβλήτου, που κατέχουν ολόκληρο ιδανικό μερίδιο, διαθέτουν στη γενική συνέλευση τρεις ψήφους και τα μέλη που κατέχουν κλάσμα ιδανικού μεριδίου διαθέτουν μία ψήφο, ανεξαρτήτως του αριθμού τους και του μεγέθους του κλασματικού ποσοστού εκάστου στο ιδανικό συνεταιριστικό μερίδιο. Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε αντίθετα και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, ακολούθως, απέρριψε την από 18.3.2005 αίτηση των αναιρεσειότων. Η κρίση αυτή του Εφετείου πλήττεται με τον μοναδικό από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 47 § 4 του ν. 2169/1993, που διατηρήθηκε σε ισχύ με τα άρθρα 39 του ν. 2810/2000 και 18 του ν. 3147/2003, σε συνδυασμό με το ν.δ. της 19/30.1.1934 και το άρθρο 12 § 5 του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001. Με βάση τα δεδομένα αυτά, ανακύπτει ζήτημα, αν με τον τριπλασιασμό, κατ’ άρθρο 47 § 4 του ν. 2169/1993, των ψήφων που αντιστοιχούν σε ένα μερίδιο αναγκαστικού συνεταιρισμού, καταργήθηκε η ρύθμιση του άρθρου 1 § 1γ΄ του ν.δ. 19/30.1. 1934 «περί καθορισμού αναλογίας ψήφων των συνεταίρων κ.λπ.». Σε καταφατική δε περίπτωση, με την απονομή μιας ψήφου στη γενική συνέλευση του αναγκαστικού συνεταιρισμού σε καθένα από τους περισσότερους συνιδιοκτήτες ιδανικού συνεταιριστικού μεριδίου, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους και το μέγεθος του κλασματικού ποσοστού εκάστου στο ιδανικό μερίδιο, δημιουργείται περαιτέρω ζήτημα αν τούτο: α) Είναι σύμφωνο ή αντιβαίνει στην επιταγή του άρθρου 12 § 5 του Συντάγματος για ίση μεταχείριση των μελών του αναγκαστικού συνεταιρισμού. Και β) Αν θίγει ή όχι την συνταγματική προστατευόμενη από το άρθρο 17 του Συντάγματος ιδιοκτησία των μελών του ως άνω συνεταιρισμού με μεγαλύτερο ποσοστό κλασματικού μεριδίου. Τα πιο πάνω νομικά ζητήματα που δημιουργούνται με το μοναδικό ως άνω λόγο αναίρεσης, είναι πράγματι γενικότερου ενδιαφέροντος, καθόσον αφορούν όλους τους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής, καθώς και τους συνεταιρισμούς δασοκτημόνων που λειτουργούν στην Ελλάδα. Γι’ αυτό πρέπει, κατ’ άρθρο 563 § 2 περ. β΄ ΚΠολΔ, να παραπεμφθούν τα ζητήματα αυτά και ο προαναφερόμενος αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όπως αυτός διατυπώνεται στο αναιρετήριο, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Σημείωση

Αντί άλλου σχολιασμού παρατίθεται στη συνέχεια η γνωμοδότηση που τέθηκε υπόψη του Ανωτάτου Δικαστηρίου.