Ἱερεὺς καὶ μοναχός*

Ἀλέξανδρος Λιαρμακόπουλος

Διδάσκων (ΠΔ 407/1980) Δ.Π.Θ.

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

Για να ανοιξετε τη μελετη σε μορφη pdf πατηστε εδω

  1. Μετεπαναστατικοὶ χρόνοι. Περὶ τῶν μοναχῶν στὸ ἀρτισύστατο καὶ ἐμπερίστατο ἑλληνικὸ κράτος λίαν χρήσιμα στοιχεῖα παρέχει ἡ Ἔκθεσις περιεκτικὴ τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἐντὸς τοῦ Βασιλείου Μοναστηρίων (1833) τῆς ὑπὸ τοῦ G. L. von Maurer διορισθείσης Νομοπαρασκευαστικῆς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ἐπιτροπῆς[1], ὅπου ἀντικατοπτριζομένων τῶν ἰδιαζουσῶν συνθηκῶν τῆς ταραγμένης ἐκείνης ἐποχῆς ἀναφέρεται εἰδικῶς περὶ τῶν ἐφημερίων ὅτι «οἱ πρεσβύτεροι καὶ διάκονοι... εἶναι ἢ ἔγγαμοι... ἢ ἄγαμοι, οἱ κυρίως λεγόμενοι ἱερομόναχοι ἢ ἱεροδιάκονοι, μοναχοὶ δηλονότι ἱερωμένοι, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ ἔπρεπε, συμφώνως μὲ τὴν κλῆσίν των, νὰ μονάζουν εἰς τὰ κοινόβια, προτιμῶσιν ὅμως τὴν εἰς τὰς μεγαλοπόλεις ἐφημερίαν...»[2]. Τῆς αὐτῆς ἐπίσης ἐπιτροπῆς τὸ Σχέδιον Κανονισμοῦ ἢ Συντάγματος Ἐκκλησιαστικοῦ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος (1833) προέβλεπε στὸ ἄ. 34: «Οἱ εἰς ἑκάστην ἐνορίαν ἀπαιτούμενοι ἱερεῖς καὶ διάκονοι πρέπει νὰ ᾖναι ἔγγαμοι.», ἐνῷ στὸ ἄ. 92: «Κᾳνεὶς τῶν ἐν τῷ κοινοβίῳ μοναζόντων δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἐπ᾿ οὐδεμιᾷ προφάσει τοῦ κοινοβίου, χωρὶς δικαιολογημένης ἐγγράφου ἀδείας τοῦ ἡγουμένου...»[3]. Ἀρχῆθεν λοιπὸν διαφαίνεται ἡ προτεραιότητα τοῦ ἐγγάμου κλήρου πρὸς πλήρωση τῶν ἐφημεριακῶν θέσεων, ὅπως προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν Ἐγκύκλιο Διαταγὴ τοῦ τότε Γραμματέως τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ μετέπειτα πρώτου Πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Κ. Σχινά[4], ἡ ὁποία διαβιβάζεται πρὸς τὸν κλῆρο διὰ Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου τοῦ 1834 καὶ μεταξὺ ἄλλων ἐπιβαλλομένων μέτρων πρὸς ἀποκατάσταση τῆς εὐταξίας τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου καὶ τῶν ἐνοριῶν προβλέπει ὅτι «ὅσαι τῶν εὑρισκομένων ἤδη ἐκκλησιῶν κριθῶσι περιτταὶ πρὸς τὸ παρὸν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων, θέλουσι κλεισθῇ ἀπροφασίστως...· οἱ δὲ ἐφημέριοι εὑρισκόμενοι εἰς τὰς τοιαύτας ἐκκλησίας ἔγγαμοι πρεσβύτεροι θέλουσι διορισθῇ εἰς ἄλλας ἐνορίας εἰς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῇν ἀναγκαίων»[5], δηλ. διατάζει ἀπὸ ὅσους κατεῖχαν τὶς καταργούμενες ἐφημεριακὲς θέσεις μόνον οἱ ἔγγαμοι ἐφημέριοι νὰ μετατίθενται σὲ ἄλλες θέσεις.

Τὸ δὲ ΒΔ τῆς 15-09-1858 «Περὶ κανονισμοῦ τῶν μοναστηρίων» διελάμβανε ὅτι μετὰ ἔγκριση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπιτρεπόταν ἡ ἔξοδος ἱερομονάχου ἀπὸ τὴν μονή του μὲ σκοπὸ τὴν ἀνάληψη ἐκκλησιαστικῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν βεβαίως προέκυπτε χρεία (ἄ. 15), παραπέμποντας εὐθέως στὴν ἀναγκαίαν χρείαν τοῦ καν. 4 τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου[6]. Πληροφορίες σχετικὰ μὲ τοὺς ἱερομονάχους ὡς ἐφημερίους ἀρύονται καὶ ἀπὸ μία –πάντως προβληματικὴ ἀπὸ νομοκανονικῆς πλευρᾶς– Συνοδικὴ Εγκύκλιο τοῦ 1872, ἡ ὁποία διακρίνει τοὺς πρεσβυτέρους μόνο σὲ ἐγγάμους ἱερεῖς καὶ ἱερομονάχους ἀποδοκιμάζοντας τοὺς ἀγάμους μὴ μοναχοὺς ἱερωμένους, τοὺς ὁποίους ἡ σύνοδος ἐντέλλεται, ἐφόσον δὲν κατέχουν ἐφημεριακὴ θέση ἢ στερηθοῦν αὐτήν, νὰ ἐγκλείωνται σὲ μονὴ πρὸς ἐγκαταβίωση ἐξομοιούμενοι κατὰ τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα μὲ ἱερομονάχους[7] (οἱ ὁποῖοι ὅμως ὑποχρεοῦνται νὰ ἐγκαταβιώνουν σὲ μονὴ λόγῳ τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος).

  1. Νεώτερο δίκαιο. Μετὰ τὸν Καταστατικὸ Χάρτη (Lex Constitutionalis) τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1852[8] ἀξιομνημόνευτη περὶ ἱερομονάχων ρύθμιση εἰσάγεται τὸ 1910 μὲ ἀπαγόρευση καταλήψεως θέσεως ἐφημερίου[9]. Τὸ 1923 ἀπαγορεύεται στὸν ἐπιχώριο μητροπολίτη νὰ διορίζει ἀγάμους[10] ὡς τακτικοὺς ἐφημερίους[11]. Μὲ τροποποίηση ὡστόσο τοῦ 1929 ἀποκλείσθηκαν παντελῶς οἱ ἱερομόναχοι (οὐχὶ ὀρθῶς ὅμως καὶ οἱ ἄγαμοι κοσμικοί) ἐκ τῶν ἐφημεριακῶν θέσεων, καθὼς ἀπαγορεύθηκε ὁ διορισμὸς ὡς τακτικῶν ἢ προσωρινῶν ἐφημερίων ἱερέων ἀγάμων[12]. Τὸ 1938[13] ἐμφανίζεται εἰδικὴ διάταξη (lex specialis) περὶ ἱερομονάχων, διὰ τῆς ὁποίας συντελεῖται ἐπάνοδος στὸ προηγούμενο καθεστὼς τῆς δυνατότητος διορισμοῦ ἱερομονάχου ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου (ἄ. 76 §2), ἀλλὰ μόνον ἐφόσον δὲν ὑπάρχει διαθέσιμος πρὸς τοῦτο ἔγγαμος (ἄ. 65 §4)· ὅσοι ὅμως ἱερομόναχοι κατεῖχαν ἤδη τότε ὀργανικὴ θέση παραμένουν σ᾿ αὐτή, ἐφόσον ἔχουν συμπληρώσει πενταετία καὶ ἐπιπλέον εἶναι πτυχιοῦχοι (ἢ τελειόφοιτοι) πανεπιστημιακῶν σχολῶν ἢ ὑπηρετοῦν στὰ Γραφεῖα Μητροπόλεως· οἱ δὲ μὴ πληροῦντες αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις θεωροῦνται ὡς μηδέποτε μονιμοποιηθέντες καὶ τίθενται στὴν διάθεση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου (ἄ. 76 §3).

Στὸν ἑπόμενο ΚΧ τοῦ 1939 τονίζεται ἡ ἀπαραίτητος προηγουμένη ἄδεια τοῦ ἀρχιερέως πρὸς ἔξοδο τοῦ ἱερομονάχου ἐκ τῆς μονῆς του (ἄ. 54)[14], ἐνῷ κατὰ τὸν ἀμέσως ἀκολούθως ἐκδοθέντα περὶ ἐφημερίων νόμο[15] οἱ ἱερομόναχοι ἐπιτρέπεται νὰ διορισθοῦν προσωρινοὶ ἐφημέριοι σὲ χηρεύουσες θέσεις (ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς κοσμικοὺς ἀγάμους, οἱ ὁποῖοι μποροῦν νὰ καταλάβουν ὀργανικὴ θέση τακτικοῦ ἐφημερίου [ἄ. 56 §1])· τὸ πρῶτον ἐμφανίζεται καὶ ἡ διάταξη περὶ ἱερομονάχου ὡς ἐκτάκτου ἐφημερίου-ἱεροκήρυκος (ἄ. 51 §6), ἡ ὁποία θὰ ἐπιβιώσει μέχρι καὶ τὸ ἰσχύον δίκαιο (ἄ. 19 §1 Καν. 230/2012). Διὰ ἐπιγενομένης δὲ τροποποιήσεως καταργήθηκε ἡ μόλις εἰσαχθεῖσα διάκριση καὶ ἔτσι παγιώθηκε ἡ κοινὴ ἀντιμετώπιση τῶν μοναχῶν καὶ μὴ μοναχῶν ἀγάμων (ὥστε νὰ ἐπιταθεῖ ἡ σύγχυση περὶ τοῦ ὅρου «ἄγαμος κληρικός»), οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διορισθοῦν μόνον ὡς προσωρινοὶ ἐφημέριοι[16]. Εἰδικῶς δὲ περὶ τῶν ἀγάμων τῆς Ἀττικῆς καὶ τῆς Θεσσαλονίκης τὸ 1958 θεσμοθετεῖται ὡς προϋπόθεση τοποθετήσεως ἡ προηγούμενη πενταετὴς ὑπηρεσία σὲ Μητρόπολη τῆς Β. Ἑλλάδος· ὅσοι δὲ ἄγαμοι μέχρι 40 ἐτῶν ὑπηρετοῦσαν στὴν Ἀττικὴ ἢ Θεσσαλονίκη παύονται αὐτοδικαίως ἀπὸ τὶς θέσεις τους καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσουν τὴν ὡς ἄνω προϋπόθεση[17].

Ἡ δαιδαλώδης αὐτὴ περὶ ἀγάμων καὶ εἰδικώτερον περὶ ἱερομονάχων κατάσταση προσδοκοῦσε ἤδη ἐπὶ κατεχομένης Ἑλλάδος τὴν ἀπολύτρωση διὰ τῆς τότε ἐξαγγελθείσης κωδικοποιήσεως (ἄ. 25 ΝΔ 586/1941) τῶν περὶ ἐφημερίων ρυθμίσεων (τοῦ 1938 καὶ 1940), ἡ ὁποία ὅμως ἐπέπρωτο νὰ συντελεσθεῖ ὄχι ἐπὶ τοῦ ἑπομένου ΚΧΕΕ (1943)[18], ἀλλ᾿ ἀφοῦ διαρρεύσει σχεδὸν ὁλόκληρη τριακονταετία, ὥστε νὰ κινηθεῖ ὑπὸ ἄλλες ἔκρυθμες περιστάσεις ἡ διαδικασία ἐκδόσεως κανονιστικῶν πράξεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου[19] ὑπὸ τὸν ΚΧΕΕ τοῦ 1969[20]· ἐν τέλει ἐξεδόθη ὁ Καν. 2/1969[21], ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὸν διορισμὸ ἱερομονάχων εἴτε ὡς ἐκτάκτων ἐφημερίων-ἱεροκηρύκων (ἄ. 39 §6) εἴτε ὡς προσωρινῶν ἐφημερίων χηρευουσῶν θέσεων (ἄ. 45 §1-2)[22].

  1. Ἰσχύον δίκαιο. Ὑπὸ τῆς Εἰσηγητικῆς Ἐκθέσεως ἀναγγέλλεται ὁ νέος ΚΧΕΕ τοῦ 1977[23] ὡς ἐπανορθωτὴς τῆς «κανονικῆς ἐνοριακῆς ὀργανώσεως» καὶ συγχρόνως ὡς εἰσηγητὴς εὐεργετικῶν διατάξεων «διὰ τὴν κανονικὴν ὀργάνωσιν τοῦ σύγχρονου μοναχισμοῦ»[24]· πράγματι συντελέστηκαν ἀρκετὰ ἀναθεωρητικὰ βήματα πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση, εἰδικῶς ὅμως ὡς πρὸς τοὺς ἱερομονάχους ἡ πρῴην σημασιολογικὴ σύγχυση τοῦ ὅρου «ἄγαμος κληρικός» τῆς προγενεστέρας νομοθεσίας[25] ἐπεσκίασε τὴν περὶ ἐφημερίων διάταξη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξομοιωθοῦν πρὸς τοὺς κοσμικοὺς ἀγάμους μὴ μοναχούς (ἄ. 37 §2)[26]. Διακριτικώτερη ρύθμιση τελικὰ εἰσήχθη διὰ τοῦ Καν. 230/2012[27], ὁ ὁποῖος συγκέντρωσε ὑπὸ τὸ ἄ. 19 τὸ εἰδικὸ δίκαιο (lex specialis) περὶ ἱερομονάχων διακρινομένων ἐκ τῶν ἀγάμων κοσμικῶν πρεσβυτέρων· στὴν πρώτη παράγραφο παραμένει κατὰ βάσιν ἡ ρύθμιση τοῦ προϊσχύσαντος δικαίου περὶ ἱερομονάχου ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου-ἱεροκήρυκος, στὴν ἑπομένη διευκρινίζονται τὰ περὶ προσωρινοῦ ἐφημερίου καὶ στὴν τελευταία τὰ περὶ ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ του ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου.
  2. Προσωρινὸς ἐφημέριος–ἱεροκῆρυξ. Συμφώνως πρὸς τὴν νομολογία «ἀπὸ τοὺς ἁπλοῦς μοναχοὺς θὰ πρέπει νὰ διακριθοῦν οἱ ἱερομόναχοι, οἱ μοναχοὶ δηλαδὴ οἱ ὁποῖοι εἶναι χειροτονημένοι καὶ ἑπομένως ἔχουν περαιτέρω καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ κληρικοῦ πέραν αὐτῆς τοῦ μοναχοῦ»[28], οἱ ὁποῖοι ὡς ἀποταξάμενοι τὸν κόσμον καὶ ἐπαγγειλάμενοι[29] κατὰ τὴν κουρά τους νὰ διέλθωσι τὴν ζωὴν αὐτῶν ἐν ἁγνείᾳ, ἀκτημοσύνῃ[30] καὶ ὑπακοῇ (ἄ. 1α΄ Καν. 39/1972[31]) ὑποχρεοῦνται νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένοι στὸ μοναχολόγιο τῆς μονῆς τους (ἄ. 39 §1, ἄ. 56 §4 καὶ §6 ΚΧΕΕ καὶ ἄ. 7 ΒΔ 15-09-1858[32])[33]. Ἄμεση συνέπεια ἀπορρέουσα ἐκ τῶν ἀνωτέρω εἶναι ὅτι δὲν ἐξέρχονται τῆς μονῆς ἄνευ ἀδείας τοῦ ἐπιχωρίου μητροπολίτου καὶ τοῦ ἡγουμένου[34] καὶ ὅτι δὲν ἀποβάλλουν κατὰ τὴν ὑποχρεωτικῶς προσωρινὴ ἀπουσία τους τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς ἀδελφότητος τῆς μονῆς τους (ἄ. 56 §4 ΚΧΕΕ)[35], δηλ. δὲν ἀποξενώνονται κατὰ τὶς μοναχικὲς παραδόσεις ἀπὸ τὴν μονή τους[36]. Συμφώνως δὲ πρός «τοὺς περὶ μοναχικοῦ βίου ἱεροὺς κανόνας καὶ μοναχικὰς παραδόσεις», ποὺ ἀναγνωρίζει τὸ ἄ. 39 §1 καὶ §4 ΚΧΕΕ καὶ δὲν λησμονεῖ νὰ ἐπικαλεῖται καὶ ἡ νομολογία ὡς ex lege ἐφαρμοστέες[37], ἐπιτρέπεται στοὺς ἱερομονάχους ἡ προσωρινὴ ἀπουσία ἐκ τῆς μονῆς μόνον διὰ χρείαν ἀναγκαίαν κατὰ τὸν καν. 4 τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου (καὶ τὸν καν. 46 τῆς Πενθέκτης), καὶ βέβαια μετὰ ἄδεια τοῦ ἀρχιερέως, στὴν δικαιοδοσία τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ὁ ἱερομόναχος, καθὼς καὶ τοῦ ἡγουμένου του[38].

