Digesta OnLine 2020

Η ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΕ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ:

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕΤΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΑΣΥΛΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης

Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

 Για να ανοίξετε την απόφαση όπως ακριβώς δημοσιεύετηκε και το σχόλιο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

 

  1. Εισαγωγή

Στις 2 Απριλίου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) εξέδωσε την απόφασή του επί των προσφυγών για παράβαση, που σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ είχε ασκήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχίας (υποθέσεις C-715/17, C-718/17 και C-719/17 αντίστοιχα), που αρνούμενες να συμμορφωθούν με τον προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης (relocation)[1] αιτούντων διεθνή προστασία, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης και ειδικά από την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας  με σκοπό τη μετεγκατάσταση, σε υποχρεωτική βάση, 120.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ελλάδα και την Ιταλία προς τα λοιπά Κράτη-μέλη της Ένωσης. Εξάλλου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Πολωνία και η Τσεχία παρέβησαν επίσης τις υποχρεώσεις τους από την προγενέστερη Απόφαση (ΕΕ) 2015/1523 του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας  με σκοπό τη μετεγκατάσταση, σε υποχρεωτική βάση, 40.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ελλάδα και την Ιταλία προς τα λοιπά κράτη μέλη της Ένωσης. Η Ουγγαρία δεν δεσμευόταν από τα μέτρα μετεγκατάστασης που προέβλεπε η τελευταία αυτή Απόφαση[2].

Δεν ήταν η πρώτη φορά του που το Δικαστήριο αντιμετώπισε διαφορά σχετική με την πρώτη από τις παραπάνω Αποφάσεις του Συμβουλίου, αφού κατόπιν των προσφυγών ακυρώσεων, που άσκησαν σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, η Σλοβακία και η Ουγγαρία (υποθέσεις C-643/15 και C-647/15 αντίστοιχα) το 2017 έκρινε, απορρίπτοντας τις προσφυγές, ότι η Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 του Συμβουλίου είναι νόμιμη.

Οι ανωτέρω αποφάσεις του ΔΕΕ πέρα από την προφανή πολιτική τους σημασία λόγω της σύνδεσής τους με την πρόσφατη προσφυγική κρίση και την αντιμετώπιση σημαντικών νομικών και θεσμικών ζητημάτων, αγγίζουν τον πυρήνα του προβλήματος της κρίσης αξιών που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό, αρχικά, θα συζητήσουμε την απόφαση του ΔΕΕ επί των προσφυγών ακυρώσεως και κατόπιν την πρόσφατη απόφαση για τις προσφυγές για παράβαση.

 

  1. Το σύστημα μετεγκατάστασης και η προσφυγή ακυρώσεως των σχετικών πράξεων εκ μέρους της Σλοβακίας και της Ουγγαρίας

Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των λόγων που προέβαλαν οι δύο χώρες προς στήριξη της προσφυγής τους και της αντιμετώπισής τους από το ΔΕΕ χρήσιμο είναι να παραθέσουμε το ιστορικό της θεσπίσεως από το Συμβούλιο της προσβληθείσας Απόφασης[3].

 

2.1. Το σύστημα μετεγκατάστασης και οι σχετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Κατά την έκρηξη των προσφυγικών ροών στη Μεσόγειο από την άνοιξη του 2015 υπήρξε μια έντονη κινητικότητα μεταξύ των Θεσμικών Οργάνων της ΕΕ. Έτσι, στις 20 Απριλίου 2015, η Επιτροπή παρουσίασε στην κοινή σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών και Εσωτερικών σχέδιο δέκα σημείων για άμεση δράση προς αντιμετώπιση της εν λόγω κρίσης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η δέσμευση συνεκτίμησης επιλογών περί μηχανισμού επείγουσας μετεγκατάστασης. Στη σύνοδο του της 23ης Απριλίου 2015 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει την εσωτερική αλληλεγγύη και ευθύνη και δεσμεύτηκε ειδικότερα να αυξήσει την παροχή επείγουσας βοήθειας στα Κράτη-μέλη της πρώτης γραμμής και να εξετάσει επιλογές για την οργάνωση της έκτακτης μετεγκατάστασης μεταξύ των Κρατών-μελών σε εθελοντική βάση. Από την πλευρά του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Ευρ.Κοινβ) στις 28ης Απριλίου 2015 επανέλαβε ότι η αντίδραση της Ένωσης στα πρόσφατα τραγικά συμβάντα στη Μεσόγειο πρέπει να στηρίζεται στην αλληλεγγύη και τη δίκαιη κατανομή ευθυνών και ότι πρέπει να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειές της στο πεδίο αυτό προς τα Κράτη-μέλη που υποδέχονται τον υψηλότερο αριθμό προσφύγων και αιτούντων διεθνή προστασία, είτε σε απόλυτους είτε σε σχετικούς αριθμούς. Στις 25 και 26 Ιουνίου 2015 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επανήλθε και συμφώνησε ειδικότερα, υπό το πρίσμα της επικρατούσας επείγουσας κατάστασης και της δέσμευσης για ενίσχυση της αλληλεγγύης και της ευθύνης, την προσωρινή και κατ’ εξαίρεση μετεγκατάσταση από την Ιταλία και την Ελλάδα σε άλλα Κράτη-μέλη, εντός διετίας, 40.000 προσώπων τα οποία έχουν σαφώς ανάγκη διεθνούς προστασίας, με τη συμμετοχή όλων των Κρατών-μελών. Στις 20 Ιουλίου 2015 εγκρίθηκε με συναίνεση ψήφισμα των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των Κρατών-μελών, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη μετεγκατάσταση από την Ελλάδα και την Ιταλία 40.000 ατόμων που έχουν σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας. Εντός περιόδου δύο ετών, 24.000 άτομα θα έπρεπε να μετεγκατασταθούν από την Ιταλία και 16.000 άτομα θα μετεγκατασταθούν από την Ελλάδα (κατανομή 60/40 μεταξύ των δύο Κρατών). Στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, το Συμβούλιο εξέδωσε ομόφωνα την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1523 για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας για τη θέσπιση προσωρινού και έκτακτου μηχανισμού μετεγκατάστασης από την Ιταλία και την Ελλάδα σε άλλα Κράτη-μέλη ατόμων που έχουν σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας[4]. Η Απόφαση (όπως και η Απόφαση 2015/1601) «εφαρμόζεται μόνο για τους αιτούντες που ανήκουν σε εθνικότητες για τις οποίες το ποσοστό των αποφάσεων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας μεταξύ των πρωτοβάθμιων αποφάσεων που εκδίδονται επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, όπως αναφέρεται στο κεφάλαιο III της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα επικαιροποιημένα τριμηνιαία στοιχεία της Eurostat σε ενωσιακό επίπεδο, ανέρχεται σε 75 % ή είναι υψηλότερο»[5]

