Digesta 2008

ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Επιμέλεια: Μ. Τσαπόγας, ΔρΝ

Ειδικός Επιστήμονας στο Συνήγορο του Πολίτη

Για να αποθηκεύσετε τη μελέτη σε μορφή pdf πατήστε εδώ 

 

 

 

Σ. 1.3, 2.1, 5.3-4 & 26.2, Κανονισμός ΕΚ/2320/2002 άρθρο 4.1.1.α΄, ν. 2518/97 άρθρα 1.ζ΄, 4, 7 & 9, π.δ. 141/91 άρθρα 54, 96.3 & 103, π.δ. 22/96 άρθρα 10-13, Εθν. Καν. Ασφ. Πολ. Αεροπορίας (ΚΥΑ Δ15/Α/400447/3750/13.10.2004) άρθρα 10.1-2, 12.1.3-4, 13.2.4, 13.6.3 & 18.1

Σωματική έρευνα από προσωπικό ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας σε αεροδρόμια

 

Η «έρευνα διά χειρός» αποτελεί ειδικότερη μορφή σωματικής έρευνας και υπόκειται στις αντίστοιχες ουσιαστικές προϋποθέσεις και θεσμικές εγγυήσεις.

Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας δεν υποκαθιστούν την ΕΛ.ΑΣ. στην άσκηση των κατ’ εξοχήν αστυνομικών αρμοδιοτήτων της.

 

Πόρισμα 7002.06.2.2/24.11.2006

(Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη: Ανδρέας Τάκης, Χειριστής: Ευτύχης Φυτράκης)

 

Ο κ. ***, επιβάτης της πτήσης *** προς *** στις ***, διήλθε από την πύλη ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων του Αερολιμένα Αθηνών, η οποία εξέπεμψε προειδοποιητικό σήμα. Αν και πάραυτα εξεδήλωσε προθυμία να παραδώσει συγκεκριμένο μεταλλικό αντικείμενο, ως πιθανώς υπαίτιο της εκπομπής, προκειμένου να διέλθει εν νέου από την πύλη, ο υπεύθυνος ελέγχου επέμεινε ότι στις περιπτώσεις αυτές παρίσταται υποχρεωτική η διενέργεια σωματικής έρευνας. Κατόπιν των αντιρρήσεων τις οποίες εξέφρασε, τόσο για τον αναγκαστικό χαρακτήρα της σωματικής έρευνας όσο και για το γεγονός ότι αυτή επρόκειτο να διενεργηθεί από υπάλληλο ιδιωτικής επιχείρησης ασφαλείας (με την οποίαν έχει συμβληθεί ο Αερολιμένας), του ζητήθηκαν επί πλέον, από την προϊσταμένη υπάλληλο της εν λόγω ιδιωτικής επιχείρησης, τα στοιχεία της ταυτότητάς του, καθ’ όσον, όπως φέρεται να του ελέχθη, η διατύπωση αντιρρήσεων τον καθιστούσε αυτόχρημα ύποπτο. Μόνο μετά από επιμονή του, και με αξιοσημείωτη καθυστέρηση, κλήθηκε τελικά αστυνομικός, ο οποίος και διενήργησε την έρευνα. Ήδη με την αναφορά του ζητά να διερευνηθεί η νομιμότητα της συγκεκριμένης πρακτικής, την οποίαν απεπειράθησαν να εφαρμόσουν επ’ αυτού οι υπάλληλοι της ιδιωτικής επιχείρησης ασφαλείας.