Κατὰ τὴν νομολογία ὡς τοιαύτη ἐξαιρετικὴ περίπτωση ἐπιτρέπουσα τὴν κατ᾿ οἰκονομίαν ἔξοδο[39] τοῦ ἱερομονάχου ἐκ τῆς μονῆς διὰ χρείαν ἀναγκαίαν ἀναγνωρίστηκε[40] ὁ ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου διορισμὸς τοῦ ἱερομονάχου (περιλαμβανομένου στοὺς ἀγάμους τοῦ ἄ. 37 §2 ΚΧΕΕ: ἄ. 2 §3 Καν. 230/2012) ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου-ἱεροκήρυκος ἐνοριακοῦ ναοῦ, δηλ. ἡ ἀνάθεση σ᾿ αὐτὸν ἐκκλησιαστικῆς ὑπηρεσίας ἐκτὸς μονῆς[41], πράξη ποὺ δικαιολογεῖται, μόνον ὅταν τὴν ἀπαιτοῦν οἱ πνευματικὲς ἀνάγκες μιᾶς ἐνορίας (ἄ. 19 §1 Καν. 230/2012), ἀδιαφόρως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφημεριακῶν θέσεων (ἄ. 3 Καν. 230/2012), οἱ ὁποῖες προβλέπονται γιὰ τὴν συγκεκριμένη ἐνορία βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαγομένων σ᾿ αὐτὴν οἰκογενειῶν[42]. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ὑπάρξεως πνευματικῶν ἀναγκῶν, ὁ διοριζόμενος ὡς προσωρινὸς ἐφημέριος ἱερομόναχος ἀπαιτεῖται, ὅπως τονίζει ἡ διάταξη, νὰ εἶναι κατάλληλος γιὰ τὴν κάλυψή τους. Ἑπομένως οἱ δύο ἀπαραίτητες προϋποθέσεις, ἡ διαπίστωση τῶν ὁποίων ὑπάγεται στὴν ἀπόλυτη διακριτικὴ ἁρμοδιότητα τοῦ μητροπολίτη, εἶναι ἡ ὕπαρξη πνευματικῶν ἀναγκῶν τῆς ἐνορίας καὶ ἡ καταλληλότητα τοῦ ἱερομονάχου πρὸς κάλυψιν αὐτῶν.

Ὁ ἐκκλησιαστικὸς νομοθέτης παραθέτει ἐνδεικτικὴ ἀπαρίθμηση τῶν πνευματικῶν καθηκόντων τοῦ διοριζομένου ἱερομονάχου ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου-ἱεροκήρυκος, ὅπως εἶναι τὸ κήρυγμα, ἡ ἐξομολόγηση, ἡ κατηχητικὴ διακονία καὶ τὰ παρόμοια. Ἡ κάλυψη τῶν πνευματικῶν αὐτῶν ἀναγκῶν ἀποτελεῖ καὶ τὸν δικαιολογητικὸ λόγο (ratio legis) τῆς θεσπίσεως τῆς ἐξεταζομένης διατάξεως. Γι᾿ αὐτὸ ὁ μητροπολίτης ἀσκώντας τὴν διοικητικὴ ἐξουσία του ἀναθέτει ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τὰ πνευματικὰ αὐτὰ καθήκοντα στὸν ἱερομόναχο.

  1. Προσωρινὸς ἐφημέριος. Στὴν ἀνωτέρω περίπτωση (ἄ. 19 §1 Καν. 230/2012) ὁ ἱερομόναχος διορίζεται προσωρινῶς κατὰ τὴν διακριτικὴ εὐχέρεια τοῦ μητροπολίτη, ἀνεξαρτήτως ἂν ὑπάρχει κενὴ ἐφημεριακὴ θέση ἢ συνεφημέριος[43] (τακτικὸς ἢ καὶ προσωρινός). Κατὰ δὲ τὸ ἄ. 19 §2 Καν. 230/2012 ὁ ἱερομόναχος διορίζεται[44] προσωρινῶς ἀναπληρώνοντας ἤδη ὑπάρχουσα ἀλλὰ κενωθεῖσα ἐφημεριακὴ θέση, δηλ. σὲ περίπτωση χηρευούσης ὀργανικῆς θέσεως καὶ μέχρι τῆς πληρώσεως αὐτῆς ὑπὸ τακτικοῦ ἐφημερίου (ἄ. 4 §4 Καν. 230/2012) ἀλλὰ καὶ σὲ περίπτωση κενωθείσης θέσεως λόγῳ ἀφυπηρετήσεως τοῦ πρῴην ἐφημερίου κατόπιν διαπιστώσεως ἀνικανότητος πρὸς ἐπιτέλεση τῶν ἐφημεριακῶν καθηκόντων του (ἄ. 14 §2 Καν. 230/2012)[45]· σὲ ἀμφότερες τὶς περιπτώσεις αὐτὲς ὁ μητροπολίτης τοποθετεῖ στὶς κενωθεῖσες θέσεις προσωρινοὺς ἐφημερίους ἀλλ᾿ ὄχι ἀποκλειστικῶς ἱερομονάχους, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν διατύπωση τῆς διατάξεως («ὡς προσωρινοὶ ἐφημέριοι εἶναι δυνατὸν νὰ διορίζονται ἐπίσης ἱερομόναχοι...»), δηλαδὴ δύναται νὰ διορίσει ὡς προσωρινοὺς καὶ ἐγγάμους[46] ἢ μὴ μοναχοὺς ἀγάμους[47] (στοὺς ὁποίους δὲν ἀφορᾷ τὸ ἄ. 19 §2 Καν. 230/2012 καὶ οἱ ἐκεῖσε ἀναφερόμενες προϋποθέσεις καὶ τὰ παραπεμπόμενα καθήκοντα).
  2. Πνευματικὰ καθήκοντα. Ὡς πρὸς τὶς ἁρμοδιότητες τοῦ ἱερομονάχου ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου, τὸ ἄ. 19 Καν. 230/2012 ὡς εἰδικὴ περὶ ἱερομονάχων διάταξη (lex specialis) ὑπερισχύει τοῦ ἄ. 8 Καν. 230/2012 (τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὰ καθήκοντα τοῦ ἐφημερίου), κατὰ τὴν γενικὴ ἀρχή: lex specialis derogat legi generali[48]. Ἑπομένως, ἂν καὶ τὰ γενικὰ καθήκοντα τοῦ ἐφημερίου περιλαμβάνουν τήν «ἄσκηση τῆς λειτουργικῆς, τῆς πνευματικῆς καὶ τῆς γενικότερης ποιμαντικῆς διακονίας» (ἄ. 8 §1 Καν. 230/2012), ἡ ἰδιότητα ὡστόσο τοῦ κεκαρμένου πρεσβυτέρου ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου κατὰ τὸ ἄ. 19 Καν. 230/2012 τὸν ὑποχρεώνει νά «περιορίζεται ἀποκλειστικῶς στὰ πνευματικὰ καθήκοντα», τῶν ὁποίων προαναφέρθηκε ἡ ἐνδεικτικὴ ἀπαρίθμηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νομοθέτη (κήρυγμα, ἐξομολόγηση, κατηχητικὴ διακονία κττ.).

Ἐφόσον ὅμως πρόκειται περὶ καθηκόντων, εὐλόγως ἀνακύπτει τὸ ἐρώτημα: γιατί ὁ ἐκκλησιαστικὸς νομοθέτης ἐμφανίζεται τόσο ἐλαστικὸς ἀπέναντί του, ὥστε νὰ τοῦ ἀναθέτει ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τὰ πνευματικὰ καθήκοντα τῆς ἐνορίας; Εὐεξήγητον ὅμως τὸ ζήτημα τυγχάνει λόγῳ τῆς διπλῆς ἰδιότητος τοῦ ἱερομονάχου· ἡ σύμπτωση στὸ αὐτὸ πρόσωπο τῆς ἰδιότητος τοῦ πρεσβυτέρου καὶ τοῦ μοναχοῦ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ὁ φορέας τῆς ἱερωσύνης καὶ τοῦ μοναχικοῦ σχήματος νὰ τηρεῖ ἀπαρασαλεύτως τὶς νομοκανονικὲς ὑποχρεώσεις τὶς ἀπορρέουσες ἐξ ἀμφοτέρων τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν. Ἑπομένως ἡ εἴσοδος τοῦ μοναχοῦ στὸν κλῆρο ἢ τὸ ἀνάστροφο δὲν τὸν ἀπαλλάσσει τῆς ὑπεξουσιότητος ἔναντι τῆς μονῆς του[49], ἀφοῦ ἀκόμη καὶ ἡ διὰ χρείαν ἀναγκαίαν προσφορὰ ἐκκλησιαστικῆς διακονίας ἐκτὸς μονῆς, ὅπως λογίζεται ἡ θέση τοῦ προσωρινοῦ ἐφημερίου κατὰ τὸ ἄ. 19 Καν. 230/2012, εἶναι πάντοτε ὑπὸ τὴν μορφὴ τῆς πλήρους προσωρινότητος καὶ ἐνόσῳ διαρκεῖ αὐτὴ ἡ «ἀναγκαία χρεία»[50], ἐνῷ ὑπάγεται συγχρόνως ὡς πρὸς τὰ μοναχικά του καθήκοντα ἀποκλειστικῶς στὴν μονή, στὸ μοναχολόγιο τῆς ὁποίας διατελεῖ ἐγγεγραμμένος· ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιτελεῖ ἄνευ ἀντιρρήσεως καὶ δὴ κατὰ προτεραιότητα τὰ ὑπὸ τῆς μονῆς ἀνατιθέμενα σ᾿ αὐτὸν διοικητικὰ καθήκοντα, ὅπως π.χ. τοῦ ἡγουμένου[51] ἢ τοῦ ἡγουμενοσυμβούλου, ἀλλ᾿ ἀκόμη καὶ τὰ διακονήματα[52], ὅπως π.χ. τοῦ ἐφημερίου τοῦ ναοῦ τῆς μονῆς, κατὰ τὰ γενικῶς ὁριζόμενα στὸ ἄ. 39 §4 ΚΧΕΕ, δηλ. τοὺς ἱεροὺς κανόνες, τὶς μοναχικὲς παραδόσεις, τοὺς νόμους τοῦ κράτους καὶ τὸν Ἐσωτερικὸ Κανονισμὸ λειτουργίας τῆς μονῆς (τυπικόν). Ἄρα ὁ ἐκκλησιαστικὸς νομοθέτης λίαν εὐστόχως περιορίζει τὸν ἱερομόναχο ἀποκλειστικῶς στὰ ἀνωτέρω ἀναφερόμενα πνευματικὰ καθήκοντα, ἐφόσον ἡ ἀνάθεση πλειόνων καθηκόντων ὄχι μόνον θὰ ἦταν ἀπᾴδουσα πρὸς τὶς μοναχικὲς παραδόσεις (καὶ ἀντίθετη πρὸς τὶς κατὰ τὴν κουρά του δοθεῖσες ἐπαγγελίες) ἀλλὰ καὶ θὰ κατέληγε δυσβάστακτο ἄχθος, καθότι στὰ ἤδη πρωτεύοντα μοναστικὰ καθήκοντά του θὰ ἐπιβάλλονταν καὶ τὰ ἐκ τῆς προσωρινῆς ἐφημεριακῆς θέσεως σὲ ἐνορία. Ἡ ἱερωσύνη του εἶναι μὲν ὑπερτέρα πασῶν τῶν ἰδιοτήτων, ἀλλ᾿ ὅμως ἀξιομνημόνευτο εἶναι ὅτι ἡ ἱερωσύνη τῶν ἱερομονάχων ὡς μὴ ἀπολελυμένη οὐδέποτε ἀναφέρεται σὲ ἐνοριακὲς ἀνάγκες (ὅπως τῶν μὴ μοναχῶν ἐφημερίων [ἄ. 2§4 καὶ 1§1 Καν. 230/2012]) ἀλλ᾿ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον στήν «κάλυψη τελετουργικῶν ἀναγκῶν τῆς ἱερᾶς μονῆς, στὸ μοναχολόγιο τῆς ὁποίας εἶναι ἐγγεγραμμένοι ὡς μοναχοί», ὅπως propter paritatem ratiōnis προκύπτει ἐκ τοῦ ἄ. 20 §2 Καν. 230/2012[53]. Ἄρα ἡ θεωρουμένη ἀναγκαία χρεία λειτουργικῶν ἀναγκῶν θὰ καλυφθεῖ ὑπὸ ἄλλου πρεσβυτέρου καὶ ὄχι ὑπὸ ἱερομονάχου, τοῦ ὁποίου ἡ ἱερωσύνη ἀναφέρεται στὶς ἀνάγκες ἀποκλειστικὰ τῆς μονῆς του καὶ οὐδέποτε ἐνορίας.

Ἡ λεπτομερὴς ὡστόσο ἐξέταση τῆς ἱστορίας τοῦ ἄ. 19 §1 Καν. 230/2012 ἀποκαλύπτει περαιτέρω νομικὰ ζητήματα ὡς πρὸς τὸ εὖρος τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν τῶν καλυπτομένων ὑπὸ τοῦ ἱερομονάχου ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου. Τὸ ἄ. 51 §6 ΑΝ 2200/1940 ἐπέβαλλε ὁ ἱερομόναχος νά «περιορίζηται εἰς τ᾿ ἀνωτέρω πνευματικὰ καθήκοντα καὶ τὴν τυπικὴν διεξαγωγὴν τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἀκολουθιῶν», ἀντιδιαστελλομένων ἔτσι τῶν καθ᾿ ἡμέραν λειτουργικῶν καθηκόντων[54] πρός «τὸ κήρυγμα, τὴν ἐξομολόγηση, τὴν κατηχητικὴ διακονία καὶ τὰ παρόμοια». Αὐτὸ ἐνδεχομένως νὰ ἔχει βαρύνουσα σημασία ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἄ. 19 Καν. 230/2012, ὅπου ὁ ἐκκλησιαστικὸς νομοθέτης ἔχει πιὰ ἐξοβελίσει «τὴν τυπικὴν διεξαγωγὴν τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἀκολουθιῶν»[55], ὥστε ὁ ἱερομόναχος ἔτσι νά «περιορίζεται ἀποκλειστικῶς στὰ ἀνωτέρω πνευματικὰ καθήκοντα» (argumentum e silentio). Ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου καὶ ὑπὸ τὸ φῶς τῆς συγκρίσεως μὲ τὴν παλαιοτέρα διατύπωση συνάγεται ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικὸς νομοθέτης εἴτε ἔχει ὡς σκοπὸ τὸν παραπλέον περιορισμὸ τοῦ ἱερομονάχου μόνο στὰ ἐν λόγῳ πνευματικὰ καθήκοντα (πβ. ἄ. 8 §2 περ. α΄ ἐδ. β΄ καὶ περ. β΄, Καν. 230/2012) ἐξαιρουμένων καὶ αὐτῶν τῶν λειτουργικῶν εἴτε ἔκρινε ὡς περιττεύοντα πλεονασμὸ τὴν ἀναφορὰ στήν «τυπικὴν διεξαγωγὴν τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἀκολουθιῶν»[56] θεωρώντας την ὡς περιεχομένη στὰ ἀνωτέρω ἐνδεικτικῶς ἀπαριθμούμενα πνευματικὰ καθήκοντα καὶ ὡς προφανῶς ὑπονοουμένη ὑπὸ τῆς συναπτῆς πρὸς αὐτὰ φράσεως: «καὶ τὰ παρόμοια»[57]. Δέον ὅμως νὰ προκριθεῖ ἡ πρώτη ἐκδοχή, καθότι ἀπὸ τὴν συστηματικὴ ἑρμηνεία τοῦ Καν. 230/2012 διαφαίνεται ὁ ἔντονος σεβασμὸς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νομοθέτη πρὸς τὰ μοναχικὰ θέσμια[58] συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιταγὴ τοῦ ΚΧΕΕ (βλ. §4 supra), καθὼς ἐξ αὐτῆς ἀπορρέει καὶ ἡ θέσπιση εἰδικῆς διατάξεως περὶ τοῦ ἱερομονάχου ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου καὶ ἡ τάση ὄχι μόνον ἀποφυγῆς ἀναθέσεως σ᾿ αὐτὸν τῶν ἐφημεριακῶν καθηκόντων ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἀπαλλαγῆς αὐτοῦ ἀπὸ τὰ περισσότερα ἐφημεριακὰ καθήκοντα καὶ περιορισμοῦ του ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον στὰ ἐνδεικτικῶς ἀπαριθμούμενα πνευματικά, τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἄλλως ἀδυναμία ἐκπληρώσεως. Ὁ ἐκκλησιαστικὸς λοιπὸν νομοθέτης εἰσάγει τὴν ἐξαιρετικὴ ρύθμιση τοῦ ἄ. 19 Καν. 230/2012 σκοπεύοντας στὸ νὰ ἀποφύγει τὴν ἔτι περαιτέρω ἐπιβάρυνση τοῦ ἱερομονάχου[59], ὁ ὁποῖος ὡς μὴ ἀπολελυμένως χειροτονηθεὶς πρεσβύτερος διακονεῖ γιὰ τήν «κάλυψη τελετουργικῶν ἀναγκῶν τῆς ἱερᾶς μονῆς» (πβ. ἄ. 20 §2 Καν. 230/2012), στὴν ὁποίαν ἀνήκει καὶ τῆς ὁποίας τὰ λειτουργικὰ διακονήματα ἔχουν προτεραιότητα ἔναντι πάντων τῶν ἐξωμοναστηριακῶν, γιατὶ εἰδάλλως θὰ ἀνέκυπτε μεῖζον πρόβλημα δυσλειτουργίας τῆς μονῆς (στὴν ὁποία προεχόντως ἀναφέρεται ἡ χειροτονία μοναχοῦ κατὰ τὸ ἄ. 9γ΄ Καν. 39/1972), καθὼς θὰ ὑπῆρχε ἀνυπέρβλητο κώλυμα καλύψεως τῶν τελετουργικῶν ἀναγκῶν της, ἂν ὁ διοριζόμενος καὶ ὡς προσωρινὸς ἐφημέριος ἐνορίας εἶχε τὸ διακόνημα τοῦ ἐφημερίου τῆς μονῆς ἤ, τὸ δεινότατον, ἂν αὐτὸς ἦταν ὁ μόνος πρεσβύτερος τῆς μοναχικῆς ἀδελφότητος. Ὁ διορισμὸς ἑπομένως ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου τοῦ ἱερομονάχου καθίσταται ἡ ἐσχάτη λύση, ἀφοῦ θὰ ἀποδεικνυόταν τελικὰ ἄκρως δυσχερὴς ὁ καὶ κατὰ τὴν νομολογία[60] λογιζόμενος «τεθνηκὼς τῷ βίῳ» νὰ ἀναλάμβανε πλήρη καθήκοντα ἐφημερίου ἐν τῷ κόσμῳ· ...πς οκ τοπον τν ποταξάμενον τας το βίου φροντίσιν τι τ τν φροντίδων φέρειν φορτίον κα τ κεθεν βάρει πιέζεσθαι;[61] Ἄρα ὁ μητροπολίτης μετὰ πάσης φειδοῦς καὶ ἐφόσον ἐξήντλησε τὶς ἄλλες δύο κατηγορίες προσωρινῶν ἐφημερίων (ἐγγάμων καὶ μὴ μοναχῶν ἀγάμων), εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξει στήν «διὰ χρείαν ἀναγκαίαν» ἀνάκληση ἱερομονάχου ἐκ τῆς μονῆς του καὶ τὴν ἀνάθεση σ᾿ αὐτὸν ἀποκλειστικῶς τῶν ἀνωτέρω πνευματικῶν καθηκόντων μέχρι τῆς ἐκλείψεως τῶν ἀνωτέρω πνευματικῶν ἀναγκῶν.