Επειδή, τους επόμενους μήνες  η μεταναστευτική πίεση στα νότια εξωτερικά χερσαία και θαλάσσια σύνορα έχει εκ νέου αυξηθεί απότομα, ενώ η μετατόπιση των μεταναστευτικών ροών συνεχίστηκε από την κεντρική προς την ανατολική Μεσόγειο και προς την οδό των δυτικών Βαλκανίων, ως αποτέλεσμα του αυξανόμενου αριθμού μεταναστών που φθάνουν στην Ελλάδα και από την Ελλάδα. Δεδομένης της κατάστασης κρίθηκε αναγκαίο να ληφθούν  περαιτέρω προσωρινά μέτρα για την άμβλυνση της πίεσης στον τομέα του ασύλου στην Ιταλία και την Ελλάδα.  Στις 9 Σεπτεμβρίου 2015 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση Αποφάσεως του Συμβουλίου για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Ουγγαρίας (αρχική πρόταση της Επιτροπής). Νομική βάση της πρότασης αποτέλεσε το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι «Εφόσον ένα ή περισσότερα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών, το Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει, μετά από πρόταση της Επιτροπής, προσωρινά μέτρα υπέρ του εν λόγω κράτους μέλους ή των εν λόγω κρατών μελών. Το Συμβούλιο αποφασίζει μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο». Η αρχική πρόταση της Επιτροπής προέβλεπε τη μετεγκατάσταση 120.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ιταλία (15.600), την Ελλάδα (50.400) και την Ουγγαρία (54.000) προς τα άλλα Κράτη-μέλη. Το παράρτημα που συνόδευε την πρόταση αυτή περιελάμβανε τρεις πίνακες κατανομής των εν λόγω αιτούντων από καθένα εκ των τριών αυτών Κρατών μελών μεταξύ των άλλων Κρατών-μελών, εξαιρουμένων του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας, με τη μορφή ποσοστώσεων καθοριζομένων για έκαστο εξ αυτών των Κρατών-μελών υποδοχής. Η πρόταση της Επιτροπής διαβιβάστηκε αυτή στα εθνικά κοινοβούλια, ενώ στις 14Σεπτεμβρίου 2015 το Συμβούλιο διαβίβασε την εν λόγω πρόταση στο Ευρ.Κοινβ για διαβούλευση. Με την επιστολή αυτή, το Συμβούλιο ζητούσε από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει το ταχύτερο δυνατόν, λαμβανομένης υπόψη της επείγουσας καταστάσεως που επικρατούσε στη Μεσόγειο και στην οδό των δυτικών Βαλκανίων, και δεσμευόταν να το ενημερώνει ανεπισήμως σχετικά με την εξέλιξη της υποθέσεως ενώπιον του Συμβουλίου. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2015 το Ευρ.Κοινβ εξέδωσε νομοθετικό ψήφισμα περί εγκρίσεως αυτής της προτάσεως λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την «έκτακτη και επείγουσα κατάσταση και την ανάγκη αντιμετώπισής της χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση», ζητώντας παράλληλα να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει, εφόσον το Συμβούλιο είχε σκοπό να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση της Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια των διαφόρων συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου μεταξύ της 17 και 22 Σεπτεμβρίου 2015, η αρχική πρόταση της Επιτροπής τροποποιήθηκε σε ορισμένα σημεία. Ειδικότερα, η Ουγγαρία δήλωσε ότι αρνούνταν να χαρακτηρισθεί ως «κράτος μέλος της πρώτης γραμμής» και ότι δεν επιθυμούσε να περιληφθεί στα δικαιούχα της μετεγκαταστάσεως Κράτη-μέλη όπως η Ιταλία και η Ελλάδα. Κατά συνέπεια, στο τελικό κείμενο της προτάσεως, ακόμη και στον τίτλο της, απαλείφθηκε κάθε μνεία της Ουγγαρίας ως δικαιούχου Κράτους- μέλους. Ομοίως, καταργήθηκε το παράρτημα ΙΙΙ της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής σχετικά με την κατανομή 54.000 αιτούντων διεθνή προστασία, για τους οποίους προβλεπόταν αρχικά μετεγκατάσταση από την Ουγγαρία. Αντίθετα, η Ουγγαρία περιλήφθηκε στα παραρτήματα Ι και ΙΙ ως Κράτος-μέλος μετεγκαταστάσεως από την Ιταλία και την Ελλάδα, αντιστοίχως, και συνεπώς καθορίστηκαν για αυτήν σχετικές κατανομές στα εν λόγω παραρτήματα.  Στις 22 Σεπτεμβρίου 2015 η τροποποιηθείσα πρόταση της Επιτροπής εγκρίθηκε από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, που εξέδωσε την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601[6]. Η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Σλοβακία καταψήφισαν την πρόταση, ενώ Φινλανδία απείχε. Στην Απόφαση τονίζονταν ότι «Σύμφωνα με το άρθρο 80 ΣΛΕΕ, οι πολιτικές της Ένωσης στον τομέα των συνοριακών ελέγχων, του ασύλου και της μετανάστευσης, καθώς και η εφαρμογή τους, διέπονται από τις αρχές της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, ενώ οι πράξεις της Ένωσης που θεσπίζονται στον τομέα αυτόν περιέχουν κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής». Εξάλλου, προβλέφθηκε με στόχο την εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών ότι τα Κράτη-μέλη, στα οποία μετεγκαθίστανται οι αιτούντες οι οποίοι έχουν σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας, από την Ιταλία και την Ελλάδα λαμβάνουν εφάπαξ ποσό 6.000 ευρώ για κάθε άτομο από τον ενωσιακό προϋπολογισμό (ποσό 500 ευρώ κατ’ άτομο προβλέφθηκε και για τις ωφελούμενες του συστήματος Ελλάδα και Ιταλία με σκοπό την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς). Η κατανομή μεταξύ των Κρατών-μελών, όπως πρότεινε η Επιτροπή, έγινε με βάση τους εξής δείκτες: Πληθυσμός (στάθμιση 40%), συνολικό ΑΕΠ (στάθμιση 40%), μέσος αριθμός αιτήσεων χορήγησης ασύλου κατά τα 5 προηγούμενα έτη ανά εκατομμύριο κατοίκων, με ανώτατο όριο το 30% του πληθυσμού και του ΑΕΠ (στάθμιση 10%) και ποσοστό ανεργίας με ανώτατο όριο το 30% του πληθυσμού και του ΑΕΠ (στάθμιση 10%). Τα Κράτη-μέλη υποχρεώνονταν να υποδεικνύουν, σε τακτά χρονικά διαστήματα και οπωσδήποτε ανά τρίμηνο, τον αριθμό των αιτούντων που μπορούν να μετεγκατασταθούν ταχέως στο έδαφός τους, και να παρέχουν κάθε άλλη σχετική πληροφορία. Τέλος, ορίζονταν ότι τα μέτρα μετεγκατάστασης συνεπάγονταν την προσωρινή παρέκκλιση από τον κανόνα που ορίζεται στο άρθρο 13 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 (Δουβλίνο ΙΙΙ) σύμφωνα με τον οποίον η Ιταλία και η Ελλάδα θα ήταν διαφορετικά υπεύθυνες για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας βάσει των κριτηρίων του κεφαλαίου ΙΙΙ του εν λόγω Κανονισμού. Ορισμένα βασικά στοιχεία των παραπάνω Αποφάσεων μετεγκατάστασης και της εφαρμογής τους, που κατά τη γνώμη μας πρέπει να επισημανθούν:

