AK 346, 297, 298, 914, 922, 926, 932 - α.ν. 1565/1939 - ΚΠολΔ 70, 176

Μη θεμελίωση ευθύνης από πρόστηση ιδιωτικής κλινικής με την οποία ιατρός συνεργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας.

Ιατρός, ο οποίος είναι ελεύθερος επαγγελματίας, δραστηριοποιούμενος αυτοτελώς κατά την άσκηση των καθηκόντων του, χρησιμοποιώντας μόνο την υλικοτεχνική υποδομή της κλινικής, δεν συνδέεται με αυτή με καμία σχέση προστήσεως. Ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον ιατρό, ο οποίος ενήργησε κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων καρδιουχειρουργική επέμβαση σύμφωνα με τους θεμελιώδεις κανόνες της ιατρικής επιστήμης (ενημέρωση για την επικινδυνότητα της επιβεβλημένης επεμβάσεως, διενέργεια αυτής, αντιμετώπιση της επιπλοκής).

ΠολΠρωτΑθ 75/2009

(Σύνθεση: Ν. Ντόκας, Αικ. Μουμουζιά, Αικ. Ζαφειροπούλου - εισηγήτρια)

Η αγωγή αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και είναι παραδεκτή και νόμιμη. Στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 346, 297, 298, 914, 922, 926, 932 AK, α.ν. 1565/1939, 70, 176 ΚΠολΔ.

Την 9.7.2002 εισήχθη στο Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο ΑΕ, με διακριτικό τίτλο Υ, η ηλικίας τότε 68 ετών Ε.Ι. κατόπιν συνεννοήσεως με τον συνεργαζόμενο με το ως άνω νοσοκομείο πρώτο εναγόμενο Σ.Π. καρδιοχειρουργό, προκειμένου να υποβληθεί από αυτόν σε χειρουργική επέμβαση αντικαταστάσεως μητροειδούς βαλβίδος, την ίδια δε μέρα έλαβαν χώρα όλες οι απαιτούμενες ιατρικές εξετάσεις, ενώ είχε ήδη διενεργηθεί στις 14.6.2002 η απαραίτητη στεφανιογραφία και η έκθεση αιμοδυναμικής μελέτης, εξετάσεις από τις οποίες, σε συνδυασμό με το από 10.10.2001 υπερηχογράφημα, προέκυπτε ότι έπασχε από «σημαντικού βαθμού στένωση βαλβίδας» με «εμβαδόν λειτουργικής επιφανείας μητροειδούς στομίου ενός (1) εκατοστού», «ασβέστωση και πάχυνση των γλωχίνων της μητροειδούς βαλβίδος και περιορισμού του εύρους διάνοιξης αυτών», και μάλιστα ότι επρόκειτο περί επαναστενώσεως της μητροειδούς βαλβίδος, αφού είχε υποβληθεί προ 35ετίας σε απλή –και μη ριζική– επέμβαση βαλβιδοτομής μητροειδούς, γενικώς δε από τις εξετάσεις αυτές και την κλινική της εικόνα διαπιστώθηκε ότι ήταν σε βαρύτατη κατάσταση υγείας, ως άνω, με δύσπνοια, καρδιακή ανεπάρκεια, πρόσφατα πνευμονικά οιδήματα και υπό βαρειά φαρμακευτική αγωγή, ώστε να καθίσταται απολύτως επιβεβλημένη η εν λόγω χειρουργική επέμβαση, η οποία όμως, εν όψει των δεδομένων αυτών, ενείχε υψηλά ποσοστά θνησιμότητας, στοιχείο περί του οποίου εκτός των άλλων ενημέρωσε ο πρώτος εναγόμενος τους συγγενείς της και την ίδια την ασθενή, η οποία συναίνεσε να υποβληθεί στην εγχείρηση αυτή. Περαιτέρω απεδείχθη ότι την επόμενη ημέρα, δηλαδή την 10.7.2002, ο πρώτος εναγόμενος διενήργησε την επέμβαση αντικαταστάσεως της μητροειδούς βαλβίδος, κατά την διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε πάχυνση και σύμφυση των δύο γλωχίνων και των τενοντίων χορδών αυτής, ασβεστοποίηση του μητροειδούς δακτυλίου, ρίκνωση του υποβαλβιδικού μηχανισμού, ύπαρξη ουλής κατά το οπίσθιο τοίχωμα της αριστεράς κοιλίας της καρδιάς ευθρυπτότητα ιστών, παρά όμως τη μεγάλη δυσκολία εξαιτίας των ανωτέρω, η επέμβαση ήταν επιτυχής, δηλ. αντικαταστάθηκε η βαλβίδα, έγινε σύκληση των καρδιακών κοιλοτήτων και αποσύνδεση από το μηχάνημα της εξωσωματικής κυκλοφορίας, πλην όμως αμέσως μετά προέκυψε επιπλοκή της άνω επεμβάσεως και συγκεκριμένα επήλθε αιφνιδίως μεγάλη αιμορραγία, η οποία προήλθε από ρήξη του εύθρυπτου οπισθίου τοιχώματος της αριστεράς κοιλίας που οφείλεται όχι σε τρώση της καρδίας με αιχμηρό αντικείμενο ή με καυστικό υγρό ή με άλλο τρόπο κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης, ως αβασίμως αποδίδεται στους εναγομένους ιατρούς με τους σχετικούς ισχυρισμούς, αλλά στις έντονες αλλοιώσεις και το εύθρυπτο και την αδυναμία των ιστών σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ουλώδους ιστού (συμφύσεις) γύρω από τη βάση της βαλβίδος και τις τενόντιες χορδές (βλ. το από 10.7.2002 πρακτικό χειρουργείο και εξιτήριο). Τέλος απεδείχθη ότι παρά την άμεση αντιμετώπιση τα άνω επιπλοκής (επανασύνδεση με μηχάνημα εξωσωματικής κυκλοφορίας, επανασυρραφή της διαρραγείσης περιοχής με ειδικά ράμματα) η ήδη ταλαιπωρημένη καρδιά της άνω ασθενούς δεν άντεξε την επιπρόσθετη διαδικασία επιδιορθώσεως της ρήξεως και η Ε.Ι. κατέληξε.