  1. Ἀποκλεισμὸς διοικητικῶν καθηκόντων. Ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς συμμορφώσεως πρὸς τὶς μοναχικὲς παραδόσεις (ἄ. 39 §1 καὶ §4 ΚΧΕΕ) ὑπὸ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νομοθέτη εἶναι καὶ ἡ περαιτέρω διευκρίνιση τοῦ ἄ. 19 §1 Καν. 230/2012 (ἡ ὁποία ἐπεκτείνεται καὶ ὡς προϋπόθεση τοῦ ἄ. 19 §2), ὅτι ὁ ἱερομόναχος ὡς προσωρινὸς ἐφημέριος ἐπιτελεῖ τὰ προμνησθέντα πνευματικὰ καθήκοντα «χωρὶς καμία ἀνάμειξη στὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῶν τακτικῶν ἐφημερίων», καθότι διοικητικῶς ὑπάγεται στὴν μονή του, ἀπαλασσόμενος ἀπὸ ἐπιπλέον ἐπιβάρυνση μὲ διοικητικὰ καθήκοντα τῆς ἐνορίας. Γι᾿ αὐτὸ ἡ νομολογία ἐπιμένει ὅτι τὰ καθήκοντα τῶν ἱερομονάχων ὡς προσωρινῶν ἐφημερίων «εἶναι ἀμιγῶς πνευματικά (κήρυγμα, ἐξομολόγηση, κατηχητικὴ διακονία κ.τ.ὅ.), ἀφοῦ ἀπαγορεύεται ρητῶς σὲ αὐτοὺς ὁποιαδήποτε ἀνάμιξη στὰ πάσης φύσεως διοικητικὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῶν τακτικῶν ἐφημερίων»[62]. Ἡ νομοθεσία ἑπομένως τοῦ ἐπιφυλάσσει ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου τόσο διακριτικὸ σύνδεσμο μὲ τὴν ἐν τῷ κόσμῳ ἐνορία, ὥστε «αὐτονόητο εἶναι»[63] –ὅπως διαγορεύει in fine τὸ ἄ. 19 §1 Καν. 230/2012 ἐν εἴδει αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἰδίου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ νομοθέτη (interpretatio legalis) κατὰ τὴν γενικὴ ἀρχή: eius est interpretare legem cuius condere[64]– «ὅτι ὁ διοριζόμενος (sc. ἱερομόναχος) ὡς προσωρινὸς ἐφημέριος... δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πρόεδρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου τῆς ἐνορίας ἢ τῶν ἐνοριῶν, ὅπου διακονεῖ». Ἐφόσον οὐδόλως τοῦ ἀνατίθενται διοικητικὰ καθήκοντα[65], eo ipso ὁ ἱερομόναχος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διοριστεῖ ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου σὲ θέση προέδρου ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου, ὅπως expressis verbis ἐπισημειώνει ὁ κανονισμὸς ἀλλὰ καὶ τονίζει ἡ νομολογία[66]. Ὁ ἐκκλησιαστικὸς λοιπὸν νομοθέτης τὸν ἀπαλλάσσει διαρρήδην ἀπὸ ὅλα τὰ ἐφημεριακὰ καθήκοντα πλὴν τῶν ἀνωτέρω προαναφερθέντων πνευματικῶν, ὥστε νὰ μὴ τοῦ ἐπιφέρει σύγχυση οὔτε μὲ τὴν διοικητικὴ ἐξάρτηση πρὸς τὴν μονή του ἀλλ᾿ οὔτε καὶ μὲ τὴν ὑπὸ τυχὸν συνεφημερίου ἐνάσκηση τῶν διοικητικῶν ἐνοριακῶν καθηκόντων[67].
  2. Ἀνάκληση διορισμοῦ. Ὁ διορισμὸς τοῦ ἱερομονάχου ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου δικαιολογεῖται λόγῳ ἀναγκαίας χρείας, ἡ ὁποία, μόλις ἐκλείψει[68], σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες καὶ τὶς μοναχικὲς παραδόσεις δὲν ἐπιτρέπεται πιὰ ἡ ἔξοδος τοῦ μοναχοῦ ἐκ τῆς μονῆς του, ὁπότε ὁ ἐπίσκοπος ὑποχρεοῦται νὰ ἀνακαλέσει τὸν προσωρινὸ διορισμό του. Ἑπομένως εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ἀποκαλούμενη contra legem ἑρμηνεία[69] τοῦ ἄ. 20 §3 Καν. 230/2012, τὸ ὁποῖο παρέχει διακριτικὴ εὐχέρεια («δύναται») στὸν μητροπολίτη νὰ ἀνακαλέσει τὸν προσωρινὸ διορισμό, ἀφοῦ ἐκ τῶν προμνησθέντων προκύπτει ἀντιθέτως ἡ δεσμία ἁρμοδιότητά του νὰ ἀνακαλέσει τὸν διορισμὸ τοῦ ἱερομονάχου καὶ τὴν ἄδεια ἐξόδου ἐκ τῆς μονῆς[70]. Αὐτὴ ἡ διαταγὴ τοῦ μητροπολίτου πρὸς τὸν ἱερομόναχο, νὰ ἐπιστρέψει στὴν μονή του, ἀναφέρεται στὴν ἐσωτερικὴ τάξη τῆς Ἐκκλησίας (forum internum) καί, καθόσον δὲν διέπεται ἀπὸ διοικητικοὺς νόμους ἀλλὰ ἀπὸ κανονικὲς διατάξεις, δὲν ὑπόκειται συνεπῶς σὲ δικαστικὸ ἔλεγχο[71]· ἡ δ᾿ ἀνάκληση τοῦ διορισμοῦ του γίνεται κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτη κρίση τοῦ κυριάρχου μητροπολίτου (19 §3 Καν. 230/2012)[72] καὶ ἄνευ αἰτιολογίας ἢ προηγουμένης ἀκροάσεως (ἄ. 20 §2 Σ)[73]· ἐὰν ὅμως ἡ πράξη ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ φέρει αἰτιολογία, αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι νόμιμη ὡς ὑποκειμένη σὲ δικαστικὸ ἔλεγχο[74]. Τόσο διακριτικὸς εἶναι ὁ σύνδεσμός του μὲ τὴν ἐνορία, ὥστε ἀναγνωρίζεται ὅτι ἡ ἀνάκληση δὲν ἐπάγει μεταβολὴ στὴν ἐνορία[75], στὴν ὁποία εἶχε προσωρινῶς τοποθετηθεῖ. Ἐπίσης δὲν χορηγεῖται ἀναστολὴ ἐκτελέσεως τῆς πράξεως ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ γιὰ οἰκονομικὴ βλάβη λόγῳ παύσεως τῆς μισθοδοσίας του ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου, ἀφοῦ οἱ δαπάνες διαβιώσεώς του καλύπτονται ὑπὸ τῆς μονῆς του[76]. Αὐτονόητο δὲ τυγχάνει ὅτι ἡ τυχὸν ἐπὶ μακρὸν διατηρηθεῖσα πράξη τοῦ οἰκείου μητροπολίτη περὶ τοποθετήσεως ἱερομόναχου σὲ προσωρινὴ θέση ἐφημερίου δὲν ἐξομοιοῦται, λόγῳ τῆς μακρᾶς διάρκειάς της, πρὸς νόμιμο διορισμὸ τακτικοῦ ἐφημερίου[77], ὁ δὲ περὶ τοῦ ἀντιθέτου λόγος ὄχι μόνον δὲν εὐσταθεῖ ἐλεγχόμενος δικαστικῶς[78] ἀλλὰ κρίνεται πάντη ἀνοίκειος πρὸς τὴν μοναχικὴ ἀποταγὴ[79] ἀνακαλώντας τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τὸν γενικὸ ἀφορισμό (καν. 7 in fine): Οὐδὲν γὰρ τῶν παρανόμως καὶ ἀτάκτως παρυφισταμένων τὸ πρόκριμα τῶν κανονικῶς συνισταμένων ἀποφέρεσθαι δύναται[80].

 

 


ABBREVIATURAE

 

ACO: Schwartz E. et al., Acta Conciliorum Oecumenicorum, Berolini - Lipsiae, 1914-.

B.: Βασιλικά, Scheltema H. – Holwerda D. – van der Wal N., Basilicorum libri LX. Series A (Textus), [Scripta Universitatis Groninganae], Groningen etc., 1953-1988.

C.: Krueger P., Codex Iustinianus, [Corpus Iuris Civilis, II], Berolini 1877.

CCCOGD: Corpus Christianorum - Conciliorum Oecumenicorum Generaliumque Decreta, Turnholti, 2006-.

CCSL: Corpus Christianorum, Series Latina, Turnholti, 1954-.

D.: Mommsen Th. - Krueger P., Iustiniani Digesta, [Corpus Iuris Civilis, I/1-2], Berolini, 1877.

GCS: Die griechischen christlichen Schriftsteller der ersten drei Jahrhunderte, Lipsiae- Berolini, 1995-.

Joannou P., Discipline générale antique (IIe-IXe s.), [Pontificia Commissione per la redazione del codice di Diritto Canonico Orientale. Fonti, 9], I-II, Grottaferrata (Roma), 1962-1964.

Milaš Ν., Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, (μτφρ. Μ. Ἀποστολόπουλος), [Βιβλιοθήκη Μαρασλῆ], Ἀθῆναι, 1906.

N.: Schoell R. – Kroll G., Novellae, [Corpus Iuris Civilis, III], Berolini, 1895.

PG: Migne J.-P., Patrologiae cursus completus: Series Graeca, τ. 1-161, Parisiis, 1857-1867.

SC: Sources Chrétiennes, Paris, 1941-.

Zhukova Ε., Γέννηση καὶ ἐξέλιξη τῆς ἀκολουθίας τοῦ μοναχικοῦ σχήματος κατὰ τοὺς Δ΄ - Ζ΄ αἰῶνες βάσει ἁγιολογικῶν πηγῶν, ἐκδ. Ἑπτάλοφος, Ἀθήνα, 2010.

----------

Ἀνδρουτσόπουλος Γ., «Οἱ Κανονισμοὶ Περὶ ἐφημερίων καὶ διακόνων τῶν Ἐκκλησιῶν Ἑλλάδος (230/2012) καὶ Κρήτης (1/2013): συγκριτικὴ ἐπισκόπηση», Τιμητικὸς Τόμος γιὰ τὰ 50 χρόνια τῶν Τακτικῶν Διοικητικῶν Δικαστηρίων, ἐκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2015, σ. 323-346.

ἈποφΣτΕ: Ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, Ἀθῆναι, 1929-.

Γιαννόπουλος Σ., Συλλογὴ ἐγκυκλίων Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι, 1901.

Θέμελης Χ., Συνοδικαὶ Ἐγκύκλιοι, Ι-VΙΙ, ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθήνα, 1955-2006.

Λιαρμακόπουλος Ἀ., «Neque monachi extra monasterium degant», Digesta 2016.

ΝοΒ: Νομικὸν Βῆμα, Ἀθήνα, 1953-.

Παναγιωτάκος Π., Τὸ δίκαιον τῶν μοναχῶν, [Σύστημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου κατὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι ἰσχὺν αὐτοῦ, 4], Ἀθῆναι, 1957.

Παπαδόπουλος Σ., Πατρολογία, Ι-ΙΙΙ, Ἀθήνα, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα, 1977-2010.

Ροδόπουλος Π., Ἐπιτομὴ Κανονικοῦ Δικαίου, ἐκδ. Μυγδονία, Θεσσαλονίκη, 2005.        

ΡΠ: Ῥάλλης Γ.- Ποτλῆς Μ., Σύνταγμα Θείων καὶ Ἱερῶν Κανόνων, I-VI, Ἀθήνησιν, 1852-1859.

Τρομπούκης Β., Ἡ περιφερειακὴ ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ι, [Βιβλιοθήκη Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Μελέτες, 4], ἐκδ. Σάκκουλας, Ἀθήνα-Κομοτηνή, 2011.

Τρωϊᾶνος Σ., Οἱ πηγς τοῦ Βυζαντινο Δικαίου, ἐκδ. Σάκκουλας, Ἀθήνα-Κομοτηνή, 32011.

Τρωϊᾶνος Σ. – Παπαγεωργίου Κ., Θρησκευτικὴ Νομοθεσία, ἐκδ. Νομικὴ Βιβλιοθήκη, Ἀθήνα, 2009.

Χριστοφιλόπουλος Ἀ., Ἑλληνικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, Ἀθῆναι, 21965.

 

* Θερμὲς εὐχαριστίες ἀπευθύνονται στὸν Ὁμ. Καθηγητὴ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ΕΚΠΑ Σπ. Τρωϊᾶνο γιὰ τὶς διορθωτικὲς παρεμβάσεις, καθὼς καὶ στὴν ἀφ. Ἐπ. Καθηγήτρια Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ΕΚΠΑ Β. Λεονταρίτου, στὴν Καθηγήτρια Ἱστορίας Δικαίου καὶ Κοσμήτορα τῆς Νομικῆς Σχολῆς ΔΠΘ Μαρία Γιούνη καὶ στὸν Ἐπ. Καθηγητὴ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ΑΠΘ Κ. Παπαγεωργίου γιὰ τὴν πολύτιμη βοήθειά τους, ὅπως καὶ στὸν ὑπ. Δρ. Ἱστορίας Δικαίου ΕΚΠΑ Β. Κόλλια γιὰ τὶς πάντοτε εὔστοχες παρατηρήσεις του καὶ τὴν ὑπόδειξη πρόσφατης νομολογίας.

[1] Τρωϊᾶνος Σ. – Δημακοπούλου Χ., Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία: οἱ σχέσεις τους κατὰ τὸν ΙΘ΄ αἰ. (1833-1852), ἐκδ. Σάκκουλας, Ἀθήνα-Κομοτηνή, 1999, σ. 39 κἑξ.· Ἰατροῦ Γ., Ἡ θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν ἐκκλησιαστική, τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ διεθνῆ ἔννομη τάξη, [Βιβλιοθήκη Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Μελέτες, 2], ἐκδ. Σάκκουλας, Ἀθήνα-Κομοτηνή, 2010, σ. 166 κεξ.