Πρώτον, οι στόχοι των της πολιτικής μετεγκατάστασης είναι απολύτως συμβατοί με τις Συνθήκες, αφού βασίζονται στο άρθρο 80 ΣΛΕΕ σύμφωνα με το οποίοι η πολιτική του ασύλου «διέπεται από την αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων και στο οικονομικό επίπεδο. Όποτε απαιτείται, οι πράξεις της Ένωσης που θεσπίζονται βάσει του παρόντος κεφαλαίου περιέχουν κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής».

Δεύτερον, αν και είναι υπερβολικό να λέγεται ότι η Ένωση δεν έκανε τίποτε για να τα Κράτη πρώτης εισόδου, οι προβλεπόμενοι αριθμοί από τις δύο Αποφάσεις κρίθηκαν τελικά ανεπαρκείς για το μέγεθος της πίεσης που δέχτηκαν η Ελλάδα και η Ιταλία το 2015. Η θέση αυτή ενισχύεται, αν ληφθεί υπόψη και το τελικό αποτέλεσμα της εφαρμογής του συστήματος, αφού στο τέλος των προθεσμιών που τέθηκαν ο συνολικός αριθμός των αιτούντων που μετεγκαταστάθηκαν ανήλθε στις 28.000 άτομα περίπου[7].

Τρίτον, οι Αποφάσεις μετεγκατάστασης, πέρα από την αποσυμφόρηση της Ιταλίας και της Ελλάδας, σκοπό είχαν να ανακόψουν τις «δευτερογενείς μετακινήσεις» (για τις οποίες ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η Γερμανία), αφού προέβλεπαν ότι «Ο αιτών ή ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας που εισέρχεται στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος μετεγκατάστασης, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις διαμονής σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, υποχρεούται να επιστρέψει αμέσως. Το κράτος μέλος μετεγκατάστασης δέχεται και πάλι το εν λόγω πρόσωπο χωρίς καθυστέρηση»[8].

Τέταρτον, η εθνική ασφάλεια και η δημόσια τάξη πρέπει να λαμβάνονταν υπόψη καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας μετεγκατάστασης, έως ότου εκτελεσθεί η μεταφορά του αιτούντος. Έτσι, ορίζονταν ότι «Τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να αρνηθούν τη μετεγκατάσταση του αιτούντος μόνον εφόσον συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, ή εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για την εφαρμογή των διατάξεων αποκλεισμού όπως ορίζεται στα άρθρα 12 και 17 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ».

Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ενώπιον κάποιων εθνικών δικαστηρίων τέθηκε ζήτημα αμέσου ισχύος διατάξεων των Αποφάσεων με προσφυγές εκ μέρους ΜΚΟ, που επιχείρησαν να προκαλέσουν τον δικαστικό έλεγχο των κυβερνήσεων (Ισπανίας και Ολλανδίας) σχετικά με το βαθμό συμμόρφωσης στις υποχρεώσεις μετεγκατάστασης. Η απόφαση κατά το άρθρο 288 ΣΛΕΕ «είναι δεσμευτική ως προς όλα της τα μέρη. Όταν ορίζει αποδέκτες είναι δεσμευτική μόνο για αυτούς». Οι Αποφάσεις μετεγκατάστασης απευθύνονται στα Κράτη-μέλη. Ωστόσο το Δικαστήριο δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο μια διάταξη απόφασης, που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο (εννοείται και Κράτος-μέλος), να αναπτύσσει άμεση ισχύ «όταν η εν λόγω διάταξη επιβάλλει άνευ όρων και επαρκώς σαφή και ακριβή υποχρέωση στον παραλήπτη». Τι Ισπανικό Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της αμέσου ισχύος[9] ενώ το Rechtbank Den Haag (Ολλανδία) έκρινε ότι οι διατάξεις των άρθρων 5 και 5 παρ. 2 της Απόφασης 2015/1601 στερούνται αμέσου ισχύος (η σχετική προσφυγή, πάντως, ασκήθηκε πριν από τη λήξη ισχύος της Απόφασης)[10]. Τα δύο δικαστήρια, πάντως, αποφάνθηκαν χωρίς να παραπέμψουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, που, έτσι, δεν είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του θέματος.  

 

2.2. Οι προσφυγές ακυρώσεως της Απόφασης 2015/1601

Με την προσφυγή της η Σλοβακία ζήτησε να ακυρωθεί η Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 (προσβαλλόμενη πράξη) προβάλλοντας έξι (6) λόγους ακύρωσης (υποθ. C-643/15). Από την πλευρά της η Ουγγαρία ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και επικουρικώς να ακυρωθεί η Απόφαση αυτή στο μέτρο που αφορά την Ουγγαρία προβάλλοντας δέκα (10) λόγους ακύρωσης (υποθ. 647/15). Το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις δύο προσφυγές. Με απόφαση του Προέδρου του ΔΕΕ επετράπη στην Πολωνία να παρέμβει υπέρ της Σλοβακίας και της Ουγγαρίας ενώ με την ίδια απόφαση επετράπη στο Βέλγιο, στην Γερμανία, στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στο Λουξεμβούργο, στην Σουηδία και στην Επιτροπή να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου. Το ΔΕΕ έκρινε ότι πρέπει να εξεταστούν, πρώτον, οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από ακαταλληλότητα του άρθρου 78 παρ.3 ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης πράξης, δεύτερον, οι λόγοι ακυρώσεως που αφορούσαν διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της πράξης, οι οποίες συνιστούν παραβάσεις ουσιώδους τύπου και, τρίτον, οι λόγοι ακυρώσεως που αφορούν την ουσία. Την ίδια σειρά θα ακολουθήσουμε παρακάτω.