Ενόψει των ανωτέρω ως δεκτών γενομένων ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων (ενημέρωση για την επικινδυνότητα της επιβεβλημένης επεμβάσεως, διενέργεια αυτής, αντιμετώπιση της επιπλοκής) σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές και τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και, συνεπώς, ουδεμία αμέλεια τον βαρύνει τόσο τον ίδιο όσο και το δεύτερο εναγόμενο καθότι ο εναγόμενος ιατρός είναι ελεύθερος επαγγελματίας, δραστηριοποιούμενος αυτοτελώς κατά την άσκηση των καθηκόντων του, χρησιμοποιώντας μόνο την υλικοτεχνική υποδομή της κλινικής της εναγομένης εταιρίας, με την οποία ουδεμία σχέση προστήσεως τους συνδέει δεκτής γενομένης, ως κατ’ ουσίαν βασίμου, της υπ’ αυτής νομίμως προβληθείσης ενστάσεως ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς της.

Παραδεκτές η ανακοίνωση δίκης –προσεπίκληση– παρεμπίπτουσα αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ΚΠολΔ 88, 89, 91) της ασφαλιστικής εταιρίας ΑΙ.Ε για τον πρώτο εναγόμενο, διότι οφείλει βάσει της μεταξύ τους ασφαλιστικής συμβάσεως, να του καταβάλει νομιμοτόκως όποιο ποσό τυχόν υποχρεωθεί να καταβάλει αντίστοιχα σε περίπτωση που γίνει δεκτή η προαναφερόμενη αγωγή.


Σχόλιο

Η δημοσιευόμενη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή καθ’ ο μέρος στρεφόταν κατά της ιδιωτικής κλινικής, διαλαμβάνοντας ότι οι ιατροί είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, δραστηριοποιούμενοι αυτοτελώς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, χρησιμοποιώντας μόνο την υλικοτεχνική υποδομή της κλινικής, με την οποία εντεύθεν ουδεμία σχέση προστήσεως τους συνδέει.

Η απόφαση όμως αυτή, ως προς το θέμα της προστήσεως και την έννοια αυτής, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την παγιωμένη νομολογία των δικαστηρίων μας και του Ανωτάτου Ακυρωτικού ως προς το θέμα αυτό.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, που ορίζει ότι: «Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του», πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (του προστήσαντος), ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού (του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.