Σύμφωνα με το άρθρο 12.1.3.β΄ του Εθνικού Κανονισμού Ασφάλειας Πολιτικής Αεροπορίας (Κ.Υ.Α. Δ15/Α/400447/3750/13.10.2004), «σε περίπτωση εκπομπής προειδοποιητικού σήματος … ο επιβάτης υποχρεώνεται να περάσει και πάλι από την πύλη ανίχνευσης, αφού του συσταθεί να αφαιρέσει τυχόν υπόλοιπα μεταλλικά αντικείμενα που κατέχει ακόμη επάνω του», διαδικασία που δεν φαίνεται να τηρήθηκε εν προκειμένω. Εφ’ όσον μετά απ’ αυτά «υπάρξει νέο προειδοποιητικό σήμα από τον εξοπλισμό ελέγχου υπόκειται σε διά χειρός έρευνα, ενδεχομένως και με τη βοηθητική χρησιμοποίηση φορητού ανιχνευτή μεταλλικών αντικειμένων». Συνεπώς, και σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι δυνατή η «σωματική έρευνα» εν στενή εννοία, παρά μόνο, σύμφωνα με το άρθρο 12.1.4 του ίδιου Κανονισμού, αν η αρχική διά χειρός έρευνα δεν φέρει αποτέλεσμα. Στην περίπτωση αυτή, «υποχρεωτική σωματική έρευνα πραγματοποιείται μόνο από την Ελληνική Αστυνομία …».

Στις περιπτώσεις όπου παρίσταται τελικώς αναγκαία (και κατ’ ουσίαν νόμιμη) η κατ’ άρθρο 12.1.3.α΄ του ανωτέρω Κανονισμού «έρευνα με τα χέρια», ο περιγραφόμενος τρόπος διενέργειας αυτής αντιστοιχεί επακριβώς στην (προληπτική) αστυνομική σωματική έρευνα, την οποίαν, ως προσβολή ατομικού δικαιώματος (κατ’ άρθρα 2 παρ. 1 & 5 παρ. 4 του Συντάγματος), ο νομοθέτης έχει φροντίσει να υπαγάγει σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις προβλέποντας και αντίστοιχες διαδικαστικές εγγυήσεις (άρθρο 96 παρ. 3 π.δ. 141/91: «σωματικές έρευνες … γίνονται όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια τελέσεως αξιοποίνου πράξεως ή απόλυτη ανάγκη») και να εξοπλίσει με απειλή πειθαρχικών κυρώσεων σε βάρος των παραβατών αστυνομικών (άρθρα 10-13 π.δ. 22/96). Σημειώνεται βέβαια ότι η νομιμότητα αυτών τούτων των προληπτικών σωματικών ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας αμφισβητείται σφόδρα, κάτι που σε κάθε περίπτωση, δικαιολογεί επιφυλακτικότητα και ιδιαίτερη προσοχή στην χρήση τους.

Κατόπιν των ανωτέρω, τίθενται τα ακόλουθα ερωτήματα: πρώτον, αν οι σχετικές ρυθμίσεις του ανωτέρω Κανονισμού, στο μέτρο που θεσπίζουν ερευνητικές πρακτικές αντίστοιχες των αστυνομικών χωρίς να θέτουν αυτές υπό προϋποθέσεις αντίστοιχες εκείνων του π.δ. 141/91 ή υπό πειθαρχικές ασφαλιστικές δικλείδες αντίστοιχες εκείνων του π.δ. 22/96, ευρίσκονται καν εντός των νομίμων πλαισίων ως προς την ουσία τους αλλά και ως προς τη συνδρομή νομοθετικής εξουσιοδότησης· δεύτερον, αν είναι καν νόμιμη η ανάθεση αυτής της αρμοδιότητας σε υπαλλήλους ιδιωτικής επιχείρησης μη υποκειμένους σε δεσμεύσεις αντίστοιχες εκείνων στις οποίες υπόκεινται οι δημόσιοι λειτουργοί, σε καταφατική δε περίπτωση, από ποιές εγγυήσεις συνοδεύεται η εν λόγω ανάθεση και πώς αυτές έχουν καταγραφεί σε δεσμευτικά συμβατικά κείμενα· τρίτον, εφ’ όσον η ανάθεση αυτή θεωρηθεί νόμιμη, τίθεται το ερώτημα του βαθμού εποπτείας τον οποίον ασκεί η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, τόσον υπό τη μορφή των προηγουμένων οδηγιών, όσο και υπό τη μορφή του εκ των υστέρων ελέγχου σε περιπτώσεις υπέρβασης των νομίμων ορίων, όπως, λόγου χάριν, όταν η σωματική έρευνα λαμβάνει χώρα σε δημόσια θέα ή όταν αυτή διενεργείται χωρίς να προηγηθεί η εκ νέου δίοδος από την πύλη κατά τα ανωτέρω.