 

(α) Επί της νομικής βάσης

Τα προσφεύγοντα Κράτη-μέλη υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι εκδόθηκε σύμφωνα με μη νομοθετική διαδικασία και συνεπώς αποτελεί, από τυπικής απόψεως, μη νομοθετική πράξη, πρέπει εντούτοις να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη λόγω του περιεχομένου της και των συνεπειών της, στο μέτρο που τροποποιεί πλείονες νομοθετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης, ιδίως τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ ενώ το άρθρο 3, παρ. 1, της προσβαλλομένης πράξης παρεκκλίνει από τον κανόνα αυτόν. Κατά τις προσφεύγουσες εάν γινόταν δεκτή μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ, θα έπρεπε να τηρηθούν οι διαδικαστικές απαιτήσεις για την έκδοση νομοθετικής πράξεως, ιδίως η συμμετοχή του Ευρ.Κοινβ και των εθνικών κοινοβουλίων στη νομοθετική διαδικασία, πράγμα που δεν συνέβη. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η νομοθετική διαδικασία μπορεί να ακολουθηθεί μόνον στην περίπτωση που διάταξη των Συνθηκών παραπέμπει ρητώς σε αυτή. Εν προκειμένω το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ δεν περιέχει καμία ρητή παραπομπή στη νομοθετική διαδικασία, ούτως ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς εκδόθηκε στο πλαίσιο μη νομοθετικής διαδικασίας και συνιστά, συνεπώς, μη νομοθετική πράξη. Όσο και αν η θέση αυτή φαντάζει φορμαλιστική είναι βασισμένη στη ΣΛΕΕ σύμφωνα με την οποία νομοθετικές πράξεις είναι αυτές που χαρακτηρίζονται ως τέτοιες από τις διατάξεις της[11]. Το Δικαστήριο με την απόφαση του δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο παρέκκλισης από τις νομοθετικές πράξεις,  που διέπουν το πολύπλοκο σύστημα ασύλου της Ένωσης με μη νομοθετικές πράξεις βασισμένες στο άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ, με σκοπό την αντιμετώπιση μια κρίσης. Ωστόσο, η εξουσία που δίνεται στο Συμβούλιο από την εν λόγω διάταξη δεν είναι απεριόριστη, αφού τα μέτρα θα πρέπει να είναι προσωρινά και με περιορισμένο εύρος.

Ακόμη, τα προσφεύγοντα υποστήριξαν ότι το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ δεν αποτελεί προσήκουσα νομική βάση για την έκδοση της προσβαλλομένης πράξη, καθόσον η Απόφαση 2015/1601 δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα, σε αντίθεση προς τις απαιτήσεις της εν λόγω διατάξεως. Το Δικαστήριο, αφού τόνισε ότι «μια πράξη μπορεί να χαρακτηρισθεί «προσωρινή», με τη συνήθη έννοια του όρου αυτού, μόνον εφόσον δεν αποσκοπεί στη μόνιμη ρύθμιση ενός τομέα και εφαρμόζεται για περιορισμένη μόνο χρονική περίοδο» και επισήμανε ότι  το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ «καίτοι απαιτεί τα μέτρα τα οποία αφορά να είναι προσωρινά, εντούτοις επιφυλάσσει στο Συμβούλιο περιθώριο εκτιμήσεως για τον καθορισμό, κατά περίπτωση, της περιόδου εφαρμογής των μέτρων αυτών ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως και, ιδίως, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της επείγουσας καταστάσεως που δικαιολογεί τα επίμαχα μέτρα», έκρινε ότι από το άρθρο 13 της προσβαλλομένης πράξης προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια περιόδου 24 μηνών (25/9/2015 έως τις 26/9/2017) και συνεπώς εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια περιορισμένης περιόδου. Κατά το ΔΕΕ το Συμβούλιο δεν υπερέβη προδήλως την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει κατά τον καθορισμό της διάρκειας των περιλαμβανομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση μέτρων, εκτιμώντας, ότι το «διάστημα των είκοσι τεσσάρων μηνών κρίνεται εύλογο προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση θα έχουν πραγματικό αντίκτυπο όσον αφορά τη στήριξη της Ιταλίας και της Ελλάδας στην αντιμετώπιση των υψηλών μεταναστευτικών ροών στην επικράτειά τους».

Τέλος, η Σλοβακία προς υποστήριξη της θέσεώς της περί επιλογής εσφαλμένης νομικής βάσης προέβαλε ότι οι ροές που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά «επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών», στο βαθμό που η κατάσταση δεν παρουσιάζονταν «αιφνίδια»˙ τουλάχιστον σε ότι αφορά την Ελλάδα είναι αποδεδειγμένο ότι η οργάνωση της πολιτικής ασύλου της χώρας παρουσιάζει, επί μακρό χρονικό διάστημα, σημαντικές ελλείψεις, οι οποίες δεν εμφάνιζαν άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με το μεταναστευτικό φαινόμενο, που αποτέλεσε το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη˙ το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ αποσκοπεί στην αντιμετώπιση υφισταμένων ή επικειμένων επειγουσών καταστάσεων ενώ η προσβαλλόμενη Απόφαση διέπει, τουλάχιστον εν μέρει, μελλοντικές υποθετικές καταστάσεις. Το Δικαστήριο, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς αυτούς,  εκτίμησε ότι «αιφνίδια», κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ, μπορεί να χαρακτηρισθεί μια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών τέτοιας εκτάσεως, ώστε να καθίσταται μη προβλέψιμη καίτοι εντάσσεται στο πλαίσιο μεταναστευτικής κρίσεως που διαρκεί πολλά έτη, εφόσον καθιστά αδύνατη τη φυσιολογική λειτουργία του κοινού συστήματος ασύλου της Ένωσης. Ειδικά σε ότι αφορούσε την Ελλάδα το ΔΕΕ έκρινε ότι «η έκταση της εισροής μεταναστών την οποία αντιμετώπιζαν το ελληνικό και το ιταλικό σύστημα ασύλου κατά τη διάρκεια του έτους 2015 ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θα είχε διαταράξει οποιοδήποτε σύστημα ασύλου, ακόμη και ένα σύστημα χωρίς διαρθρωτικές αδυναμίες». Η θέση αυτή του Δικαστηρίου που αποδέχεται «διαρθρωτικές αδυναμίες» (συστημικές ελλείψεις σε άλλες αποφάσεις του) αλλά επιχειρεί να τις δικαιολογήσει εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια να διαφυλάξει την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών-μελών επί της οποίας εδράζεται το νομικό σύστημα του ΧΕΑΔ και ειδικότερα η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων και διαταγών.