Σύμφωνα με τη κρατούσα στη θεωρία της νομικής επιστήμης άποψη και κατά παγία νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού μας η έννοια και ο σκοπός της διάταξης 922 ΑΚ είναι η μετάθεση της ευθύνης στον κύριο της υπόθεσης και ωφελούμενο από τη δραστηριότητα του προστηθέντος όταν η δραστηριότητα αυτή από τη φύση και το σκοπό της εμπίπτει στις υποθέσεις του προστήσαντος και προκαλεί τυπικούς για τη δραστηριότητα αυτή κινδύνους. Δικαιολογητικός δηλαδή λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρηματικής κ.λπ.). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα κερδών του.

Σχέση προστήσεως υπάρχει, όπως προαναφέραμε όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.

Είναι επομένως εύλογο να φέρει την ευθύνη και τους κινδύνους, που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αυτός που καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν (ΕφΑθ 197/1988 ΕλλΔνη 1988, 1239, κ.λπ.) Η εκπροσώπηση από τον προστηθέντα των συμφερόντων του προστήσαντος δεν απαιτείται να είναι εμφανής στους τρίτους, η δε σχέση προστήσεως έχει τόση ευρύτητα ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής στη βάση της σχέσης πρόστησης μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση στην οποία βασίζεται η πρόστηση είναι νόμιμη ή παράνομη αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι ή αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης πράξης (ΑΠ 121/2002 ΕλλΔνη 2002, 1614, ΑΠ 380/1979 ΝοΒ 27, 1437, ΑΠ 194/1976 ΝοΒ 24, 718, ΕφΚερκ 213/2000 ΔΕΝ 2001, 1107).

Εξάλλου τόσο ο προστήσας όσο και ο προστηθείς είναι δυνατόν να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, Α. τόμ. IV, άρθρο 922), σημειουμένου ακόμα ότι για την εξάρτηση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος δεν απαιτείται η παροχή δεσμευτικών ειδικών οδηγιών, όσον αφορά το χρόνο, τον τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά αρκεί η παροχή γενικών οδηγιών ή μιας γενικής εποπτείας (ΑΠ 1270/1989 ΕλλΔνη 32, 765 κ.λπ.). Τέλος ο προστήσας ευθύνεται εφόσον η πράξη του προστηθέντος δεν είναι άσχετη ή ξένη, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανατέθηκε σε αυτόν, υπό την έννοια ότι η επιβλαβής ενέργεια δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης (βλ. μεταξύ άλλων και Σταθόπουλος, άρθρ. 922 αρ. 23 Φίλιος ΙΙ/2, σ. 88. Δεληγιάννης/Κορνηλάκης, σ. 187. Χρ. Θηβαίος, ΝΔικ. 11, 83).

Επιρρίπτονται δηλαδή στον προστήσαντα όλοι οι τυπικοί κίνδυνοι που συνδέονται οργανικά με τη δραστηριότητα την οποία ανέθεσε στον προστηθέντα και αν ακόμη προήλθαν από κατάχρηση των καθηκόντων του προστηθέντος ή υπέρβαση των διαταγών και οδηγιών που του δόθηκαν (ΑΠ 765/19884 ΝοΒ 33, 607, ΑΠ 691/1978 ΝοΒ 27,525).