[2] Οἰκονόμου Κ., Τὰ σῳζόμενα ἐκκλησιαστικὰ συγγράμματα, ΙΙ, Ἀθήνα, 1864, σ. 134.

[3] Ibidem, σ. 115 καὶ 123-124. Πβ. von Maurer G. L., Ὁ ἑλληνικὸς λαός, [Ξένοι περιηγητὲς στὸν ἑλληνικὸ χῶρο, 4], (μτφρ. Ὄ. Ρομπάκη), Ἀθήνα, 1976, σ. 277-278 καὶ 281.

[4] Τρωϊᾶνος – Δημακοπούλου, Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία (ἔ.ἀ. σημ. 1), σ. 67-68.

[5] Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος 599/07-03-1834 (Γιαννόπουλος, Ἐγκύκλιοι, σ. 303).

[6] ΒΔ 28-07-1858 (ΦΕΚ Α΄/42/15-09-1858): «15. Πλὴν τῶν εἰς ἐκκλησιαστικὴν ἢ διδασκαλικὴν ὑπηρεσίαν διοριζομένων μοναχῶν, ἱερωμένων ἢ μή, οὐδεὶς ἕτερος δύναται νὰ μένῃ ἐν τῷ κόσμῳ ἄνευ τῆς Ἡμετέρας ἐγκρίσεως. Ἐξαιροῦνται τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης ἐκεῖνοι, τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑπηρεσίας τῶν ὁποίων, ὁμολογουμένως ἤθελεν ἔχει χρείαν ὁ ἁρμόδιος ἐπίσκοπος. Περὶ τούτου ἀποφασίζει ἑκάστοτε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐπ᾿ ἀναφορᾷ τοῦ ἐπισκόπου.», Ματαράγκας Δ., Δίκαιον Ἐκκλησίας – Πολιτείας Ἑλλάδος, Ι, Ἀθῆναι, 1937, σ. 291. Περὶ ἐξόδου μοναχῶν βλ. προγενέστερες συνοδικὲς ἐγκυκλίους ἐν Δεληγιάννης Θ. – Ζηνόπουλος Γ., Ἑλληνικὴ Νομοθεσία, VI, Ἀθῆναι, 1875, σ. 202-204. Περὶ δὲ τῆς ἀναγκαίας χρείας τοῦ καν. 4 τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου βλ. Λιαρμακόπουλος, Monachi, §3.

[7] Συνοδικὴ Εγκύκλιος 895/07-02-1872 (Γιαννόπουλος, Ἐγκύκλιοι, σ. 332-333 ἢ 553)· τὴν αὐτὴ σύγχυση ἐπαναλαμβάνει καὶ ἡ 870/1956, ἡ ὁποία ἀνεκλήθη διὰ τῆς 914/1957 (Θέμελης, Συνοδικαὶ Ἐγκύκλιοι, ΙΙ, σ. 852, καὶ ΙΙΙ, σ. 44 ἀντιστοίχως).

[8] Ν. 201/1852 (ΦΕΚ Α΄/28/24-06-1852): Τζωρτζᾶτος Β., Ἡ καταστατικὴ νομοθεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα, 1967, σ. 106-116. Ἐν ἄ. 14δ΄ προβλέπεται ποινὴ εἰδικῶς περὶ τοῦ μοναχικοῦ κλήρου. Περὶ ἐφημεριακοῦ κλήρου γενικῶς βλ. Milaš, Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, σ. 572 κἑξ.

[9] ἄ. 28 Ν. 3596/1910 (ΦΕΚ Α΄/93/09-03-1910): Κώδηξ Θέμιδος (1910) 220-224. Τὸ ἄ. 28 εἶναι ἡ μόνη ἕως τοῦδε στοιχοῦσα πλήρως πρὸς τοὺς κανόνες καὶ τὶς μοναχικὲς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας ρύθμιση περὶ ἱερομονάχων· βλ. Λιαρμακόπουλος, Monachi, §6.

[10] Ἐξαιρουμένου τοῦ ἄ. 51 §1 ΑΝ 2200/1940 (πρὸ τῆς τροποποιήσεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ἄ. 20 ΝΔ 586/1941): «Ἀπαγορεύεται ἡ ἀνακήρυξις ἱερομονάχων ὡς ὑποψηφίων ἐφημερίων (>ἄ. 45§1 Καν. 2/1969). Ἡ ἀνακήρυξις ἀγάμων μὴ μοναχῶν δὲν ἀπαγορεύεται.», ἡ ἀδικαιολόγητος σύγχυσις τῶν ἀγάμων κοσμικῶν κληρικῶν μετὰ τῶν μοναχῶν κληρικῶν ἐπιβιώνει ἀπὸ τότε μέχρι καὶ τὸν Καν. 230/2012 (βλ. ἄ. 16 §3 καὶ 20 §2, ἔνθα ἅπαντες οἱ ἄγαμοι εἶναι ἐγγεγραμένοι σὲ μοναχολόγιο), ὥστε προκύπτει ὅτι ὅλοι οἱ ἄγαμοι ἔχουν τὴν μοναχική ἰδιότητα! Ἡ αὐτὴ σύγχυσις ἀπαντᾷ καὶ ἐν ἄ. 32 §2 Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου (Κονιδάρης Ἰ., Καταστατικὴ Νομοθεσία, ἐκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2012, σ. 284). Οἱ ἄγαμοι κληρικοὶ εἶναι κατηγορία εὐρυτέρα τῆς τῶν χειροτονημένων μοναχῶν, δηλ. τῶν προσώπων ποὺ φέρουν τὴν ἰδιότητα τοῦ κληρικοῦ καὶ τοῦ μοναχοῦ· ἄρα ὁ ἄγαμος κληρικὸς δὲν εἶναι ἀναγκαστικὰ καὶ μοναχός: Χριστοφιλόπουλος, Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, σ. 146 σημ. 40· βλ. ὅμως καὶ Νικολόπουλος Ἱ., «Ὁ ἐν τῷ κόσμῳ ἄγαμος κληρικός», ΕΕΘΣΠΑ (Τμῆμα Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας) 13 (2008) 151-160, ἔνθα ἀνάπτυξη περὶ κοσμικῶν ἱερομονάχων (sic)! Στὴν ἀρχαία παράδοση τῆς ἐκκλησίας κατὰ τὴν θρυλουμένη ρήση τοῦ Παφνουτίου δὲν μνημονεύεται ἀκόμη ὁ μετέπειτα μοναχικὸς κλῆρος· Σῳζομενός, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 1.23.4: «...κατ δ τν ρχαίαν τς κκλησίας παράδοσιν τος μν γάμους το ερατικο τάγματος κοινωνήσαντας μηκέτι γαμεν, τος δ μετ γάμον ν χουσι γαμετν μχωρίζεσθαι.», (GCS 4.4418-21 [:SC 306.212-214])· Σωκράτης Σχολαστικός, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 1.11.4-5 (GCS 1.4213-21 [SC 477.144])· Γελάσιος Κυζικηνός, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, 2.32.2-3 (GCS 9.11822-1191)· περὶ τούτων τῶν ἱστορικῶν βλ. Καρπόζηλος Ἀ., Βυζαντινοὶ Ἱστορικοὶ καὶ Χρονογράφοι, Ι, ἐκδ. Κανάκης, Ἀθήνα, 1997, σ. 153-158, 114-122, 197-200· Παπαδόπουλος, Πατρολογία, ΙΙΙ, §104, σ. 605-610, καὶ §105, σ. 610-615, καὶ §159, σ. 822-823. Ὁ δὲ Μ. Βλάσταρης ἐπεξηγεῖ ὅτι ἡ ἀνωτέρω ἀναφορὰ γίνεται περὶ τοῦ ἐν κόσμῳ κλήρου καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ μοναχικοῦ: «...συνεβούλευσέ τε τ Συνόδ, μ τοιοτον θέσθαι νόμον, δυσχερς εναι τος ν κόσμ διάγουσι τ πργμα φέρειν ποφαινόμενος...» (ΡΠ 6.152)· βλ. Παναγιωτάκος Π., Περὶ τοῦ γάμου καὶ τῆς ἀγαμίας τῶν κληρικῶν, Ἀθήνα, 1940, σ. 28 σημ. 6· Lea H., History of sacerdotal celibacy in the Christian Church, Ι, London, 1907, σ. 50-52· περὶ Μ. Βλάσταρη βλ. Τρωϊᾶνος, Πηγές, § 6.4.2, σ. 400-404. Ἡ κανονικὴ παράδοση πάντως δὲν ἀναγνωρίζει διαχωριστικὸ σύνορο τοῦ κλήρου (ἐξαιρουμένου τοῦ μοναχικοῦ) σὲ ἐγγάμους καὶ ἀγάμους (πβ. «Ἡ διαίρεση τοῦ ἱερατικοῦ σώματος μὲ κριτήρια τὸν γάμο... εἶναι ἀπὸ τὶς σύγχρονες «ἐσωτερικὲς αἱρέσεις», ποὺ... μαστίζουν τὸ σῶμα τῆς σημερινῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας.», Παχυγιαννάκης Εὐ., Ἐνορία καὶ Μονὴ στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα, 1993, σ. 106-107). Ἡ διαφορετικὴ βεβαίως ἀντιμετώπιση ὑπὸ τῆς νεωτέρας νομοθεσίας ἀστοχεῖ πολῷ μᾶλλον κατὰ τὴν ἀτυχῆ σύγχυση τῶν ἀγάμων κοσμικῶν μὲ τὸν μοναχικὸ κλῆρο (βλ. ἄ. 37 §2 ΚΧΕΕ, ἄ. 4 Καν. 142/1999, ἄ. 20 §2 Καν. 230/2012 κἄ.) παρὰ κατὰ τὴν θεμιτὴ καὶ εὐνοϊκὴ μεταχείριση τῶν ἐγγάμων λόγῳ τῶν οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν τους (βλ. ἄ. 37 §2-3 ΚΧΕΕ, ἄ. 2 §3 Καν. 230/2012 κἄ.). Ἰστέον δ᾿ ὅτι οἱ ἐν χηρείᾳ διατελοῦντες δὲν θεωροῦνται ἄγαμοι, ὁπότε καταλαμβάνουν θέση τακτικοῦ ἐφημερίου, καθὼς δὲν ἀποτελεῖ προϋπόθεση τὸ νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται ὁ γάμος· ΣτΕ 256/1934: ἈποφΣτΕ 1934, Ι, σ. (645-649) 648· βλ. Τρωϊᾶνος–Πουλῆς, Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο, §6.3.3, σ. 409 σημ. 13· Τρομπούκης, Περιφερειακὴ ὀργάνωση, Ι, §27, σ. 246 σημ. 38. Ἂν ὅμως ὁ τακτικὸς ἐφημέριος ἀποκαρεῖ μοναχός, παύει πιὰ νὰ πληροῖ τὴν προϋπόθεση κατοχῆς θέσεως τακτικοῦ ἐφημερίου (ἐπιγενόμενο κώλυμα ἀγαμίας [πβ. ΣτΕὉλ 2210/1951: ΑΕΚΔ 7 (1952) 226-227, σ. 227]), ἀφοῦ προσκρούει στὸ γράμμα τοῦ νόμου (ἄ. 37 § 2 ΚΧΕΕ) ὡς ἄγαμος κληρικός (ἱερομόναχος).

[11] ἄ. 78 ΝΔ τῆς 17-12-1923 «Περὶ Ἐφημεριακῶν Ναῶν καὶ Ἐφημερίων» (ΦΕΚ Α΄/382/28-12-1923): Κώδηξ Θέμιδος (1923) 956-967.

[12] Ἡ τροποποίηση τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου ἐπῆλθε διὰ τοῦ ἄ. 3 τοῦ ΝΔ τῆς 14-09-1929 (ΦΕΚ Α΄/381/21-10-1929): Κώδηξ Θέμιδος (1929) 689-691 > ἄ. 3 Ν. 4567/1930 (ΦΕΚ Α΄/125/28-04-1930): Κώδηξ Θέμιδος (1930) 144-146. Βλ. ΣτΕὉλ 139/1930: Θέμις 41 (1930) 755-761, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποίαν ὀρθῶς δὲν διορίστηκε σὲ ἐφημεριακὴ θέση ἱερομόναχος. Τροποποιήθηκε: «Ἀπαγορεύεται ἡ ἀνακήρυξις ἀγάμων ἱερέων ὡς ὑποψηφίων ἐφημερίων.» ὑπὸ τοῦ ἄ. 37 Ν. 5148/1931 (ΦΕΚ Α΄/234/27-07-1931): Κώδηξ Θέμιδος (1931) 495-506 > ἄ. 91 ΠΔ τῆς 06-09-1931 «Περὶ κωδικοποιήσεως τῶν περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐφημερίων... διατάξεων» (ΦΕΚ Α΄/363/13-10-1931): Κώδηξ Θέμιδος (1931) 923-941. Κριτικὴ ἐπὶ τῆς συγχύσεως τοῦ ἀγάμου κοσμικοῦ κλήρου μετὰ τοῦ μοναχικοῦ ὑπὸ τοῦ Ν. 5148/1931 βλ. ἐν Μπούας Χ., «Κλῆρος μοναχικὸς καὶ κοσμικός», Γρηγόριος Παλαμᾶς 18 (1934) 319-324. Ἑπόμενη τροποποίηση: «Οἱ ἐκ μονῶν... μετακαλούμενοι καὶ προσωρινῶς εἰς χηρευούσας ἐνορίας τοποθετούμενοι ἄγαμοι κληρικοὶ παραμένουσι προσωρινῶς εἰς αὐτὰς μέχρι τῆς ὁριστικῆς πληρώσεως τῆς θέσεως.» ὑπὸ τοῦ ἄ. 24 §4 Ν. 5439/1932 (ΦΕΚ Α΄/146/09-05-1932): Κώδηξ Θέμιδος (1932) 338-346.

[13] ΑΝ 1369/1938 (ΦΕΚ Α΄/317/10-09-1938): Κώδηξ Θέμιδος (1938) 537-557· Κῶδιξ Νόμων (1938) 636-650. Ὅμως κατὰ τὸ ἄ. 72 §1 δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ ἄγαμοι κληρικοὶ σὲ κατηγορίες μὴ ἐνοριακῶν ναῶν. Πάντως, ὡς ἐκ τῶν κανόνων καὶ τῶν μοναχικῶν παραδόσεων (βλ. Λιαρμακόπουλος, Monachi, §6) προκύπτει, ὁ ἱερομόναχος οὕτως ἢ ἄλλως ἀποκλείεται ἐκ τῆς ὑποψηφιότητος γιὰ ἐφημεριακὴ θέση, ἀφοῦ ἡ ἱερωσύνη του ἔχει ἀναφορὰ στὴν μονή του καὶ μόνον διὰ χρείαν ἀναγκαίαν ἐπιτρέπεται ὁ ἐπίσκοπος νὰ τὸν ἀνακαλέσει ἐκ τῆς μονῆς του καὶ νὰ τοῦ ἀναθέσει προσωρινῶς ἐξωμοναστηριακὴ ἐκκλησιαστικὴ ὑπηρεσία· αὐτονόητο δὲ τυγχάνει ὅτι οὔτε μοναχὸς οὔτε διάκονος-μοναχὸς ἐπιτρέπεται νὰ θέσει ὑποψηφιότητα (ὅπως ὁ λαϊκὸς ἢ ὁ μὴ μοναχὸς διάκονος) γιὰ τὸν αὐτὸ λόγο.

[14] ΑΝ 2170/1940 (ΦΕΚ Α΄/5/04-12-1940): Κώδηξ Θέμιδος (1940) 7-16.

[15] ΑΝ 2200/1940 (ΦΕΚ Α΄/42/01-02-1940): Κώδηξ Θέμιδος (1940) 32-51. Βλ. ἄ. 56 §1: «Ἀπαγορεύεται ἡ ἀνακήρυξις ἱερομονάχων ὡς ὑποψηφίων ἐφημερίων. Ἡ ἀνακήρυξις ἀγάμων μὴ μοναχῶν δὲν ἀπαγορεύεται».

[16] ἄ. 20 ΝΔ 586/1941 (ΦΕΚ Α΄/350/22-10-1941): Κώδηξ Θέμιδος (1941) 472-475· Κῶδιξ Νόμων (1941) 454-456.

[17] ἄ. 3 §2-3 ΝΔ 3859/1958 (ΦΕΚ Α΄/155/10-10-1958): ΚΝοΒ (1958) 781-782· Κῶδιξ Νόμων (1958) 835-837.

[18] Ν. 671/1943 (ΦΕΚ Α΄/324/27-09-1943): Κώδηξ Θέμιδος (1943) 313-323.

[19] Περὶ ἐκκλησιαστικῆς κανονιστικῆς ἁρμοδιότητος βλ. Παπαγεωργίου Κ., Τὰ ὅρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτοδιοίκησης, Ι, ἐκδ. Degiorgio, Τρίκαλα-Θεσσαλονίκη, 2012, σ. 72-84.