 

(β) Επί της νομιμότητα της διαδικασίας εκδόσεως (παραβάσεις ουσιώδους τύπου)

 

Τα προσφεύγοντα Κράτη-μέλη, κατά πρώτον, υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 68 ΣΛΕΕ και τον ουσιώδη τύπο, στο μέτρο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με αυξημένη πλειοψηφία, ενώ από τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25-26/6/2015 προέκυπτε ότι αυτή έπρεπε να εκδοθεί με «συναίνεση» και «λαμβανομένων υπόψη των ειδικών καταστάσεων των κρατών μελών». Ειδικότερα υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο όφειλε, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, να σεβαστεί τους προσανατολισμούς που απορρέουν από αυτά τα Συμπεράσματα, ιδίως την απαίτηση κατανομής των αιτούντων που χρήζουν σαφώς διεθνούς προστασίας μεταξύ των Κρατών-μελών με απόφαση εκδιδόμενη με ομοφωνία, ήτοι με τη μορφή ποσοστώσεων, που εκουσίως συνομολογούν τα Κράτη-μέλη.

Το Δικαστήριο απέρριψε αυτόν λόγο ακύρωσης κρίνοντας ότι τα εν λόγω  Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015 δεν μπορούσαν να εμποδίσουν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός γιατί αφορούσαν ένα άλλο πρόγραμμα μετεγκατάστασης του οποίου σκοπός ήταν, ως απάντηση στην εισροή μεταναστών που παρατηρήθηκε κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2015, η κατανομή 40.000 ατόμων μεταξύ των κρατών μελών (Απόφαση 2015/15234) και όχι της Απόφασης που προσβάλλεται εν προκειμένω και αφετέρου γιατί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τροποποιήσει τους προβλεπόμενους στις Συνθήκες κανόνες ψηφοφορίας. Κατά το ΔΕΕ «Η αρχή της θεσμικής ισορροπίας απαγορεύει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να τροποποιεί αυτόν τον κανόνα ψηφοφορίας επιβάλλοντας στο Συμβούλιο, μέσω συμπερασμάτων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 68 ΣΛΕΕ, κανόνα ομόφωνης ψήφου». Η θέση αυτή του Δικαστηρίου αποτελεί μια έμμεση απάντηση σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συγκεντρώνει στα χέρια του σχεδόν το σύνολο των εξουσιών στην Ευρωπαϊκή  Ένωση. Τα ενωσιακά όργανα κατά την υλοποίηση των πολιτικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μπορούν να παρεκκλίνουν ιδιαίτερα όταν αυτό υπαγορεύει η αρχή της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας λήψης αποφάσεων ή γενικότερα μιας πολιτικής της Ένωσης.  

Ακόμη, τα προσφεύγοντα ισχυρίστηκαν ότι το Συμβούλιο, καθόσον επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση της Επιτροπής και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς νέα διαβούλευση (επαναδιαβούλευση) με το Κοινοβούλιο, παρέβη τον ουσιώδη τύπο, που καθορίζεται στο άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Επιπρόσθετα, η Σλοβακία προέβαλε το επιχείρημα ότι το Συμβούλιο, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραβίασε, επίσης, το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 και το άρθρο 13 παρ. 2 ΣΕΕ (αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της θεσμικής ισορροπίας και της χρηστής διοικήσεως). Το Δικαστήριο αν και έκανε δεκτό ότι το κείμενο της προσβαλλομένης πράξης, όπως τελικώς εγκρίθηκε και εξεταζόμενο στο σύνολό του, αποκλίνει ουσιωδώς (λόγω της απάλειψης της Ουγγαρίας από Κράτη-μέλη μετεγκατάστασης) από εκείνο της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής και κατά συνέπεια απαιτείται νέα διαβούλευση με το Ευρ.Κοινβ διαπίστωσε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό, ότι αυτό, εκδίδοντας το νομοθετικό του ψήφισμα της 17/9/2015, με το οποίο εξέφρασε την υποστήριξή του στην αρχική πρόταση της Επιτροπής, πρέπει κατ’ ανάγκη να έλαβε υπόψη αυτήν την ουσιώδη τροποποίηση του καθεστώτος της Ουγγαρίας στην οποία όφειλε να προβεί το Συμβούλιο, στο βαθμό που  η Προεδρία του Συμβουλίου είχε ανακοινώσει ότι αυτό προτίθεται να προβεί στην αναγκαστική αυτή αλλαγή κατά τη διάρκεια της έκτακτης συνεδριάσεως της ολομέλειας του Κοινοβουλίου. Εξάλλου, τα προσφεύγοντα υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε το άρθρο 293 παρ. 1 ΣΛΕΕ, καθόσον τροποποίησε την πρόταση της Επιτροπής χωρίς να τηρήσει τη προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή απαίτηση ομοφωνίας. Το ΔΕΕ, επισήμανε ότι κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΣΛΕΕ, εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει την πρότασή της καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών, που οδηγούν στη θέσπιση πράξεως της Ένωσης, καθώς και ότι κατά τη νομολογία του «οι τροποποιημένες προτάσεις της Επιτροπής δεν πρέπει να υποβάλλονται κατ’ ανάγκην γραπτώς, καθόσον αποτελούν μέρος της διαδικασίας εκδόσεως πράξεων της Ένωσης, η οποία χαρακτηρίζεται από κάποια ευελιξία, απαραίτητη για την επίτευξη συγκλίσεως των απόψεων μεταξύ των οργάνων». Στην περίπτωση αυτή το Συμβούλιο δεν δεσμεύεται από την απαίτηση ομοφωνίας του άρθρου 293 παρ. 1 ΣΛΕΕ. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο ακυρότητας κάνοντας δεκτό ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή άσκησε την κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΣΛΕΕ εξουσία τροποποιήσεως της προτάσεώς της, καθόσον από τη συμμετοχή του θεσμικού αυτού οργάνου στη διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η τροποποιημένη πρόταση εγκρίθηκε από την Επιτροπή μέσω δύο εκ των μελών της που είχαν εξουσιοδοτηθεί από το σώμα των Επιτρόπων να εγκρίνουν τις οικείες τροποποιήσεις (άρθρο 13 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής). Το ΔΕΕ, επίσης, έχοντας κρίνει ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι νομοθετική απέρριψε και τους λόγους που προέβαλλαν τα προσφεύγοντα σχετικά με  το δικαίωμα των εθνικών κοινοβουλίων να γνωμοδοτούν επί κάθε σχεδίου νομοθετικής πράξεως (Πρωτόκολλα αριθ. 1 και αριθ. 2) και την υποχρέωση του Συμβουλίου να συνέρχεται δημοσίως, όταν συσκέπτεται και ψηφίζει επί σχεδίου νομοθετικής πράξεως (άρθρα 16 παρ. 8 ΣΕΕ και 15 παρ. 2 ΣΛΕΕ). Τα προσφεύγοντα, τέλος, υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει από ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια, καθόσον το Συμβούλιο παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 14 παρ. 1 του εσωτερικού του κανονισμού) όσον αφορά τη χρήση των γλωσσών στο μέτρο που απέστειλε στα Κράτη-μέλη τα κείμενα, που αποτύπωσαν τις διαδοχικές τροποποιήσεις της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου, στο τέλος, του κειμένου της προσβαλλομένης πράξης, όπως αυτό εγκρίθηκε από το Συμβούλιο, μόνο στην αγγλική γλώσσα. Το ΔΕΕ σχετικά έκανε δεκτή την ερμηνεία που έδωσε το Συμβούλιο στο εσωτερικό του Κανονισμό, αντλούμενη από το άρθρο 14 παρ. 2 που ορίζει ότι κάθε μέλος του Συμβουλίου μπορεί να αντιταχθεί στη διεξαγωγή συζητήσεως αν το κείμενο οιωνδήποτε προτεινόμενων τροποποιήσεων δεν έχει συνταχθεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες και απέρριψε τον ισχυρισμό δεχόμενο ότι η αρχική πρόταση της Επιτροπής τέθηκε στη διάθεση όλων των αντιπροσωπειών των Κρατών-μελών σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, ότι κανένα Κράτος- μέλος δεν εξέφρασε αντιρρήσεις για τη διεξαγωγή συζητήσεως βάσει κειμένων που αποτύπωναν τις συμφωνηθείσες τροποποιήσεις και είχαν συνταχθεί μόνο στην αγγλική γλώσσα και ότι, πέραν αυτού, όλες οι τροποποιήσεις αναγνώσθηκαν από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου με ταυτόχρονη διερμηνεία σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Κατά το Δικαστήριο «μια τέτοια ερμηνεία είναι απόρροια μιας ισορροπημένης και ευέλικτης προσεγγίσεως, που ευνοεί την αποτελεσματικότητα και ταχύτητα των εργασιών του Συμβουλίου, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως σημαντικές στο ειδικό επείγον πλαίσιο που χαρακτηρίζει τη διαδικασία λήψεως των προσωρινών μέτρων που θεσπίζονται με βάση το άρθρο 78, παρ. 3 ΣΛΕΕ», σεβόμενη ταυτόχρονα την υποχρέωση διατήρησης της πολυγλωσσίας της Ένωσης (άρθρο 3, παρ. 3 τέταρτο εδάφιο ΣΕΕ).