Πρόβλημα δημιουργείται για την ύπαρξη εξάρτησης, προκειμένου για τη χρησιμοποίηση ελευθέρων επαγγελματιών που δρουν ανεξάρτητα από οδηγίες του προστήσαντος, αλλά σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης ή της τέχνης τους, οι οποίοι όμως κανόνες μπορεί να μην είναι προσιτοί σ’ εκείνον που τους χρησιμοποιεί στην υπηρεσία του, για το λόγο ότι δεν έχει την ιδιότητα επομένως και τις γνώσεις ή και να τις έχει, δεν μπορεί να επέμβει στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου ο επαγγελματίας δρα και ενεργεί με δική του πρωτοβουλία και κατά την κρίση του, όπως ο ιατρός. Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και επί συμβάσεως παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Προκειμένου ειδικότερα για ιατρούς, δεν αποκλείεται ύπαρξη εξάρτησης με τη μορφή εξαρτημένης εργασιακής σχέσης που μπορεί να υπάρχει παρ’ ότι στην άσκηση των καθαρά ιατρικών τους καθηκόντων δρούν και ενεργούν με πρωτοβουλία κατά τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης (Καυκάς άρθ. 922 παρ. 3 σελ. 798). Το πρόβλημα γίνεται οξύτερο στην περίπτωση που η σχέση ιατρού με κλινική ή νοσηλευτικό ίδρυμα είναι ελεύθερη, με τη μορφή ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ τους σύμφωνα με την οποία ο ιατρός επιμελείται τη νοσηλεία και συνήθως τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης σε κλινική που διαθέτει την απαραίτητη υποδομή (εγκαταστάσεις, φάρμακα, μηχανήματα, εργαλεία κ.λ.π.) και το κατώτερο μη ιατρικό ή παραϊατρικό προσωπικό που θέτει στη διάθεση του ιατρού, με αμοιβή που εισπράττει κατευθείαν από τον πελάτη ασθενή, άσχετα με την αμοιβή του ιατρού που καταβάλλεται απευθείας από τον τελευταίο σε αυτόν. Η σχέση αυτή είναι πολύ συνηθισμένη στις συναλλαγές και αποσκοπεί τόσο στην εξυπηρέτηση του ιατρού που έτσι κερδοφόρα χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της κλινικής όσο και των τελευταίων που με τη συνδρομή των ιατρών εξασφαλίζουν πελατεία και αποκομίζουν ανάλογα κέρδη στα οποία αποβλέπουν. Ο ιατρός εντάσσεται βέβαια στο πρόγραμμα της κλινικής ή του ιδρύματος, το οποίο ανάλογα με το φόρτο, καθορίζει τον τόπο και το χρόνο παροχής της ιατρικής συνδρομής από τον ιατρό, που ασφαλώς σε σχέση με αυτήν ενεργεί με πρωτοβουλία (βλ. έτσι Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδ. 4η, 2004, σελ. 393-398. Κότσιανο, Η ιατρική ευθύνη, 1977. αρ. 62, σελ. 50-51, πρβλ. και Κρητικός αρ. 525).

Η άποψη αυτή, η οποία είναι η κρατούσα στη θεωρία και νομολογία και του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου μας, είναι σύμφωνη με το δικαιολογητικό λόγο της καθιέρωσης της ευθύνης του προστήσαντος, ο οποίος ευθύνεται για αλλότριες πράξεις για το λόγο ότι ωφελείται από τη δραστηριότητα εκείνου με τη συνδρομή του οποίου επεκτείνει τον κύκλο κερδών και μπορεί βέβαια εύλογα να αυξάνει και το πεδίο των κινδύνων που του αναλογούν. Το κριτήριο της εξάρτησης δεν αποτελεί το κρίσιμο κριτήριο για την εφαρμογή της ΑΚ 922 στην προκειμένη περίπτωση. Από την πίεση των πρακτικών αναγκών ακόμη και οι οπαδοί του κριτηρίου της εξάρτησης δέχονται ότι υπάρχει ευθύνη π.χ. των ιδιωτικών κλινικών για τα σφάλματα των γιατρών τους, τα σχετικά με τη διάγνωση και θεραπεία των ασθενών τους κατά τις οποίες δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να υπάρξει έλεγχος των δραστηριοτήτων αυτών. Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό του ιδιοκτήτη της κλινικής ως προστήσαντος η εκ μέρους του παροχή γενικών οδηγιών, στον ιατρό ως προς τον τόπο και το χρόνο εργασίας τούτου. Και τούτου διότι σύμφωνα και με το άρθρο 3 του Ν. 3418/2005 «Κώδικας ιατρικής δεοντολογίας», αλλά και το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 «περί Κώδικος Ασκήσεως Ιατρικού Επαγγέλματος», ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς πείρα. Επομένως αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε σωματική βλάβη στον ασθενή, ο προστήσας τον ιατρό ιδιοκτήτης της κλινικής ευθύνεται για την αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ασθενής.

Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, ο δικαιολογητικός λόγος της οποίας αναλύθηκε ανωτέρω. Στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστηθέντος ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς ανέπτυξε πρωτοβουλία εντός του πεδίου δράσεως εκείνου (προστήσαντος).

Για όλα τα παραπάνω βλ. μεταξύ άλλων Μ. Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 4η εκδ. 2004, σελ. 393-198 και ΑΠ 1226/2007 Τράπεζα Πληροφοριών ΔΣΑ, ΠΠΡΑΘ 5506/2008, αδημοσίευτη, ΠΠΡΘΕΣΑΛ. 8413/2005 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ).

Ζωή Σπυροπούλου

Δικηγόρος Αθηνών

LLM Edimburg & Berlin