[20] ΝΔ 126/1969 (ΦΕΚ Α΄/27/17-02-1969): KΝοΒ (1969) 183-196· Κῶδιξ Νόμων (1969) 121-130· Ἐκκλησία 46 (1969) 73-87.

[21] Κανονισμὸς 2/1969 «Περὶ ἱερῶν ναῶν, ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων» (ΦΕΚ Α΄/193/19-09-1970): ΚΝοΒ (1970) 1104-1123· Κῶδιξ Νόμων (1970) 927-939· Ἐκκλησία 46 (1969) 317-336, καὶ 47 (1970) 510.

[22] Τρωϊᾶνος–Παπαγεωργίου, Θρησκευτικὴ νομοθεσία, σ. 594 καὶ 599.

[23] Ν. 590/1977 (ΦΕΚ Α΄/146/31-05-1977). Ἐνημερωμένη ἔκδοση τοῦ ΚΧΕΕ: Κονιδάρης Ἰ., Θεμελιώδεις διατάξεις σχέσεων Κράτους – Θρησκευμάτων, [Βιβλιοθήκη Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Πηγές, 1], ἐκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 32016, σ. 85-170.

[24] Τρωϊᾶνος–Παπαγεωργίου, Θρησκευτικὴ νομοθεσία, σ. 270.

[25] Βλ. τὴν σύγχυση ἐν ἄ. 16 §3 καὶ 20 §2 Καν. 230/2012, ἔνθα οἱ ἄγαμοι νοητέοι ὡς μοναχοί (interpretatio restrictiva), ἐφόσον ἀναφέρονται ὡς ἐγγεγραμμένοι σὲ μοναχολόγιο.

[26] Τοῦ νόμου μὴ διακρίνοντος («lege non distinguente nec nostrum est distinguere») ἐν ἄ. 37 §2 ὑπὸ τὸν ὅρον «ἄγαμος» νοοῦνται ἄγαμοι πρεσβύτεροι τοῦ κοσμικοῦ καὶ τοῦ μοναχικοῦ κλήρου· πβ. ἄ. 8 §2 «Προσχέδιο νόμου περὶ ΚΧΕΕ», Χριστιανὸς 28 (1989) 27-42, σ. 34. Περὶ τοῦ ἐπιχειρήματος «τοῦ νόμου μὴ διακρίνοντος» βλ. Σταμάτης Κ., θεμελίωση τν νομικν κρίσεων (Εσαγωγ στ Μεθοδολογία το Δικαίου), ἐκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 82009, σ. 445-449.

[27] Καν. 230/2012 «Περὶ ἐφημερίων καὶ διακόνων» (ΦΕΚ Α΄/73/09-04-2012): Ἐκκλησία 90 (2012) 242-247· Κονιδάρης Ἰ., Κανονισμοὶ Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, [Βιβλιοθήκη Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Πηγές, 2], ἐκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 22015, σ. 277 κἑξ.

[28] ΠολΠρωτΠειραιῶς 464/2011· ΑΠ 129/1923: «...ὁ ὅρος ἱερομόναχος σημαίνει, ὡς ἐξ αὐτοῦ δηλοῦται, τὸν μοναχόν, τὸν χειροτονημένον καὶ ἱερουργοῦντα ἱερέα...», Θέμις 34 (1923) 405-406, σ. 406· ΠρωτΑθ 8593/1964: Ἐφημερὶς Ἑλλήνων Νομικῶν 32 (1965) 71-76, σ. 75.

[29] Πβ. ΠρωτΑθ 397/1957: «...ὁμολογίαν, ἀναλυομένην εἰς τὸ τρίπτυχον τῆς ὑποσχέσεως παρθενίας, ὑπακοῆς καὶ πτωχείας ἢ ἀκτημοσύνης καὶ ἐνσωματουμένην εἰς τριπλοῦν οὕτως εἰπεῖν περιεχομένου δήλωσιν βουλήσεως, ἥτις, μὴ στερουμένη ἐννόμων συνεπειῶν, δύναται κατά τινα ἔννοιαν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς οἱονεὶ δικαιοπραξία.», Ἀρχεῖον Νομολογίας 8 (1957) 514-517, σ. 516· βλ. Παναγιωτάκος, Δίκαιον μοναχῶν, σ. 72 καὶ 76· Λιαρμακόπουλος, Monachi, §2 σημ. 34-35.

[30] Κόντης Ἀ., κληρονομικ διαδοχὴ τῶν ὀρθοδόξων μοναχῶν στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια κατ τ σχύον δίκαιο, [Βιβλιοθήκη Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Μελέτες, 5], ἐκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2012, §2.1, σ. 31-41, καὶ §14, σ. 254 -276 περὶ κληρονομικῆς διαδοχῆς ἱερομονάχων· Πολυζωΐδης Κ., Τὸ ἰσχύον περιουσιακὸν καθεστὼς τῶν μοναχῶν ἐντὸς τῆς ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, ἐκδ. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη, 1994, passim καὶ περὶ ἱερομονάχων ἐν σ. 248 κἑξ., ἔνθα περιγράφεται ἡ ἐκ τῆς μονῆς του ἀποξένωση τοῦ ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου διορισθέντος ἱερομονάχου (σ. 249, 261, 265: «κοσμικὸς ἱερομόναχος (sic)», 277) καὶ ἡ (ἀντικανονικὴ βεβαίως) τάση τοῦ πολιτειακοῦ νομοθέτου, νὰ ἐξισώσει αὐτὸν πρὸς τόν (σαφῶς διαβιοῦντα ἐν τῷ κόσμῳ) ἐκ μοναχῶν προερχόμενον ἐπίσκοπο, περὶ τοῦ ὁποίου λογίζονται ὡς ἐν ἀναστολῇ οἱ ἐπαγγελίες ἀκτημοσύνης καὶ ὑπακοῆς (σ. 247, 272, 275)· ἐν σ. 271 δ᾿ ἀναγράφεται –icredibile auditu– ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου διορισμοῦ τοῦ ἱερομονάχου ὡς προσωρινοῦ ἐφημερίου «ἀναβιώνει... συγχρόνως καὶ ἡ ὑποχρέωσις αὐτοῦ (sc. τοῦ ἱερομονάχου) πρὸς συντήρησιν τῶν, ἀμέσως ἐξ αὐτοῦ πρὸ τῆς κουρᾶς του, ἐξαρτωμένων συγγενῶν... λόγῳ τοῦ ὅτι καθίσταται οὗτος καὶ πάλιν προσωπικῶς ὑπεύθυνος ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ἔναντι τῶν συγγενῶν διὰ τὰς ἐκ τῆς νέας του περιουσίας ὑποχρεώσεις» (sic)!

[31] Βλ. τὸ κείμενο τοῦ κανονισμοῦ ἐν Κονιδάρης, Κανονισμοί (ἔ.ἀ. σημ. 27), σ. 313 κἑξ.

[32] Τρωϊᾶνος–Παπαγεωργίου, Θρησκευτικὴ νομοθεσία, σ. 557-558.

[33] Ἡ διάκριση τῶν μοναχῶν σὲ μικροσχήμους καὶ μεγαλοσχήμους εἶναι νομικῶς ἀδιάφορη· περὶ τῆς προελεύσεως αὐτῆς βλ. Φειδᾶς Β., «Μοναχισμὸς καὶ κόσμος», Τάσεις τοῦ ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ (Θ΄-Κ΄ αἰ.), [Τὸ Βυζάντιο σήμερα, 1], ΕΙΕ/ΙΒΕ, Ἀθήνα, 1996, σ. (39-52) 47, καὶ Idem, «Κύριοι σταθμοὶ τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ μοναχισμοῦ», Ὁ ἀναλλοίωτος ὀρθόδοξος μοναχισμὸς ἐλπίδα σωτηρίας στὴν ἀνατολὴ τῆς Γ΄ χιλιετίας, ἔκδ. Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα, 2003, σ. (148-160) 155. Οἱ δ᾿ ἀποκαλούμενοι ῥασοφόροι, δηλ. ὅσοι ἀδείᾳ τοῦ ἡγουμένου φέρουν (βλ. ὅμως Παναγιωτάκος, Δίκαιον μοναχῶν, σ. 97 σημ. 2, ἀλλὰ πβ. καὶ ἄ. 54 §2 ΚΧΕΕ) τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα, ἐφόσον συμφώνως πρὸς τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «ἓν... τὸ σχῆμα...» (CFHB 31.3348 (§10) [πβ. PG 99.1820C] καὶ PG 155.104C [πβ. Μπαθρέλλος Δ., Σχεδίασμα δογματικῆς θεολογίας μὲ βάση τὸ συγγραφικὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Συμεὼν Θεσσαλονίκης (1429), ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀθήνα, 2008, σ. 222-224 καὶ 376]), εἶναι ὡσαύτως ἄνευ νομικῆς σημασίας: Νικολόπουλος Ἱ., «Περὶ τῶν ρασοφόρων μοναχῶν», Θεολογία 76 (2005) 37-73· Χριστοφιλόπουλος Ἀ., Θέματα βυζαντινοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, Ἀθῆναι, 1957, §46, σ. 51· Τρωϊᾶνος-Πουλῆς, Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο, §4.4.4, σ. 248· Παπαγεωργίου, Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο, 269-270· Ροδόπουλος, Ἐπιτομή, σ. 129-130· Λιλαῖος Γ., «Γνωμοδότηση», Ἐκκλησία 63 (1986) 380-383, σ. 381 καὶ 383· Συνοδικαὶ Ἐγκύκλιοι 405α΄/1945, 2362/1983 καὶ 2679/1999 (Θέμελης, Συνοδικαὶ Ἐγκύκλιοι, ΙΙ σ. 377-378, VI σ. 82-85, VII σ. 171-173)· contra: Βαλσαμών, Ἐπιστολὴ χάριν τῶν ῥασοφόρων, ΡΠ 4.497-510· Zhukova, Μοναχικὸ σχῆμα, σ. 310.

[34] Παναγιωτάκος, Δίκαιον μοναχῶν, σ. 142 κἑξ· Τούσας Σ., «Γνωμοδότησις 15/1969», Ἐκκλησία 46 (1969) 538-539· Σταυρόπουλος Γ., «Γνωμοδότησις», ΑΕΚΔ 14 (1959) 149-150· Φιλάρετος Γ., «Πῶς καὶ τίνι τρόπῳ δύναται μοναχὸς ν᾿ ἀποκτήσῃ διαμονὴν μακρὰν τῆς μονῆς», Νέοι Πανδέκται 7 (1906) 740-745.

[35] Βλ. καὶ τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο 1685/03-04-2015 «Τήρησις καὶ ἔλεγχος καταχωρίσεων μοναχολογίων»· πβ. ΑΠὉλ 17/2008:«...οἱ ἀποκτήσαντες τὴν ἰδιότητα τοῦ μοναχοῦ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν κληρικοὶ ὁποιουδήποτε βαθμοῦ, μὲ τὴν κουρὰ καὶ τὴ δόση τῆς μοναχικῆς ἐπαγγελίας ἀποκόπτονται παντελῶς ἀπὸ κάθε κοσμικὴ φροντίδα, ἀφοῦ «συγγένεια γὰρ μοναχοῖς ἐπὶ γῆς οὐκ ἔστι τοῖς γε τὸν οὐρανὸν ζηλώσασι βίον» (sc. Ν.133.3) θεωρούμενοι «τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ» (sc. PG 46.832D) καταλιπόντες, ἄποψη ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν ἀφίσταται οὔτε ὁ διατηρηθεὶς σὲ ἰσχὺ μὲ τὸ ἄ. 99 ΕἰσΝΑΚ Ν. ΓΥΙΔ'/1909, ποὺ ἐξομοιώνει τὴν κουρὰ τοῦ μοναχοῦ πρὸς τὸ θάνατο καὶ ἀνοίγει τὴν κληρονομικὴ τοῦ κειρόμενου διαδοχή, οἱ δὲ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες ἀπειλοῦν τοὺς παραβάτες τῶν ὡς ἄνω ὑποχρεώσεων μὲ καθαίρεση. Ἐξάλλου, κατὰ τοὺς ὡς ἄνω ἱεροὺς κανόνες ἡ ἱερὴ διαβεβαίωση τῆς μοναχικῆς ἐπαγγελίας, τὴν ὁποία δίδει κατὰ τὴν κουρά του ὁ μοναχός, φέρει χαρακτῆρα ἀναλλοίωτο καὶ ἀνεξάλειπτο, μὲ δύναμη ἴση μὲ τὰ μυστήρια τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς ἱεροσύνης, συνοδεύει δὲ τὸ μοναχὸ καὶ στοὺς ἱερατικοὺς βαθμούς, στοὺς ὁποίους χειροτονεῖται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποβολή της οὔτε ἑκουσίως οὔτε ἀναγκαστικῶς.», βλ. ΝοΒ 56 (2008) 1881. Περὶ τῆς μὴ προβλέψεως ἀποβολῆς τῆς μοναχικῆς ἰδιότητος βλ. Ἀποστολάκης Γ., Ζητήματα καταστάσεως μοναχοῦ, Πρότυπες Θεσσαλικὲς Ἐκδόσεις, Τρίκαλα, 2007, σ. 85-118· περὶ δὲ τῆς ὑπὸ δυτικῆς ἐπιρροῆς (proprie post Concilium Tridentinum, 1545-1563) θεωρίας περὶ τοῦ ἀνεξαλείπτου χαρακτῆρος (character indelebilis) τῆς ἱερωσύνης βλ. Παναγιωτάκος Π., Ἡ ἱερωσύνη καὶ αἱ ἐξ αὐτῆς νομοκανονικαὶ συνέπειαι, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι, 1951, §14, σ. 40-45, ἔνθα καὶ βιβλιογραφία δυτικῶν· contra: Χριστοφιλόπουλος, Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, §34, σ. 152· Ροδόπουλος, Ἐπιτομή, σ. 125-126· ΕφΑθ 90/1954: «...καὶ αὐτὴ ἡ χειροτονία, οὖσα μυστήριον, δὲν εἶναι ἀνεξίτηλος, ἅτε ἀναιρουμένη καὶ καταλυομένη διὰ τῆς καθαιρέσεως τοῦ κληρικοῦ.», ΑΕΚΔ 9 (1954) 157-162, σ. 159.

[36] Μήπως τελικὰ στήν (ἀντικανονικὴ καὶ παράνομη) ἀποξένωση (βλ. Λιαρμακόπουλος, Monachi, §3) ἀπὸ τὴν μονή του δὲν καταλήγει καὶ ἡ πρόβλεψη τῶν νεωτέρων μοναστηριακῶν τυπικῶν (βλ. π.χ. Κονιδάρης Ἰ., Ἐσωτερικοὶ Κανονισμοὶ Ἱερῶν Μονῶν Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, [Βιβλιοθήκη Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Πηγές, 3], ἐκδ. Σάκκουλας, Ἀθήνα-Κομοτηνή, 2002, §63, ἄ. 4στ΄, σ. 1014), ὅτι δηλ. ἀφαιρεῖται ἀκόμη καὶ τὸ δικαίωμα ψήφου ἀπὸ τὸν μοναχό (καίπερ ἐγγεγραμμένον στὸ μοναχολόγιον), ὁ ὁποῖος δὲν ἐγκαταβιοῖ στὴν μονή; Πάντως εἶναι καὶ παράνομη ἡ περίπτωση, μοναχὸς ἐγγεγραμμένος στὸ μοναχολόγιο νὰ μὴ ἐγκαταβιώνει στὴν μονή, βάσει τῆς συστηματικῆς ἑρμηνείας (Σταμάτης Κ., Μεθοδολογία Δικαίου, ἐκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2016, σ. 130-133) τῶν ἄ. 39 §1 καὶ §5, 56 §4 καὶ §6 ΚΧΕΕ, ἀφοῦ ὡς ἐγκαταβιοῦντες νοοῦνται ἅπαντες οἱ μοναχοὶ τῆς ἀδελφότητος τῆς μονῆς τοῦ νόμου μὴ διακρίνοντος σὲ ἐγκαταβιοῦντες καὶ μή («Περὶ τῶν διοικητικῶν ὀργάνων τῶν ἱερῶν μονῶν», Νομοκάνων 11/2 (1997) 7 · Τρωϊᾶνος–Πουλῆς, Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο, §6.4.2, σ. 446· Χριστοφιλόπουλος, Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, §40, σ. 202 σημ. 22· ΣτΕ 155/1932: ἈποφΣτΕ 1932, σ. 463-465, ΣτΕ 1952/2000: Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη 42 (2001) 1044· contra: Λιλαῖος Γ., «Γνωμοδότηση», Ἐκκλησία 63 (1986) 380-383, σ. 380)· ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ὁ κεκαρμένος μὲν μοναχὸς ἀλλὰ μὴ ἐγγεγραμμένος στὸ μοναχολόγιο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ βεβαίως μέλος τῆς ἀδελφότητος, ἀλλὰ τοῦ στερεῖται ἡ ψῆφος, ἐπειδή, ἂν καὶ ἐγκαταβιοῖ στὴν μονή, δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος στὸ μοναχολόγιο, ὥστε νὰ πληροῖ σωρευτικῶς τὶς δύο προϋποθέσεις τῆς ἀποκλειστικῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ἀνωτέρω τυπικῶν (βλ. Κονιδάρης, Ἐσωτερικοὶ Κανονισμοί, ἐνταῦθα supra). Περὶ τοῦ μοναχολογίου καὶ τῆς ἀποδεικτικῆς μόνον ἀξίας αὐτοῦ βλ. Παπαγεωργίου, Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο, σ. 266-267.