 

(γ) Επί της ουσίας (αρχές αναλογικότητας και ασφάλειας του δικαίου, παράβαση Συνθήκης της Γενεύης)

 Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας των προσφευγόντων βρέθηκε η αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού αυτού, καθόσον ο μηχανισμός μετεγκαταστάσεως, που προβλέπει, δεν δύναται να θεραπεύσει τις διαρθρωτικές ελλείψεις του ελληνικού και του ιταλικού συστήματος ασύλου. Οι ελλείψεις αυτές, που συνδέονται με τις ελλιπείς ικανότητες υποδοχής και διαχειρίσεως των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, θα έπρεπε να θεραπευθούν πριν καταστεί δυνατό να εφαρμοσθεί αποτελεσματικά η εν λόγω μετεγκατάσταση. Εξάλλου, ο μικρός αριθμός μετεγκαταστάσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά τη θέσπιση της Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 αποδεικνύει ότι ο μηχανισμός μετεγκαταστάσεως που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν, από τη θέσπισή του, ακατάλληλος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. 

Το Δικαστήριο δεν δέχτηκε την επιχειρηματολογία αυτή. Αντίθετα, έκρινε, πρώτον, ότι «δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οποιοδήποτε σύστημα ασύλου, ακόμη και ένα σύστημα χωρίς διαθρωτικές αδυναμίες, θα είχε διαταραχθεί σοβαρά από την άνευ προηγουμένου εισροή μεταναστών που έλαβε χώρα στην Ελλάδα και την Ιταλία κατά το έτος 2015»˙ δεύτερον, ο μηχανισμός μετεγκαταστάσεως που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση ανήκει σε ένα σύνολο μέτρων τα οποία, μεταξύ άλλων, επιδιώκουν και τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος ασύλου εκάστου εξ αυτών των κρατών, με αποτέλεσμα η καταλληλότητα του μηχανισμού αυτού για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει να μην μπορεί να εκτιμηθεί μεμονωμένα˙ τέλος, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί εκ των υστέρων από τον μικρό αριθμό των μετεγκαταστάσεων που έχουν πραγματοποιηθεί κατ’ εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι αυτή ήταν εξαρχής ακατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι κατά την πάγια νομολογία του, «το κύρος μιας πράξεως της Ένωσης δεν μπορεί να εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις σχετικά με τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της. Οσάκις ο νομοθέτης της Ένωσης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρυθμίσεως την οποία πρέπει να θεσπίσει και τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη με βάση τα στοιχεία που διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οικείας ρυθμίσεως», κάτι που δεν συνέβη στο βαθμό που το Συμβούλιο, όταν θέσπισε τον μηχανισμό μετεγκαταστάσεως σημαντικού αριθμού αιτούντων διεθνή προστασία, προέβη, βάσει λεπτομερούς εξετάσεως των διαθέσιμων κατά τον χρόνο εκείνο στατιστικών στοιχείων, σε ανάλυση των μελλοντικών αποτελεσμάτων που θα είχε το μέτρο αυτό όσον αφορά την επίμαχη επείγουσα κατάσταση. Εξάλλου, το ΔΕΕ επεσήμανε ότι «ο μικρός αριθμός των μετεγκαταστάσεων που πραγματοποιήθηκαν κατ’ εφαρμογή της προσβαλλομένης πράξης μπορεί να εξηγηθεί βάσει ενός συνόλου στοιχείων τα οποία δεν μπορούσε να προβλέψει το Συμβούλιο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, στα οποία συγκαταλέγεται, μεταξύ άλλων, η έλλειψη συνεργασίας που επέδειξαν ορισμένα Κράτη-μέλη».