Με βάση τα αναφερόμενα στο απαντητικό έγγραφο της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας επί των ανωτέρω ερωτημάτων, ιδίως εν σχέσει προς την ισχύουσα εν προκειμένω νομοθεσία, ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωσε ότι απομένει σειρά ειδικών θεμάτων για τα οποία παρίστανται αναγκαίες ορισμένες διευκρινίσεις.

Θεμελιωδέστερο όλων, ως προς τη νομιμοποίηση και τις προϋποθέσεις διενέργειας της έρευνας, είναι το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού αυτής, ο οποίος έχει προφανείς συνέπειες στην αρμοδιότητα των οργάνων. Επ’ αυτού, η απάντηση της ΥΠΑ βασίζεται στον συλλογισμό ότι «η έρευνα με τα χέρια διαφοροποιείται από τη σωματική έρευνα». Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 12.1.3. του ΕΚΑΠΑ, «Οι επιβάτες ελέγχονται με τις ακόλουθες μεθόδους: α) έρευνα με τα χέρια, β) έλεγχο μέσω πύλης ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων». Ο όρος «έρευνα με τα χέρια» προέρχεται από τον Κανονισμό ΕΚ/2320/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (της 16.12.2002) για τη θέσπιση κοινών κανόνων στο πεδίο της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας, όπου (άρθρο 4.1.1.α΄) γίνεται επίσης λόγος για «έρευνα διά χειρός» (“searched by hands”/“Kontrolle durch Abtasten von Hand”). Ωστόσο, στο εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, η «έρευνα διά χειρός» δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνον ως ειδικότερη και όχι αυτοτελής μορφή σωματικής έρευνας. Άλλως πως νοούμενη, η επίμαχη έννοια δεν ανευρίσκεται οριοθετημένη ούτε στα συναφή νομοθετικά κείμενα αλλ’ ούτε και προκύπτει από την ελληνική νομολογία. Γλωσσικώς αναλυόμενη, η «έρευνα διά χειρός» δηλοί τη μέθοδο διενέργειας της έρευνας και όχι το αντικείμενο αυτής, εν αντιπαραβολή προς τη σωματική έρευνα. Έτσι, μία «διά χειρός» έρευνα μπορεί να είναι ταυτοχρόνως και «σωματική», όταν πραγματοποιείται πάνω σε ανθρώπινο σώμα υπό την τεχνική-νομική του όρου έννοια. Στην κατεύθυνση, άλλωστε, ότι η «διά χειρός έρευνα» αποτελεί ειδικότερη μορφή σωματικής έρευνας και όχι διαφορετική έννοια, συνηγορεί και η διάταξη 12.1.4 του ΕΚΑΠΑ, όπου γίνεται λόγος για «λεπτομερέστερη διά χειρός έρευνα, με την έννοια της σωματικής έρευνας». Η έννοια της σωματικής έρευνας εμπεριέχει ακριβώς τον διά ψηλαφήσεως έλεγχο του ανθρώπινου σώματος προκειμένου να διαπιστωθεί αν αυτό φέρει (επί του ρουχισμού ή επί του σώματος) αντικείμενα που ενδιαφέρουν την έρευνα (π.χ. όπλα, ναρκωτικά, αιχμηρά αντικείμενα κ.λπ.) Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι σωματική έρευνα συνιστά η εξωτερική ψηλάφηση αλλά και η αφαίρεση των υποδημάτων ή των ενδυμάτων ως και κάθε επέμβαση στο σώμα (Θ. Δαλακούρας, Ποινική δικονομία, Β΄, 2003, σ. 181-2). Δοθέντος ότι η σωματική έρευνα συνιστά, αντικειμενικά, επαχθή επέμβαση στο άτομο που την υφίσταται και μπορεί να θίγει ακόμα και αυτή την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η διεξαγωγή της επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτή είναι αναγκαία. Πλέον τούτου η διεξαγωγή σωματικής έρευνας διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας, τόσον ως προς την ανάγκη διενέργειάς της όσο και ως προς τις ακριβείς μεθόδους διεκπεραίωσής της (Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 21994, σ. 248). Από τα ανωτέρω γενικά χαρακτηριστικά της σωματικής έρευνας, και τις συνακόλουθες νομικές τους συνέπειες, δεν είναι θεμιτό να εξαιρεθεί μια μορφή σωματικής έρευνας, αποτελώντας δήθεν διακεκριμένο είδος ως λιγότερο «λεπτομερής».