[37] ΣυμβΕφετΑθ (Ποιν.) 564/2005: «...περὶ τῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς διοικήσεως τῶν ἱερῶν μονῶν πολιτειακὸς νόμος παραπέμπει εὐθέως εἰς... τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ τὰς μοναχικς παραδόσεις.», Ἀρχεῖον Νομολογίας 56 (2005) 834-842, σ. 835· Νομοκανονικὰ 6/2 (2007) 143-158, σ. 145-146· πβ. ΑΠ 1477/2010: Ποινικὰ Χρονικὰ 61 (2011) 524-525, σ. 524. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς καὶ αὐτοκρατορικῆς ἀναγνωρίσεως τῶν μοναχικῶν κανόνων Παχωμίου καὶ Βασιλείου βλ. ΕφΑθ 90/1954: ΝοΒ 2 (1954) 376-378, σ. 376· ΑΕΚΔ 9 (1954) 157-162, σ. 157-158. Πβ. ἀντιστοίχως περὶ μοναχικῶν θεσμίων (ἄ. 188 ΚΧΑΟ: Κονιδάρης, Θεμελιώδεις διατάξεις (ἔ. ἀ. σημ. 23), σ. 421) ἐν ΑΠ 831/2013: «...συμπλέει καὶ πρὸς τὸ σύνολο τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῶν παραδόσεων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἔχουν ἐπαυξημένη τυπικὴ δύναμη, κατὰ τὸ ἄ. 3 Σ, λόγῳ τῆς ρητῆς στοὺς ἐν λόγῳ κανόνες καὶ διατάξεις γινομένης ὑπὸ τοῦ ΚΧΑΟ παραπομπῆς, διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄ. 188, ποὺ ὁρίζει ὅτι ὁ ἐν λόγῳ καταστατικὸς χάρτης ἀπορρέει «ἐκ τῶν αὐτοκρατορικῶν χρυσοβούλλων τε καὶ τυπικῶν, πατριαρχικῶν σιγιλλίων, σουλτανικῶν φιρμανίων, ἰσχυόντων γενικῶν κανονισμῶν καὶ ἀρχαιοτάτων μοναχικῶν θεσμῶν καὶ καθεστώτων». Σύμφωνα δὲ μὲ τοὺς ἐν λόγῳ ἱεροὺς κανόνες καὶ ἱερὲς παραδόσεις, ὁ μοναχὸς διὰ τῆς κουρᾶς του ὑποβάλλεται, ἑκουσίως...», Νομοκανονικὰ 12/1 (2014) 158-172, σ. 163. Περὶ τοῦ ὅρου «ἱεραὶ παραδόσεις» τοῦ ἄ. 3 §1 Σ βλ. Ἀλιβιζᾶτος Ἁ., «Ἐπιβαλλόμεναι τροποποιήσεις τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος», Ἐράνιον Γ. Μαριδάκη, ΙΙΙ, Ἀθῆναι, 1964, σ. (603-617) 613-614 καὶ Idem, «Παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος», Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρὶς Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 13 (1957-1958) 3-12, σ. 9· ΜονΠρΑθ 8641/1980: «Ὡς εἰκὸς τὸ Σ ἀναφερόμενον εἰς τὰς ἱερὰς παραδόσεις ὑποδηλώνει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς, ἀλλὰ περὶ δύο ἱερῶν παραδόσεων, τουτέστιν τῆς τε Ἀποστολικῆς καὶ τῆς Πατερικῆς ἢ Ἐκκλησιαστικῆς Ἱερᾶς παραδόσεως· καὶ ἡ μὲν Ἀποστολικὴ εἶναι ἡ ἀρχαιοτάτη πηγὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, δημιουργηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων καὶ συνίσταται εἰς τὴν προφορικὴν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων, ἥτις μετεδόθη ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν, ἡ δὲ Πατερικὴ συνίσταται εἰς τὴν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν προφορικὴν μεταβίβασιν τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν τῇ παρόδῳ τῶν αἰώνων αἱ ἱεραὶ παραδόσεις διετυπώθησαν εἰς γραπτὰ κείμενα, εἰς ἃ καὶ ἀνευρίσκονται πλέον.», Χριστιανὸς 21 (1981) 68-71, σ. 68-69. Πβ. ἄ. 65 §7-8, 66 §4, 68 §3 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, καθὼς καὶ ἄ. 1 τοῦ Παραρτήματος Β΄ («Ἐκκλησιαστικὸ Ποινικὸ Δίκαιο»): Κονιδάρης, Καταστατικὴ Νομοθεσία (ἔ.ἀ. σημ. 10), σ. 309-310, 312, 316, 349.

[38] Πβ. ἄ. 130 §2 Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης (Ν. 4149/1961): Κονιδάρης, Θεμελιώδεις διατάξεις (ἔ. ἀ. σημ. 23), σ. 317, καὶ ἄ. 16 §3 Καν. 1/2013 «Περὶ Ἐφημερίων καὶ Διακόνων» (ΦΕΚ 65/Α΄/12-03-2013): Λιαρμακόπουλος Ἀ., Κανονισμοὶ Ἐκκλησίας Κρήτης, ἐκδ. Ἡρόδοτος, Ἀθήνα, 2016, σ. 27 κἑξ.

[39] Ὡς πρὸς τὸ μὴ ἐπιτρεπτὸν τῆς ἐν τῷ κόσμῳ διανυκτερεύσεως μοναχῶν βλ. καν. 46 Πενθέκτης (ACO ΙΙ.2.4.4328-29).

[40] Κατ᾿ οἰκονομίαν καὶ οὐχὶ κατ᾿ ἀκρίβειαν τοῦ καν. 6 τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου θεωρεῖται ἡ ἀνάκληση ἱερομονάχου πρὸς ἀνάληψη ἐκκλησιαστικῆς ὑπηρεσίας σὲ θέση προσωρινοῦ ἐφημερίου ἐνορίας, ὅπως ἀναγνωρίζει καὶ ἡ νομολογία, βλ. ΣτΕ 2310/2008: «5. ...μὴ δυνάμενοι (sc. οἱ ἱερομόναχοι) συνεπείᾳ τῆς τοποθετήσεώς των αὐτῆς ὡς προσωρινῶν ἐφημερίων νὰ καταστοῦν μόνιμοι ἐφημέριοι. Τοῦτο διότι οἱ ἱερομόναχοι ἐγκαταβιώνουν ὑποχρεωτικὰ εἰς τὴν ἱερὰ μονὴ τῆς μετανοίας τους, τὴν ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐγκαταλείπουν παρὰ μόνον «διὰ χρείαν ἀναγκαίαν», κατὰ τὴν κρίση ἀποκλειστικῶς τοῦ οἰκείου μητροπολίτου ἀπὸ τὸν ὁποῖο εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακληθοῦν, ὁποτεδήποτε, εἰς τὴν μονὴν τῆς μετανοίας τους, αἱρομένης τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν χορηγηθείσης εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὸν οἰκεῖο μητροπολίτη σχετικῆς ἀδείας ἐξόδου τους ἀπὸ τὴν μονή (βλ. ΣτΕ 1753/2008, 535/1938).», Νομοκανονικὰ 7/2 (2008) 130-135, σ. 132.

[41] Παναγιωτᾶκος, Δίκαιον μοναχῶν, σ. 145-146.

[42] Στὸ ἄ. 19 §1 Καν. 230/2012 ὁ ἐκκλησιαστικὸς νομοθέτης ὀνομάζει τὸν διοριζόμενο ἱερομόναχο «προσωρινὸ ἐφημέριο-ἱεροκήρυκα», ἀποκλείοντας τὴν σύγχυση πρὸς τοὺς τακτικοὺς ἱεροκήρυκες τοῦ ἄ. 21 Καν. 230/2012. Βλ. Τρομπούκης, Περιφερειακὴ ὀργάνωση, Ι, §18, σ. 163-170· Ἰατροῦ Γ., «Παρατηρήσεις τῆς ΣτΕ 4146/2013», Νομοκανονικὰ 12/2 (2014) 148-151. Βλ. καὶ ΣτΕ 1753/2008: «...(sc. ὁ ἱερομόναχος) διορίσθηκε σὲ κενὴ ὀργανικὴ θέση ἐφημερίου... ὡς προσωρινὸς ἐφημέριος, τοῦ ἀνατέθηκαν δὲ ἀπὸ λειτουργικῆς ἀπόψεως καὶ καθήκοντα ἱεροκήρυκα, δὲν διορίσθηκε, ὅμως, καὶ σὲ κενὴ θέση ἱεροκήρυκα....», Ἐκκλησία 86 (2009) 179-184, σ. 181· Νομοκανονικὰ 7/2 (2008) 123-129, σ. 126.

[43] Αὐτὸ προβλεπόταν ρητῶς ἐν ἄ. 51 §6 ΑΝ 2200/1940, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ ἱερομόναχος διωρίζετο ὡς «προσωρινὸς ἐφημέριος ἢ συνεφημέριος».

[44] Ἐλέγχεται καὶ τοῦ ἄ. 19 §2 Καν. 230/2012 ἡ κανονικότης, δηλ. ἂν ἡ κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς μοναχικῆς παραδόσεως χρεία ἀναγκαία θεμελιώνεται ὑπὸ τῶν ἄ. 4 §4 καὶ 14 §2 Καν. 230/2012, ὥστε νὰ ἀνακληθεῖ ἱερομόναχος ἐκ τῆς μονῆς του· ὡστόσο ἡ Εἰσηγητικὴ Ἔκθεσις τοῦ Καν. 230/2012 τονίζει ὅτι ὁ ἱερομόναχος ἀνήκει εἰς τὴν ἱερὰν μονὴν τῆς μετανοίας του καὶ ἡ κανονικὴ αὐτὴ ἀρχὴ διαχέεται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ (Τσακουμάκας Π., «Εἰσηγητικὴ Ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ σχεδίου Κανονισμοῦ περὶ Ἐφημερίων», Ἐκκλησία 90 (2012) 158-164, σ. 161).

[45] Ἀνδρουτσόπουλος, Κανονισμοὶ ἐφημερίων, σ. 344· Τρομπούκης, Περιφερειακὴ ὀργάνωση, Ι, §27, σ. 256.

[46] Ὁ γάμος τοῦ ἐγγάμου (κατὰ τὸν ΚΧΕΕ καὶ τὶς ἐκκλησιαστικὲς διατάξεις) νοεῖται ὡς ὁ ὑπὸ τοῦ ἄ. 1367 §1 ΑΚ (τροπ. ἄ. 1 Ν.1250/1982 (ΦΕΚ Α΄/46/07-04-1982): Χριστιανὸς 21 (1981) 52-53) προβλεπόμενος μὲ ἱερολογία ἀπὸ ἱερέα (cor. πρεσβύτερο ἢ ἐπίσκοπο) τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

[47] Ὁ μητροπολίτης εἶχε δεσμία ἁρμοδιότητα νὰ προκρίνει τοὺς ἐγγάμους ἔναντι τῶν ἀγάμων σὲ θέση προσωρινοῦ ἐφημερίου κατὰ τὸ ἄ. 65 §4 ΑΝ 1369/1938: «Εἰς τὰς κενὰς ὀργανικὰς θέσεις καὶ μέχρι τῆς κατὰ νόμον πληρώσεως αὐτῶν διὰ τακτικῶν Ἐφημερίων, ὁ Μητροπολίτης τοποθετεῖ προσωρινὸν Ἐφημέριον ἐκ τῶν ἐγγάμων, μόνο δὲ ἐλλείψει τοιούτου δύναται νὰ τοποθετήσῃ καὶ ἄγαμον

[48] Πβ. D.50.17.80: «In toto iure generi per speciem derogatur et illud potissimum habetur, quod ad speciem derectum est.», CIC 1/2.922· B.2.3.80: «Τὰ ἰδικὰ τῶν γενικῶν ἐπικρατέστερα.», ΒΤ, σ. 563· Κωνσταντῖνος Ἀρμενόπουλος, Πρόχειρον Νόμων ἢ Ἑξάβιβλος, 1.1.12 καὶ Παράρτημα 2.18-19: Heimbach G., Const. Harmenopuli Manuale Legum sive Hexabiblos, Lipsiae, 1851, σ. 26 καὶ 782 (πβ. Πιτσάκης Κ., Κωνσταντίνου Ἀρμενοπούλου Πρόχειρον Νόμων ἢ Ἑξάβιβλος, [Βυζαντινὰ καὶ Νεοελληνικὰ Κείμενα, 1], ἐκδ. Δωδώνη, Ἀθήνα, 1971, σ. 16 καὶ 368).

[49] Παναγιωτᾶκος, Δίκαιον μοναχῶν, σ. 172· Καράμπελας Λ., «Γνωμοδότησις 13/1969», Ἐφημερὶς Ἑλλήνων Νομικῶν 37 (1970) 363-366, σ. 365· ΕφΑθ 90/1954: «...καὶ ὅταν ὁ μοναχὸς λάβῃ ἐκκλησιαστικὸν ὑπούργημα (διακόνου, ἐφημερίου) θεωρούμενος καὶ (ad. ἱεροδιάκονος ἢ) ἱερομόναχος, δὲν λύεται τοῦ μοναχικοῦ δεσμοῦ...», ΝοΒ 2 (1954) 376-378, σ. 377. Βλ. καὶ σημ. 35 supra.

[50] Τρωϊᾶνος–Πουλῆς, Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο, §4.4.4, σ. 250, καὶ §7.3.3, σ. 489· Παναγιωτᾶκος, Δίκαιον μοναχῶν, σ. 172.

[51] Βλ. τοιαύτη περίπτωση π.χ. ἐν ΣτΕ (ΕΑ) 1023/2006.

[52] Παναγιωτᾶκος, Δίκαιον μοναχῶν, σ. 139, 384 κἑξ.· deMeester P., De monachico statu iuxta disciplinam byzantinam, [Codificazione canonica orientale. Fonti, 2/10], Roma, 1942, σ. 21 κἑξ. Βλ. ΠολΠρωτΘεσ 5657/2009 (ἀναφερομένη ὅμως σὲ περὶ ἡσυχαστηρίου ὑπόθεση) : «Ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ἀσκήσεως τοῦ μοναχοῦ μέσα στὴ μονὴ γεννῶνται ἀπὸ τὴν ὑπόσχεση τῆς ἰσόβιας ὑπακοῆς διάφορες ὑποχρεώσεις μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐργασία γιὰ τὴ μονή. Εἰδικότερα, καρεὶς μοναχὸς ὀφείλει νὰ ἀπασχολεῖται καὶ νὰ ἐκτελεῖ τὴν ἐργασία ( διακόνημα κατὰ τὴ σχετικὴ μοναστικὴ ὁρολογία), ὅποιο δηλαδὴ ἔργο τοῦ ἀναθέτει ἡγούμενος προεστὸς (leg. προεστὼς) τῆς μονῆς κατὰ ἀνέλεγκτη αὐτοῦ ἁρμοδιότητα. Εἶναι προφανὲς ὅτι τό «διακόνημα» κάθε μοναχοῦ δὲν συνιστᾶ παροχὴ ἐξαρτημένης ἐργασίας, συνεπῶς συντήρηση τοῦ μοναχοῦ ἐντὸς τῆς μονῆς δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἔχει τὴν ἔννοια ἀνταποδόσεως ἔναντι τῶν προσφερόμενων ὑπηρεσιῶν. Ὁποιαδήποτε ἐργασία ἐντασσόμενη στὰ μοναχικὰ καθήκοντα ὅσο εἰδικευμένη καὶ ἂν εἶναι ἔχει πάντα τὴν ἔννοια τῆς ὑπακοῆς πρὸς τὰ (cor. τὸν) προεστῶτα... Εἶναι σαφὲς ὅτι ἔννοια τῆς ἐξαρτήσεως τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου προϋποθέτει, ὄχι μόνο σύμβαση μεταξὺ ἐργοδότη καὶ ἐργαζομένου, ἀλλὰ καὶ νομικὴ ἐξάρτηση ὁποία ἐπίσης δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ τό «διακόνημα» ἐκτελεῖται ἀπὸ τὸ μοναχὸ χωρὶς μισθὸ ὑπὸ καθεστὼς ἐθελοντισμοῦ καὶ ἐλευθερίας στὰ πλαίσια τῶν μοναχικῶν ἐπαγγελιῶν ποὺ ἑκούσια καὶ ἐλεύθερα ἔδωσε μοναχὸς μὲ σκοπὸ τὸν ἁγιασμό του καὶ τὴν πνευματική του προκοπή. Γιὰ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ τὰ διακονήματα καλοῦνται «ἅγια» καὶ μοναχὸς ποὺ τὰ ἐκτελεῖ «διακονητής». Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι μοναχὸς δωρίζει τὴν ἐργασία του στὴ μονή... κατὰ τὴν ἔννοια τῶν ἄρθρων (cor. τοῦ ἄρθρου) 496 ΑΚ, διότι ἐκτέλεση τοῦ διακονήματος δὲν ἐναπόκειται στὴ διάκρισή του οὔτε ἄλλωστε δικαιοῦται νὰ διαπραγματευτεῖ μὲ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς... τὴν ἀνάληψη τοῦ διακονήματός του. ἀνάληψη τοῦ διακονήματος ἀποτελεῖ γιὰ τὸν μοναχὸ τὴ μοναχὴ μετὰ τὴν ἑκούσια προσχώρησή του στὸ μοναχικὸ βίο, κανονικὴ καὶ νόμιμη ὑποχρέωσή του, ὁποία πηγάζει ἀπὸ τήν, περὶ μοναχισμοῦ, Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀποτελεῖ σαφῆ ἐκδήλωση τῆς μοναχικῆς ἐπαγγελίας τῆς ὑπακοῆς.», Ἀρμενόπουλος 64 (2010) 422-426, σ. 424-425. Πβ. περὶ διακονημάτων ἐν ἄ. 91-92 ΚΧΑΟ: Κονιδάρης, Θεμελιώδεις διατάξεις (ἔ. ἀ. σημ. 23), σ. 389-390.