Τα προσφεύγοντα υποστήριξαν, ακόμη, ότι η προσβαλλόμενη πράξη του Συμβουλίου δεν ήταν αναγκαία, στο βαθμό που ο επιδιωκόμενος από την προσβαλλόμενη απόφαση σκοπός μπορούσε να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά με τη λήψη άλλων μέτρων τα οποία ήταν δυνατόν να ληφθούν στο πλαίσιο υφιστάμενων ρυθμίσεων (Οδηγία 2001/55/ΕΚ, Κανονισμός (ΕΚ) 2007/2004, Frontex) και τα οποία θα ήταν λιγότερο επαχθή για τα Κράτη-μέλη και λιγότερο παρεμβατικά όσον αφορά το «κυριαρχικό» δικαίωμα κάθε Κράτους μέλους να αποφασίζει ελεύθερα σχετικά με την εισδοχή υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφός του καθώς και το δικαίωμα των Κρατών-μελών, το οποίο καθιερώνεται στο άρθρο 5 του Πρωτοκόλλου αριθ. 2, να υφίστανται το ελάχιστο δυνατό οικονομικό και διοικητικό βάρος. Υποστηρίχθηκε, τέλος, ότι η μη αναγκαιότητα της προσβαλλόμενης πράξης συνάγεται από το γεγονός ότι αυτή εκδόθηκε μόλις οκτώ ημέρες μετά την Απόφαση 2015/1523 που προέβλεπε τη μετεγκατάσταση 40.000 ατόμων καθώς και ότι αυτή συνεπάγεται αναπόφευκτα οικονομικό και διοικητικό βάρος για τα Κράτη-μέλη, που θα μπορούσε να αποφευχθεί με τη θέσπιση άλλων, λιγότερο επαχθών μέτρων. Το Δικαστήριο δεν δέχτηκε αυτήν την επιχειρηματολογία. Αντίθετα, έκρινε ότι η ύπαρξη στην Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 διαφόρων μηχανισμών προσαρμογής αποδεικνύει ότι ο μηχανισμός μετεγκαταστάσεως, θεωρούμενος στο σύνολό του, καθιστά δυνατή τη συνεκτίμηση, κατά τρόπο σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας, της ιδιαίτερης καταστάσεως κάθε Κράτους-μέλους. Ο σύμφωνος προς την αρχή της αναλογικότητας χαρακτήρας του μηχανισμού μετεγκαταστάσεως προκύπτει επίσης από την κλείδα κατανομής με βάση την οποία καθορίστηκαν οι κατανομές μετεγκαταστάσεων από την Ελλάδα και την Ιταλία στο παράρτημα Ι και στο παράρτημα ΙΙ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο αισθάνθηκε την ανάγκη να τοποθετηθεί στον ισχυρισμό της παρεμβαίνουσας Πολωνίας, παρά το γεγονός ότι αυτός ισχυρισμός κρίθηκε ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τον οποίο για τις δυσανάλογες συνέπειες σε Κράτη-μέλη υποδοχής που είναι «σχεδόν ομοιογενή από εθνοτική άποψη όπως η Πολωνία» και των οποίων ο πληθυσμός διαφέρει, από πολιτιστική και γλωσσική άποψη, από τους μετανάστες που πρέπει να μετεγκατασταθούν στο έδαφός τους. Συγκεκριμένα, τόνισε «αν θα έπρεπε η μετεγκατάσταση να εξαρτάται αυστηρά από την ύπαρξη πολιτιστικών ή γλωσσικών δεσμών μεταξύ κάθε αιτούντος διεθνή προστασία και του κράτους μέλους μετεγκαταστάσεως, θα ήταν αδύνατη η κατανομή των αιτούντων αυτών μεταξύ όλων των κρατών μελών τηρουμένης της αρχής της αλληλεγγύης που επιβάλλει το άρθρο 80 ΣΛΕΕ και, κατά συνέπεια, θα ήταν αδύνατη η θέσπιση δεσμευτικού μηχανισμού μετεγκαταστάσεως …  ενώ πρέπει να προστεθεί ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εκτιμήσεις συνδεόμενες με την εθνοτική καταγωγή των αιτούντων διεθνή προστασία, καθόσον θα ήταν, προφανώς, αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως προς το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η θέση του Δικαστηρίου, που διακηρύσσει ότι οι κατ’ ουσία ρατσιστικές αντιλήψεις, όπως αυτή προβλήθηκε από την Πολωνία, δεν έχουν θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως προς την έντασή της  θυμίζει την τοποθέτηση του στην υπόθεση Kadi[12]

Τέλος, η Ουγγαρία υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας των κανονιστικών πράξεων, διότι, σε πολλά σημεία, δεν καθιστά σαφή ούτε τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων της αποφάσεως αυτής αλλά ούτε και τη σχέση των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, ενώ το γεγονός ότι οι αιτούντες ενδέχεται να μετεγκατασταθούν σε Κράτος-μέλος με το οποίο δεν διατηρούν κανέναν ιδιαίτερο δεσμό εγείρει το ζήτημα κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση είναι συμβατή, από την άποψη αυτή, με τη Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων.  Το ΔΕΕ δεν έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς αυτούς. Αντίθετα, έκρινε ότι η προσβαλλόμενη πράξη αποτελούμενη από σύνολο προσωρινών μέτρων που περιλαμβάνουν προσωρινό μηχανισμό μετεγκαταστάσεως, ο οποίος δεν παρεκκλίνει από το κεκτημένο στον τομέα του Κοινού Συστήματος Ασύλου παρά μόνον σε συγκεκριμένα και ρητώς απαριθμούμενα σημεία, δεν παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου εντασσόμενος πλήρως στο εν λόγω κεκτημένο, με αποτέλεσμα το τελευταίο να εξακολουθεί, γενικώς, να εφαρμόζεται. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν δέχτηκε και την παραβίαση της Σύμβασης του 1951 και του Πρωτόκολλο του 1967 για το καθεστώς των προσφύγων, στο βαθμό που από αυτές δεν μπορεί να συναχθεί υπέρ του αιτούντος διεθνή προστασία δικαίωμα παραμονής στο Κράτος-μέλος, όπου υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας ενόσω αυτή εκκρεμεί, ενώ και το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει στους αιτούντες να επιλέξουν το Κράτος-μέλος που θα είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς τους.

Κατόπιν όλων των παραπάνω το Δικαστήριο στις 6 Σεπτεμβρίου 2017 απέρριψε στο σύνολό τους τις προσφυγές ακυρώσεως της Απόφασης (ΕΕ) 2015/1601 που ασκήθηκαν από την  Σλοβακία και της Ουγγαρία και επιβεβαίωσε το κύρος της Απόφασης 2015/1601[13]. Με την απόφασή του το Δικαστήριο με πειστικό τρόπο φαίνεται να διαμορφώνει μια λεπτή ισορροπία μεταξύ αποτελεσματικότητας και νομιμότητας και παράλληλα υποδεικνύει τον τρόπο με το οποίο η αρχή της αποτελεσματικότητας ως νομική αρχή εφαρμόζεται επί του πεδίου[14].