Είναι βέβαια αληθές ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. ζ΄ ν. 2518/1997 οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας μπορούν ν’ ασκούν και «έλεγχο ασφαλείας πληρωμάτων, επιβατών, … σε αερολιμένες». Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 54 και 103 π.δ. 141/91, η Ελληνική Αστυνομία διατηρεί γενική αρμοδιότητα για την αστυνόμευση και την επιτήρηση των αεροδρομίων. Άλλωστε, ενώ η νομολογία (ΣτΕ 3946/2002, με μειοψηφία) έχει κάνει δεκτό ότι η «ανάθεση καθηκόντων ελέγχου προσώπων και πραγμάτων στα αεροδρόμια σε ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 και 26 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε συνιστά ανεπίτρεπτη εκχώρηση σε ιδιώτες υπηρεσίας που ανήκει στη δημόσια εξουσία», η ίδια ως άνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας επικαλείται ως εγγύηση ακριβώς το γεγονός ότι, «σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος Κανονισμού Ασφαλείας, διαφυλάσσονται, πάντως, οι αρμοδιότητες της Ελληνικής Αστυνομίας, των Επιθεωρητών Ασφαλείας και της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αερολιμένων της ΥΠΑ ως προς την τήρηση της τάξης και ασφάλειας (ΕΚΑΠΑ παρ. 10.2, 13.2.4.), την οργάνωση των μέτρων ασφαλείας και τη διενέργεια ελέγχων του σχετικού συστήματος (παρ. 18.1., 10.1.), τον υποχρεωτικό σωματικό έλεγχο (παρ. 13.6.3.), την ανάκληση της αδείας, των πιστοποιητικών καταλληλότητας και την επιβολή υποχρεώσεων, προστίμων και λοιπών κυρώσεων (ΕΚΑΠΑ κεφ. Α΄ παρ. 6, κεφ. ΣΤ΄, κεφ. ΙΑ΄, επίσης άρθρα 4, 7, 9 ν. 2518/97)». Επί πλέον, το ίδιο δικαστήριο έχει δεχθεί (ΟλομΣτΕ 1934/1998) ότι η «ανάθεση αστυνομικής φύσεως αρμοδιοτήτων … σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αντίκειται στις θεμελιώδεις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 3 και 26 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την έννοια των οποίων, αστυνομική εξουσία, ως η κατεξοχήν δημόσια εξουσία και έκφραση κυριαρχίας, ασκείται, διά της αστυνομικής αρχής, μόνο από το κράτος (και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που και αυτά είναι αποκεντρωμένες καθύλην κρατικές υπηρεσίες) και όχι από ιδιώτες». Η απόφαση αυτή παρέχει σαφή κριτήρια εντός των οποίων ο νομοθέτης και η διοίκηση μπορούν να κινηθούν χωρίς κίνδυνο παραβίασης του Συντάγματος: ακόμη και αν πιθανώς θεωρηθεί ότι το Σύνταγμα δεν αποκλείει άνευ άλλου τινός την ανάληψη «αστυνομικής εξουσίας» από φορείς κείμενους εκτός κράτους, η νομοθετική και διοικητική διευθέτηση της ανάθεσης αυτής οφείλει τουλάχιστον να προβλέψει εξασφάλιση πολιτειακής εποπτείας, σαφείς προδιαγραφές δράσης και διαδικασίες λογοδοσίας και ελέγχου σε βαθμό ανάλογο εκείνων που μέχρι στιγμής χαρακτηρίζουν τις αστυνομικές αρχές. Πρέπει, δηλαδή, να συντρέχουν τουλάχιστον εκείνες ακριβώς οι θεσμικές εγγυήσεις στις οποίες, ως κατ’ αρχήν εγγενές χαρακτηριστικό μόνο των πολιτειακών θεσμών, οφείλεται η μέχρι