[53] Ἡ ΣτΕ 3240/2015 (Νομοκανονικὰ 14/1 (2016) 135-141, σ. 139) ἀναφέρεται ὅμως περὶ τοῦ προέχοντος χαρακτήρα τῆς μοναχικῆς ἰδιότητας τῶν ἱερομονάχων. Περὶ συσταλτικῆς ἑρμηνείας (interpretatio restrictiva) τοῦ ὅρου «ἄγαμοι» (sc. μοναχοὶ διάκονοι) τοῦ ἄ. 20 §2 Καν. 230/2012 βλ. σημ. 25 supra. Ἐπάνοδο στὴν κανονικότητα περὶ μὴ ἀπολελυμένης χειροτονίας (καν. 6 τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου) συνιστᾶ ἡ ἀπάλειψη τῆς ἀριδήλου ἀντικανονικῆς διατάξεως περὶ χειροτονίας διακόνου «διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Μητροπόλεως» (ἄ. 52 §3 ἐδ. β΄ Καν. 2/1969 [Τρωϊᾶνος–Παπαγεωργίου, Θρησκευτικὴ νομοθεσία, σ. 607] < ἄ. 27 Ν. 671/1943 < ἄ. 63 §6 ΑΝ 2200/1940 < ἄ. 87 §4 ΑΝ 1369/1938). Περὶ διακόνων βλ. Τρομπούκης, Περιφερειακὴ ὀργάνωση, Ι, §28, σ. 258-259.

[54] Πβ. τὴν ἀπαρίθμηση τοῦ ἄ. 8 §2α΄ Καν. 230/2012. Κατὰ τὶς ἀποκρίσεις τοῦ Πέτρου Χαρτοφύλακος (βλ. Λιαρμακόπουλος, Monachi, §5 σημ. 94) δὲν δύναται ἱερομόναχος νὰ εὐλογήσει γάμο ἀλλ᾿ οὔτε καὶ γάμος νὰ εὐλογηθεῖ σὲ ναὸ μονῆς (ΡΠ 5.369 [:PG 119.1093B]· Beneševič V., Otvety Petra Hartofilaksa, [Mémoires de l’Académie impériale des sciences de St.-Pétersbourg, 8e série. Classe historico-philologique, 8/14], St. Pétersbourg, 1909, σ. 5· πβ. καθαίρεση ἱερομονάχου, ὁ ὁποῖος (ἐκτὸς τῶν ἄλλων) εὐλόγησε τρίγαμον: CFHB 19/3.588 (§268)· Ροδόπουλος, Ἐπιτομή, σ. 130). Πιθανὸν βέβαια νὰ ὑπάρχει πρωθύστερο σχῆμα, δηλ. τὸ δεύτερο νὰ ἀποτέλεσε αἰτία τοῦ πρώτου. Ὡστόσο ἀποκρίνεται ἔτσι ἀναλογιζόμενος ἴσως τὴν νομικὴ ἀρχή: nemo dat quod non habet (D.50.17.54: «Nemo plus iuris ad alium transferre potest quam ipse habet.», CIC 1/2.960: B.2.3.54: «Οὐδεὶς πλέον δίκαιον εἰς ἕτερον μεταφέρειν δύναται, παρ᾿ ὃ αὐτὸς εἶχεν.», ΒΤ, σ. 541-2)· πβ. ὅτι ὁ Βαλσαμών (ΡΠ 3.312) ἀπαριθμεῖ μόνον ἱερομονάχους ὡς δυναμένους νὰ τελέσουν κουρά, ἐκ δὲ τῆς παραδόσεως τοῦ ψευδο-Νικηφόρου τὴν ἀπόκριση 197: «Ὃ μὴ ἔχει τις, οὐ δύναται ἑτέρῳ δοῦναι· ὁ μικρόσχημος οὖν πῶς ἂν δῷ τινι τὸ μέγα σχῆμα;», Pitra J.-B., Iuris ecclesiastici Graecorum historia et monumenta, ΙΙ, Romae, 1868, σ. 346· βλ. καὶ τὴν ὑπὸ Ἰωάσαφ Ἐφέσου (†1437) ἐρωταπόκριση 18: Κορακίδης Ἀ., Ἰωάσαφ Ἐφέσου (Ἰωάννης Βλαδύντερος), ἐκδ. Παναγόπουλος, Ἀθῆναι, 1992, σ. 224161-225166· πβ. ἀντιστοίχως δὲ τὴν ἀπαγόρευση τελέσεως μοναχικῆς κουρᾶς ὑπὸ κοσμικοῦ πρεσβυτέρου: «Οὐδὲ ὁ κοσμικὸς παπᾶς κουρεύει καλόγηρον... πῶς γὰρ δώσῃς ἑτέρῳ ἑκεῖνο ὁποῦ δὲν ἔχεις ἐσύ;», Θέμελης Χ., «Νομοκάνων Παλαιστινός (ἐξομολογητάριον τοῦ ΙΗ΄ αἰ.)», ΑΕΚΔ 8 (1953) 239· πβ. mutatis mutandis τὴν ἀρχὴ τοῦ Κυπριανοῦ Καρχηδόνος: «τίς δὲ δύναται δοῦναι ὅπερ αὐτὸς οὐκ ἔχει...;», Joannou, Discipline générale antique, II, σ. 3107-8 (: Epistula 70.2.3: «Quis autem potest dare quod ipse non habeat…?», CCSL 3/3.50962-63· περὶ τῆς συνοδικῆς ἐπιστολῆς βλ. Μενεβίσογλου Π., Ἱστορικὴ εἰσαγωγὴ εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Στοκχόλμη, 1990, §31, σ. 615-628), ἢ τὸ περὶ βαπτίσματος τοῦ Tertullianus, De baptismo, 17.2: «quod enim ex aequo accipitur ex aequo dari potest», CCSL 1.2916-7. Βλ. Παναγιωτάκος, Δίκαιον μοναχῶν, σ. 82 σημ. 4· Milaš, Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, σ. 945 σημ. 1. Περὶ τῶν ἀποκρίσεων Πέτρου καὶ ψευδο-Νικηφόρου βλ. Τρωϊᾶνος, Πηγές, § 5.7, σ. 341, καὶ §4.6.14, σ. 210-211 ἀντιστοίχως.

[55] Αὐτὴ ἡ παράλειψη δηλοῦται καὶ ἐν ἄ. 39 §6 in fine Καν. 2/1969, ὅπου ἐπισημειώνεται ἐν παρενθέσει: «ἄρθ. 51 παρ. 6 Α.Ν. 2200/1940 ἐν μέρει» (Τρωϊᾶνος–Παπαγεωργίου, Θρησκευτικὴ νομοθεσία, σ. 594).

[56] Ὁ Χριστοφιλόπουλος (Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, σ. 190) ἀναφέρει αὐτὰ ὡς δύο διακεκριμένα καὶ μὴ ἀλληλοκαλυπτόμενα καθήκοντα: «...ἡ ἁρμοδιότης του ὡς ἐφημερίου ἢ συνεφημερίου περιορίζεται εἰς μόνα τὰ ἀνωτέρω πνευματικὰ καθήκοντα καὶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀκολουθιῶν».

[57] Ἐξ ἄλλου, ἐὰν ὁ ἐκκλησιαστικὸς νομοθέτης εἶχε σκοπὸ νὰ περιλάβει τὴν Θ. Λειτουργία καὶ τὶς ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, προφανῶς θὰ τὸ ἀνέγραφε στὴν ἐνδεικτικὴ ἀπαρίθμηση, καθὼς τὸ πρώτιστο ἐξ αὐτῶν ἀποτελεῖ ἡ Θ. Λειτουργία, ἡ δεσπόζουσα θέση τῆς ὁποίας προκύπτει ἐκ τῆς εἰδικωτέρας περιγραφῆς τῶν ἐφημεριακῶν καθηκόντων τοῦ ἄ. 20 §2α΄ Καν. 230/2012.

[58] Τσακουμάκας, Εἰσηγητικὴ Ἔκθεσις (ἔ.ἀ. σημ. 44), σ. 161· ἀξιοσημείωτον δ᾿ ὅτι ἐν σ. 163 ἀναφέρεται ὁ διορισμὸς ἱερομονάχου κατὰ τὸ ἄ. 19 Καν. 230/2012 «διὰ τὴν διακονίαν τοῦ κηρύγματος, τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς κατηχήσεως» ἄνευ οὐδενὸς ἑτέρου στοιχείου.

[59] Πβ. ὅτι καὶ κατὰ τὴν Εἰσηγητικὴ Ἔκθεση τοῦ ΚΧΕΕ «εἰσήχθησαν εὐεργετικαὶ διατάξεις διὰ τὴν κανονικὴν ὀργάνωσιν τοῦ συγχρόνου μοναχισμοῦ.» (Τρωϊᾶνος–Παπαγεωργίου, Θρησκευτικὴ νομοθεσία, σ. 270, §9).

[60] ΠολΠρωτΑθ 10197/1984: Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη 26 (1985) 557-558, σ. 558· ΠρωτΜυτιλήνης 304/1949: ΑΕΚΔ 5 (1949) 49-50, σ. 50· ΠρωτΧαλκιδικῆς 90/1953: ΑΕΚΔ 8 (1953) 274-276, σ. 275. Πβ. Ἀποφθέγματα πατέρων: «γ πρς κείνου πέθανον τ κόσμῳ· νεκρς ζντα ο κληρονομε.», PG 65.245D· «Λέγει αὐτοῖς ἀββᾶ Ποιμήν· Ἐγὼ πρᾶγμα οὐκ ἔχω, ἀπέθανον γάρ. Ὁ δὲ νεκρὸς οὐ λαλεῖ.», SC 474.46-47 (§10.537-9 [πβ. PG 65.317C])· περὶ δὲ τῶν Ἀποφθεγμάτων πατέρων βλ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία, ΙΙΙ, §183, σ. 860-867. Βλ. καὶ ΒΕΠΕΣ 53.1614-5· PG 79.545ΑC. Βλ. Λιαρμακόπουλος, Monachi, §2 σημ. 28· σταχυολόγηση σχετικῶν χωρίων: Νικολαΐδης Εὐ., Περὶ τῆς μοναχικῆς ἀκτημοσύνης, Ἀθῆναι, 1901, σ. 37 κἑξ.

[61] Ν. 5 Λέοντος ΣΤ΄ τοῦ Σοφοῦ (Noailles P.– Dain A., Les novelles de Léon VI le Sage, Paris, 1944, σ. 294-6 [πβ. Τρωϊᾶνος Σ., Οἱ Νεαρὲς τοῦ Λέοντος ΣΤ΄ τοῦ Σοφοῦ, ἐκδ. Ἡρόδοτος, Ἀθήνα, 2007, σ. 5645-47]).

[62] ΣτΕ 3240/2015: Νομοκανονικὰ 14/1 (2016) 135-141, σ. 139.

[63] Τοῦτο σημαίνει ὅτι θὰ μποροῦσε καὶ νὰ παραλειφθεῖ ἀπὸ τὴν διατύπωση τῆς διατάξεως, ἀφοῦ ὡς αὐτονόητο συνάγεται εὐχερῶς ἐκ τῶν ἀνωτέρω. Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας βλ. Φίλιος Π., Νομικ μεθοδολογία, ἐκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 32011, §50, σ. 114-115.

[64] πβ. C.1.14.12.3: «Si enim in praesenti leges condere soli imperatori concessum est, et leges interpretari solum dignum imperio esse oportet.», CIC 2.68: Β.2.6.17 (ΒΤ, σ. 7710-11)· Augustinus Triumphus Anconitanus, Summa de potestate ecclesiastica, Romae, 1584, σ. 353. Βλ. Χριστοφιλόπουλος, Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον, §27, σ. 101.

[65] Ἡ προεδρία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου ὑπάγεται στὰ διοικητικὰ καθήκοντα· βλ. ΣτΕ 507/1983: «...ἀνατίθενται εἰς αὐτὸν (sc. τὸν ἐφημέριο) καὶ καθήκοντα διοικήσεως τοῦ νομικοῦ προσώπου τῆς ἐνορίας, ὁσάκις οὗτος τοποθετεῖται (ἄ. 37 §8 Ν.590/1977) καὶ ὡς ἱερατικὸς (leg. ἱερατικῶς) προϊστάμενος τοὐτέστι πρόεδρος τοῦ οἰκείου ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου, ὁπότε ἀποκτᾷ παραλλήλως καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ διοικοῦντος τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς ἐνορίας ὀργάνου.», Ἀρμενόπουλος 38 (1984) 58. Περὶ τοῦ ὅρου προϊστάμενος πβ. Γαλάνης Ἰ., Ἑρμηνευτικὸ ὑπόμνημα στὶς δύο πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολές, [Critical approaches to the Bible, 1], ἐκδ. Ὄστρακον, Θεσσαλονίκη, 2014, σ. 218-220. Περὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης τοῦ Προέδρου Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου ὡς ὑπαλλήλου κατὰ τὸ ἄ.13 ἐδ. α΄ ΠΚ βλ. Τρομπούκης, Περιφερειακὴ ὀργάνωση, Ι, §27, σ. 240 σημ. 21· ΑΠ 703/1997: ΝοΒ 46 (1998) 262-263, σ. 263· ΠλημμΑθ 2146/1992: Ποινικὰ Χρονικὰ 42 (1992) 1112-1115, σ. 1113.

[66] ΣτΕ 3240/2015: «... ἀπαγορεύεται ρητῶς σὲ αὐτοὺς ὁποιαδήποτε ἀνάμιξη στὰ πάσης φύσεως διοικητικὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῶν τακτικῶν ἐφημερίων,... ἤδη δὲ... καὶ ἡ κατοχὴ ἀπὸ αὐτοὺς θέσεως προέδρου ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου», Νομοκανονικὰ 14/1 (2016) 135-141, σ. 139. Ὑπὸ τὴν ρύθμιση τοῦ προϊσχύσαντος Καν. 2/1969 βλ. ΣτΕ 707/1983: «...ἐὰν εἰς τὸν ἐνοριακὸ ναὸ ὑπηρετεῖ τακτικὸς ἐφημέριος, ἀποκλείεται ὁ διορισμὸς προσωρινοῦ ἐφημερίου (sc. ἱερομονάχου) ὡς προέδρου Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ναοῦ αὐτοῦ.», ἈποφΣτΕ 1983, σ. 1106. Ἡ δὲ ΣτΕ 809/2011 (:Νομοκανονικὰ 10/2 (2011) 77-80, σ. 79), ἡ ὁποία ἀναφέρει περὶ ἱερομονάχων τοῦ ἄ. 39 §6 Καν. 2/1969 ὅτι «οἱ ἐν λόγῳ ἐφημέριοι-ἱεροκήρυκες ὑπηρετοῦν στὰ ὡς ἄνω νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος (sc. σὲ Ἐνορίες) ὡς κατώτεροι κληρικοὶ (sic) χωρὶς νὰ μετέχουν ex officio σὲ συλλογικὰ ὄργανα διοικήσεως (ἐκκλησιαστικὰ καὶ μητροπολιτικὰ συμβούλια)», ἐπαναλαμβάνει ἀκρίτως παλαιότερη περὶ διακόνων νομολογία (βλ. ΣτΕ 2338/2004: Νομοκανονικὰ 5/1 (2006) 119-120, σ. 120). Ὡς εἰδικώτερη καὶ νεώτερη ρύθμιση τὸ ἄ. 19 §1 in fine Καν. 230/2012 κατισχύει τοῦ ἄ. 7 §1α΄ Καν. 8/1979· πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ συστηματικὴ ἑρμηνεία τῶν παραπεμπόντων στοὺς περὶ μοναχικοῦ βίου ἱεροὺς κανόνας καὶ μοναχικὰς παραδόσεις ἄ. 39 §1 καὶ §4 ΚΧΕΕ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ ἄ. 37 §1 καὶ §8 ΚΧΕΕ, καθὼς καὶ τὸ ὅτι κατὰ τὴν Εἰσηγητικὴ Ἔκθεση τοῦ ΚΧΕΕ «εἰσήχθησαν εὐεργετικαὶ διατάξεις διὰ τὴν κανονικὴν ὀργάνωσιν τοῦ συγχρόνου μοναχισμοῦ» (Τρωϊᾶνος–Παπαγεωργίου, Θρησκευτικὴ νομοθεσία, σ. 270, §9), ὁδηγεῖ τόσῳ στὴν συσταλτικὴ ἑρμηνεία (interpretatio restrictiva) τοῦ ἐν ἄ. 37 §1 ὅρου ἐφημέριος, ὁ ὁποῖος δὲν περιλαμβάνει τὸν ἐφημέριο ἐκ τοῦ μοναχικοῦ κλήρου (ἀφοῦ καὶ ὁ ἐκκλησιαστικὸς νομοθέτης περιορίζει αὐτὸν μόνον στὰ πνευματικὰ καθήκοντα [ἄ. 19 §1 Καν. 230/2012], ἂν καὶ ἡ ἐξομολόγηση ὡς μυστήριο ἀνήκει στὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς ἐνορίας [βλ. Σκαλτσῆς Π., «Ἱστορικὴ ἐξέλιξη τῆς Ἀκολουθίας εἰς ἐξομολογούμενον», Τὸ ἱερὸν μυστήριον τῆς μετανοίας, Δράμα, 2002, σ. 33-115]), ὅσῳ καὶ στὴν ἐξαίρεση τοῦ ἱερομονάχου ἀπὸ τὸ ἄ. 37 §8 ΚΧΕΕ, ὅπως πάλι ἑρμηνεύει ὁ ἐκκλησιαστικὸς νομοθέτης ἀπαλλάσσοντας αὐτὸν ἐκ τῆς προεδρίας ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου (ἄ. 19 §1 in fine Καν. 230/2012), ἑρμηνεία ἡ ὁποία τίθεται πλεοναστικῶς, καθότι, καὶ νὰ μὴ κατεχωρίζετο, προκύπτει οὕτως ἢ ἄλλως ἐκ τῶν προαναφερθέντων, ἀφοῦ σὲ ἱερομόναχο δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀνατεθοῦν πλήρη ἐφημεριακὰ καθήκοντα. Περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄ. 37 §8 ΚΧΕΕ βλ. Τρομπούκης, Περιφερειακὴ ὀργάνωση, Ι, §26, σ. 219· περὶ συσταλτικῆς ἑρμηνείας βλ. Τσάτσος Κ., Τ πρόβλημα τς ρμηνείας το δικαίου, ἐκδ. Σάκκουλας, Ἀθῆναι, 21978, σ. 197-201.

[67] Πρὸς διευκόλυνση τῆς ἐνοριακῆς διοικήσεως θὰ μποροῦσε νὰ προβλεφθεῖ, ὥστε τὴν θέση προέδρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου ἐνορίας μὲ ἱερομόναχο ὡς μόνον προσωρινὸ ἐφημέριο νὰ ἀναλαμβάνει τακτικὸς ἐφημέριος (προηγουμένων ἴσως ὅσων δὲν κατέχουν ἤδη τέτοια θέση)· πβ. (μὲ τὶς ἀπαραίτητες ἐπιφυλάξεις [πβ. καν. 15 in fine Ζ΄ Οἰκ. Συνόδου] ὡς πρὸς τὴν ἀνάθεση πλήρων ἐφημεριακῶν καθηκόντων δύο ἐνοριῶν) τὴν παλαιότερη εἰδικὴ ρύθμιση τοῦ ἄ. 82 ΑΝ 2200/1940. Διαφορετικὸς εἶναι ὁ διοριζόμενος ὡς βοηθὸς ἐφημερίου τοῦ ἄ. 24 Ν. 3596/1910, ὥστε μετὰ τὸν θάνατο τοῦ τακτικοῦ ἐφημερίου νὰ διαδεχθεῖ αὐτὸν στὴν θέση του· περὶ δ᾿ ἄλλης μορφῆς βοηθοῦ ἐφημερίου διελάμβανε καὶ τὸ ἄ. 2 §2 ΝΔ 457/1970 (ΦΕΚ Α΄/51/27-02-1970): Χριστιανὸς 9 (1970) 53.

[68] Βλ. π.χ. ΣτΕ 3240/2015, ὅπου ἀναφέρεται τέτοια περίπτωση ὑπὸ τὸν προϊσχύσαντα Κανονισμὸ 2/1969: «...(ὁ ἱερομόναχος) παύθηκε ἀπὸ τὴ θέση προσωρινοῦ ἐφημερίου ποὺ κατεῖχε..., μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι εἶχαν ἐκλείψει οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους εἶχε διορισθεῖ (sc. ἄ. 39 §6 Καν. 2/1969)...», Νομοκανονικὰ 14/1 (2016) 135-141, σ. 140· ΣτΕ 411/2015: Digesta 2016. Βλ. Λιαρμακόπουλος, Monachi, §6.

[69] Τελικῶς δὲ secundum legem, δηλ. συμφώνως πρός «τοὺς περὶ μοναχικοῦ βίου ἱεροὺς κανόνας καὶ μοναχικὰς παραδόσεις» τοῦ ἄ. 39 §1 καὶ §4 ΚΧΕΕ. Περὶ τῆς contra legem ἑρμηνείας βλ. Σταμάτης, Θεμελίωση νομικν κρίσεων (ἔ.ἀ. σημ. 26), σ. 376-379.

[70] Τὴν ἄδεια ἐξόδου ἐκ τῆς μονῆς ὀφείλει νὰ ἀνακαλέσει καὶ ὁ ἡγούμενος (καν. 46 Πενθέκτης [ACO ΙΙ.2.4.43]).

[71] ΣτΕ 3240/2015: Νομοκανονικὰ 14/1 (2016) 135-141· ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦ Καν. 2/1969 βλ. ΣτΕ 411/2015: Digesta 2016· ΣτΕ 1753/2008: Ἐκκλησία 86 (2009) 179-184· ΣτΕ (ΕΑ) 639/2008: Ἐκκλησία 86 (2009) 233-234· ΣτΕὉλ 3353/1971: ἈποφΣτΕ 1971, σ. 4620-4621· ΣτΕὉλ 2210/1951: ΑΕΚΔ 7 (1952) 226-227. Τὰ ἄ. 14-15 Καν. 230/2012 ἀντικατέστησαν τὸ ἄ. 46 Καν. 2/1969, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶχε νομολογιακῶς κριθεῖ ὅτι ἀφοροῦσε ἀποκλειστικῶς σὲ τακτικοὺς ἐφημερίους· περὶ δ᾿ ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ ἱερομονάχων ὡς προσωρινῶν ἐφημερίων κεῖται ἡ lex specialis τοῦ ἄ. 19 §3 Καν. 230/2012. Πβ. Ἀνδρουτσόπουλος, Κανονισμοὶ ἐφημερίων, σ. 345 σημ. 182· Παπαγεωργίου Θ., «Σχόλιο τῆς ΣτΕ (ΕΑ) 639/2008», Ἐκκλησία 86 (2009) 234-235.

[72] ΣτΕ 3240/2015: «Ἡ ἀνάκληση... τοῦ διορισμοῦ (παύση) τῶν... ἱερομονάχων ἀπὸ θέσεις προσωρινῶν ἐφημερίων καὶ ἡ ἐπαναφορά τους στὴν οἰκεία ἱερὰ μονή, στὴν ὀποία ὀφείλουν κατ᾿ ἀρχὴν νὰ ἐγκαταβιώνουν λόγῳ τοῦ προέχοντος χαρακτήρα τῆς μοναχικῆς τους ἰδιότητας, ὑπάγεται στὴν ἀποκλειστικὴ ἁρμοδιότητα τοῦ οἰκείου μητροπολίτη (βλ. ἤδη τὴ ρητὴ διάταξη τοῦ ἄ. 19 §3 Καν. 230/2012 τῆς ΙΣΙ), δυναμένη νὰ ἀσκηθεῖ ὁποτεδήποτε κατὰ τὴ διακριτικὴ εὐχέρεια αὐτοῦ (ΣτΕ 411/2015, 1753/2008), χωρὶς νὰ κωλύεται ἡ ἄσκησή της ἀπὸ τυχὸν ἐκκρεμῆ πειθαρχικὴ δίωξη τοῦ κληρικοῦ ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ἐκκλησιαστικῶν ὀργάνων. Στὰ ὄργανα, ἄλλωστε, αὐτὰ οὐδεμία διοικητικὴ ἁρμοδιότητα ἀπονέμεται πρὸς ἔλεγχο τῆς τυχὸν ἐκδιδόμενης ἀπὸ τὸν οἰκεῖο μητροπολίτη πράξεως, μὲ τὴν ὁποία παύεται, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, ὁ πειθαρχικῶς διωκόμενος προσωρινὸς ἐφημέριος», Νομοκανονικὰ 14/1 (2016) 135-141, σ. 139.

[73] ΣτΕ (ΕΑ) 1023/2006: «..ν παρίστανται προδήλως βάσιμοι ο προβαλλόμενοι λόγοι κυρώσεως περ τοῦ ὅτι ατν (sc. ἱερομόναχος) στερήθηκε τοῦ δικαιώματος ἀκρόασης καὶ περὶ τοῦ ὅτι τὸ προσβαλλόμενο ἔγγραφο (sc. πράξη ἀνακλήσεως τοῦ διορισμοῦ) στερεῖται νομίμου ἐρείσματος καὶ αἰτιολογίας». Βλ. Μαρῖνος Ἀ., Γνωμοδοτήσεις, Ι, ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, Ἀθῆναι, 2008, σ. 265-266.

[74] ΣτΕ 411/2015: Digesta 2016· ΣτΕ 1753/2008: Ἐκκλησία 86 (2009) 179-184, σ. 180· ΣτΕ 2358/1998: «5. ... Ὑπὸ τὰ ἀνωτέρω δεδομένα, τῆς τοποθετήσεως μονίμου ἐφημερίου καὶ τῆς ἀσκήσεως πειθαρχικῆς διώξεως σὲ βάρος τοῦ αἰτοῦντος, ποὺ κατέληξε στὴν καθαίρεσή του, ἡ προσβαλλόμενη πράξη, μὲ τὴν ὁποία ὁ αἰτῶν (sc. ἱερομόναχος) ἀπολύθηκε ἀπὸ τὴ θέση τοῦ προσωρινοῦ ἐφημερίου τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ... αἰτιολογεῖται προσηκόντως...».

[75] ΣτΕ 25/2012: Νομοκανονικὰ 12/2 (2014) 67-71· ΣτΕ 2210/1951: ΑΕΚΔ 7 (1952) 226-227. Ὡς πρὸς τοὺς τακτικοὺς ἐφημερίους ὅμως ἰσχύει τὸ ἀντίθετο· βλ. ΣτΕ 708/1983, κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ τὴν μετάθεση καὶ συνεπῶς τὴν παύση τοῦ τακτικοῦ ἐφημερίου ἀπὸ τὴν θέση τοῦ προέδρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου (στὴν ὁποίαν εἶχε ἐπανέλθει ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀκύρωση διορισμοῦ ὡς προέδρου τοῦ προσωρινοῦ συνεφημερίου του καὶ ἱερομονάχου) «ἐπέρχεται μεταβολὴ εἰς τὴν διοίκηση τοῦ νομικοῦ προσώπου τῆς ἐνορίας, ἀφοῦ ὁ αἰτῶν χάνει αὐτομάτως, μὴ ὄντας πλέον ἐφημέριος τοῦ ναοῦ, καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ προέδρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου τοῦ ναοῦ.», ἈποφΣτΕ 1983, σ. 1106, τῆς ὁποίας προηγεῖται ἡ ΣτΕ 707/1983 μὲ θέμα τὴν ἀντικατάσταση τοῦ τακτικοῦ ἐφημερίου ὡς προέδρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου ὑπὸ ἱερομονάχου, δηλ. «...ἔχει ἀντικείμενο μεταβολὴ σὲ ὄργανο διοικήσεως ΝΠΔΔ, ὅπως εἶναι ἡ ἐνορία, ἡ ὁποία διοικεῖται ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ συμβούλιο...», ἈποφΣτΕ 1983, σ. 1105.

[76] ΣτΕ (ΕΑ) 269/2009· ΣτΕ (ΕΑ) 639/2008: Ἐκκλησία 86 (2009) 233-234· ΣτΕ (ΕΑ) 1023/2006. Βλ. Ἀνδρουτσόπουλος, Κανονισμοὶ ἐφημερίων, σ. 344 σημ. 176.

[77] ΣτΕ 25/2012: «5. ...Ἐνόψει δὲ τῆς ... διατάξεως (sc. ἄ. 37 §2 Ν. 590/1977) ἑρμηνευομένης ὑπὸ τὸ φῶς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, ἡ τυχὸν ἐπὶ μακρὸν διατηρηθεῖσα πράξη τοῦ οἰκείου μητροπολίτη περὶ τοποθετήσεως ἱερομόναχου σὲ προσωρινὴ θέση ἐφημερίου δὲν ἐξομοιοῦται, λόγῳ τῆς μακρᾶς διάρκειάς της, πρὸς νόμιμο διορισμὸ τακτικοῦ ἐφημερίου (πρβλ. ΣτΕ 2210/1951 Ὁλ.).», Νομοκανονικὰ 12/2 (2014) 67-71, σ. 68. Βλ. Πβ. Ἀνδρουτσόπουλος, Κανονισμοὶ ἐφημερίων, σ. 344· Παναγιωτάκος, Δίκαιον μοναχῶν, σ. 172 σημ. 4.

[78] ΣτΕ 1753/2008: «6. ...ὁ λόγος ἀκυρώσεως μὲ τὸν ὁποῖο προβάλλεται ὅτι κακῶς ἡ προσβαλλόμενη ἐκδόθηκε κατ᾿ ἐπίκληση τῆς διάταξης τοῦ ἄ. 46 §4 Α.Ν. 2200/1940, ἡ οποία ἔχει περιπέσει σὲ ἀχρησία, ἀφοῦ σὲ πολλοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς διορίζονται ἄγαμοι κληρικοί, εἶναι ἀπορριπτέος ὡς ἀβάσιμος, διότι οἱ ἀντίστοιχου περιεχομένου προπαρατεθεῖσες διατάξεις τῶν ἄ. 37 §2 ΚΧΕΕ (Ν. 590/1977) καὶ 33 §4 Καν. 2/1969 ΙΣΙ παραμένουν σὲ ἰσχὺ καὶ δύνανται νὰ ἀποτελοῦν τὸ νόμιμο ἔρεισμα διοικητικῶν πράξεων.», Ἐκκλησία 86 (2009) 179-184, σ. 181· Νομοκανονικὰ 7/2 (2008) 123-129, σ. 126.

[79] Ἄκρως ἐπίκαιρα ἐνταῦθα τὰ ὑπὸ τοῦ Βαλσαμῶνος μαρτυρούμενα παρόμοια παράπονα ἐπὶ ἑώλου πάντως ἀντεκκλησιαστικῆς συνηθείας ἐρειδόμενα: «Τῷ τοι καὶ ὑποχωρεῖν ἐκ τῶν οἰκείων ἀποκάρσεων, καὶ παρὰ ταῖς πόλεσι μετὰ λαϊκῶν διατρίβειν οὐκ αἰσχύνονται, προφασιζόμενοι καὶ παρὰ τῶν πρὸ αὐτῶν μοναχῶν τοιαῦτα πολλὰ γίνεσθαι.», ΡΠ 2.660-661.

[80] CCCOGD 4.15. Περὶ τῶν κανόνων τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ὡς πηγῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου βλ. Τρωϊᾶνος–Πουλῆς, Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο, §1.2.3, σ. 34· Τρωϊᾶνος, Πηγές, §5.7.1, σ. 314-316· Μενεβίσογλου, Εἰσαγωγή (ἔ.ἀ. σημ. 54), §17, σ. 489-492. Ἐκ τῆς νομολογίας βλ. ΑΠ 831/2013: Νομοκανονικὰ 12/1 (2014) 158-172· Ἀρμενόπουλος 69 (2015) 1874-1878.