στιγμής αυξημένη εμπιστοσύνη που η νομολογία επιδεικνύει απέναντι στο κράτος. Υπ’ αυτό το πρίσμα, οι δύο ανωτέρω αποφάσεις όχι μόνο δεν αντιφάσκουν προς άλληλες, αλλ’ αντιθέτως απαρτίζουν συνεπές σύνολο, ερμηνεύοντας, άλλωστε, ακριβώς το ίδιο πλέγμα συνταγματικών διατάξεων (1 παρ. 3 και 26 παρ. 2). Σύνοψη αυτού του νομολογιακού συνόλου αποτελεί η διαπίστωση ότι είναι μεν κατ’ αρχήν επιτρεπτή η «ανάθεση καθηκόντων ελέγχου προσώπων» σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, πλην όμως μόνο κατά το μέτρο που το ανατιθέμενο σ’ αυτές έργο δεν συνιστά άσκηση «αστυνομικής φύσεως αρμοδιοτήτων». Κατ’ εξοχήν τέτοιο έργο, που εντάσσεται στον πυρήνα των αστυνομικών αρμοδιοτήτων, συνιστά η διεξαγωγή έρευνας σε ανθρώπους (σωματικής έρευνας), ιδίως μάλιστα με τη μορφή της προληπτικής έρευνας (βλ. ομοίως ΓνωμΕισΑΠ [Γ.Σανιδά] 13/2004). Έτσι, στην πράξη, ο μεν απλός έλεγχος ταυτότητας εισερχομένων προσώπων ή ο χειρισμός της οθόνης που αντιστοιχεί στην πύλη ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων αποτελούν «έλεγχο προσώπων και πραγμάτων» που θεμιτώς ανατίθεται σε ιδιώτες εφ’ όσον διαφυλάσσεται η εποπτική αρμοδιότητα της ΕΛ.ΑΣ. (ΣτΕ 3946/2002), η δε πάσης φύσεως σωματική έρευνα αποτελεί «αστυνομική αρμοδιότητα» που «ασκείται, διά της αστυνομικής αρχής, μόνο από το κράτος» (ΟλομΣτΕ 1934/1998), καθ’ όσον δι’ αυτής προσβάλλεται το αγαθό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ως εκ τούτου απαιτούνται αντίστοιχες ισχυρές εγγυήσεις. Άλλωστε, ακόμη και αν τυχόν (όπως δεν φαίνεται πάντως να προκύπτει) οι διατάξεις του ΕΚΑΠΑ συνιστούσαν απόκλιση από τις κοινές προϋποθέσεις (άρθρο 96 παρ. 3 π.δ. 141/91: «σωματικές έρευνες … γίνονται όταν υπάρχει σοβαρή υπόνοια τελέσεως αξιοποίνου πράξεως ή απόλυτη ανάγκη») ή τους γενικούς κανόνες αρμοδιότητας για τη διενέργεια σωματικής έρευνας, η εφαρμογή αυτών θα μπορούσε να προσκρούσει σε έλλειψη της κατ’ άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος («… ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος») απαιτούμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Εν όψει των ανωτέρω, ένα εκ των αποφασιστικής σημασίας μέτρων για την αποτίμηση της νομιμότητας της ακολουθουμένης πρακτικής είναι ο βαθμός εποπτείας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας επί των ιδιωτικών επιχειρήσεων ασφαλείας που δραστηριοποιούνται στο αεροδρόμιο, τόσο με τη μορφή των προηγουμένων οδηγιών και προδιαγραφών δράσης όσο και με τη μορφή των ελέγχων και της καταστολής τυχόν παρασπονδιών. Επ’ αυτού το έγγραφο της ΥΠΑ παρέχει γενική διαβεβαίωση («τακτική διεξαγωγή επιθεωρήσεων»). Ωστόσο, δοθέντος ότι πλην της συγκεκριμένης αναφοράς βλέπουν το φως της δημοσιότητας και άλλες καταγγελίες για τη στάση των υπαλλήλων των ιδιωτικών εταιρειών ασφαλείας, ο Συνήγορος του Πολίτη παρακαλεί να διευκρινισθούν το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα των ελέγχων που ασκούνται σ’ αυτές. Σημειώνεται, άλλωστε, ότι η διαφύλαξη και επιμελής άσκηση των αρμοδιοτήτων της ΥΠΑ λαμβάνεται και από το ΣτΕ (3946/2002) ως προϋπόθεση για τη νομιμότητα της ανάθεσης έργου υπηρεσιών ασφαλείας σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Είναι, τέλος, κατανοητό ότι η ανάγκη ασφάλειας των πτήσεων ενδεχομένως συνεπιφέρει την υποβολή των επιβατών σε σχετικώς επαχθείς διαδικασίες ελέγχου. Ακριβώς, ωστόσο, επειδή δύο εξ ίσου άξια προστασίας αγαθά τίθενται εν προκειμένω σε σχέση ανταγωνισμού, ο νομοθέτης (σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο) δίδει στα ανακύπτοντα ζητήματα λεπτομερείς λύσεις, των οποίων η σχολαστική τήρηση ανάγεται σε ζήτημα σεβασμού των δικαιωμάτων του πολίτη χωρίς η ανάγκη αυτή να υποχωρεί στο πλαίσιο μιας συζήτησης τεχνικής φύσεως. Σ’ αυτή τη βάση, η διαμαρτυρία ενός πολίτη ως προς την υποβολή του σε σωματική έρευνα, με την προβολή μάλιστα αντιρρήσεων κατ’ αρχήν τουλάχιστον υποστηρίξιμων, δεν μπορεί ν’ απαξιώνεται ως κοινωνικά βλαπτική, ούτε βεβαίως να προβάλλεται ως αποχρώσα αιτία υπονοιών οι οποίες θα μπορούσαν άνευ άλλου τινός να νομιμοποιούν επίταση του ελέγχου. Ως εκ τούτου η αντίστοιχη επισήμανση της ΥΠΑ («η διατύπωση αντιρρήσεων από τους επιβάτες να υποστούν τον διά χειρός έλεγχο δυσχεραίνει ιδιαίτερα το έργο των ελεγκτών ασφαλείας … προκαλώντας καθυστερήσεις πτήσεων και ταλαιπωρία των υπολοίπων επιβατών») δεν φαίνεται συμβατή με το πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών και βέβαια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως υποστηρίζεται από τον ενδιαφερόμενο και δεν αντικρούεται εκ μέρους της ΥΠΑ, αυτός διήλθε από την πύλη ανίχνευσης μεταλλικών αντικειμένων, η οποία εξέπεμψε προειδοποιητικό σήμα και ακολούθως διενεργήθηκε πρόσθετη φυσική έρευνα σ’ αυτόν. Είναι, συνεπώς, αναμφίβολο ότι δεν επρόκειτο για δειγματοληπτικό έλεγχο επιβάτη, αλλά για τη διαδικασία που συστηματικά και υποχρεωτικά ακολουθείται στις περιπτώσεις εκπομπής προειδοποιητικού σήματος, ακόμη και αν ο επιβάτης δηλώνει πρόθυμος να διέλθει εκ νέου από την πύλη έχοντας παραδώσει το αντικείμενο που προκάλεσε το προειδοποιητικό σήμα. Άλλωστε, το αντίθετο που αναφέρεται («πιθανόν ο έλεγχος με τα χέρια στον οποίο ζητήθηκε να υποβληθεί ο κ. *** ήταν ενταγμένος … στα πλαίσια του υποχρεωτικού δειγματοληπτικού ελέγχου»), δεν φαίνεται να προέκυψε ως πόρισμα συγκεκριμένης έρευνας.

Σημείωση

Ανταπαντώντας εκ νέου, η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας ενέμεινε στην άποψή της για τη διάκριση μεταξύ της «διά χειρός» και της κατ’ εξοχήν σωματικής έρευνας, στην οποία φέρεται να στηρίζεται η τρέχουσα πρακτική παρουσίας και δράσης των ιδιωτικών εταιρειών παροχής υπηρεσιών ασφαλείας στα αεροδρόμια. Δεσμεύθηκε, πάντως, ότι θα επικεντρώσει έτι περαιτέρω την προσοχή της στην εκπαίδευση και επιθεώρηση του προσωπικού, προκειμένου να εμπεδωθούν ενδεδειγμένα πρότυπα συμπεριφοράς.

Μ.Τ.