 

  1. Οι προσφυγές για παράβαση κατά της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχίας

Μετά την θέση σε ισχύ των δύο Αποφάσεων μετεγκατάστασης και ενώ εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η εκδίκαση των προσφυγών με τις οποίες αμφισβητήθηκε το κύρος της Αποφάσεως 2015/1601 από την Σλοβακία και την Ουγγαρία, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Τσεχία δεν είχαν λάβει μέτρα συμμόρφωσης στις Αποφάσεις μετεγκατάστασης. Συγκεκριμένα,  η Πολωνία, αν και υπέδειξε ότι 100 αιτούντες διεθνή προστασία μπορούσαν να μετεγκατασταθούν ταχέως στο έδαφός της, (65 από την Ελλάδα και 35 από την Ιταλία), κατόπιν δεν ανταποκρίθηκε στα αιτήματα της Ελλάδας και της Ιταλίας και ουδείς αιτών διεθνή προστασία δεν μετεγκαταστάθηκε στο έδαφός της˙ η Ουγγαρία από την πλευρά της, η οποία δεν συμμετείχε στο μέτρο οικειοθελούς μετεγκατάστασης, που προέβλεπε η Απόφαση 2015/1523, ουδέποτε υπέδειξε αριθμό αιτούντων διεθνή προστασία, που θα μπορούσαν να μετεγκατασταθούν ταχέως στο έδαφός της κατ’ εφαρμογή της Απόφασης 2015/1601 με συνέπεια ουδείς αιτών διεθνή προστασία δεν μετεγκαταστάθηκε στο έδαφος της˙ η Τσεχία, τέλος, υπέδειξε ότι 50 άτομα μπορούσαν να μετεγκατασταθούν στο έδαφός της. Δώδεκα (12) άτομα μετεγκαταστάθηκαν πράγματι από την Ελλάδα, αλλά η Τσεχική Δημοκρατία δεν ανέλαβε, ακολούθως, καμία άλλη δέσμευση μετεγκατάστασης.  Αντιθέτως, στις 5 Ιουνίου 2017 η Τσεχία εξέδωσε το ψήφισμα 439, με το οποίο αποφάσισε να αναστείλει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει από τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης «δεδομένης της σημαντικής επιδείνωσης της κατάστασης όσον αφορά την ασφάλεια εντός της Ένωσης [...] και λαμβανομένης υπόψη της πρόδηλης δυσλειτουργίας του συστήματος μετεγκατάστασης».  

Με προειδοποιητικές επιστολές τον Ιούνιο του 2017 η Επιτροπή κίνησε, σύμφωνα με το άρθρο 258 παρ. 1 ΣΛΕΕ, διαδικασία για παραβάσεως κατά των τριών αυτών Κρατών-μελών. Η Επιτροπή δεν πείσθηκε από τις απαντήσεις που έλαβε και στις 26 Ιουλίου 2017, απηύθυνε Αιτιολογημένη Γνώμη σε καθένα από τα τρία αυτά Κράτη μέλη, εμμένοντας στη θέση της ότι αυτά παρέβησαν τις υποχρεώσεις από τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης, καλώντας παράλληλα τα τρία αυτά Κράτη-μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους εντός τεσσάρων (4) εβδομάδων, δηλαδή το αργότερο στις 23 Αυγούστου 2017. Εξάλλου, με έγγραφα της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των τριών Κρατών-μελών για την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου που επιβεβαίωσε το κύρος της Απόφασης 2015/1601 και τα κάλεσε εκ νέου να θεσπίσουν, το ταχύτερο δυνατόν, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αναλάβουν δεσμεύσεις τους και να πραγματοποιήσουν μετεγκαταστάσεις. Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση στα έγγραφα αυτά, η Επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο κατά της Πολωνίας (υποθ. C-715/17), της Ουγγαρίας (υποθ. C-718/17) και της Τσεχίας (υποθ. C-719/17).  Το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις προσφυγές προς έκδοση κοινής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 54 του Κανονισμού Διαδικασίας του.

 

(α) Επί του παραδεκτού

Προς αντίκρουση των προσφυγών της Επιτροπής τα εναγόμενα Κράτη-μέλη προέβαλαν τέσσερεις (4) ενστάσεις απαραδέκτου. Στο επίκεντρό τους  ήταν το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο οι προσφυγές της Επιτροπής είναι άνευ αντικειμένου διότι, κατόπιν της λήξης του χρόνου ισχύος των Αποφάσεων μετεγκατάστασης, η οποία επήλθε στις 17 και στις 26 Σεπτεμβρίου 2017 αντίστοιχα,  ακόμη και αν το Δικαστήριο κάνει δεκτές τις προσφυγές, αυτά δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να άρουν τις προβαλλόμενες παραβάσεις. Το ΔΕΕ υπενθύμισε ότι μια προσφυγή λόγω παραβάσεως Κράτους-μέλους είναι παραδεκτή εάν η Επιτροπή ζητεί απλώς να διαπιστωθεί η ύπαρξη της προβαλλόμενης παράβασης, ιδίως σε περιπτώσεις όπως αυτές των υπό κρίση υποθέσεων, στις οποίες η πράξη του δικαίου της Ένωσης της οποίας η παράβαση προβάλλεται έπαυσε οριστικά να ισχύει μετά την ημερομηνία λήξης της ταχθείσας με την Αιτιολογημένη Γνώμη προθεσμίας, δηλαδή την 23η Αυγούστου 2017. Τα τρία εναγόμενα Κράτη-μέλη είχαν συνεπώς τη δυνατότητα να παύσουν την προσαπτόμενη σε αυτά παράβαση πριν από τη λήξη της ταχθείσας με τις Αιτιολογημένες Γνώμες προθεσμίας, την 23η Αυγούστου 2017, και, επομένως, πριν από τη λήξη του χρόνου ισχύος των αποφάσεων 2015/1523 και 2015/1601. Το Δικαστήριο με την απόφασή του τόνισε ότι αν γίνονταν δεκτή η επιχειρηματολογία των τριών Κρατών-μελών, «τότε κάθε Κράτος-μέλος το οποίο, με τη συμπεριφορά του, θα υπονόμευε την υλοποίηση του σκοπού απόφασης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ και εφαρμόζεται, ως «προσωρινό μέτρο» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να αποφύγει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως απλώς και μόνον λόγω του ότι η παράβαση αφορά πράξη του δικαίου της Ένωσης της οποίας ο χρόνος ισχύος έληξε οριστικά μετά την ημερομηνία λήξης της ταχθείσας με την Αιτιολογημένη Γνώμη προθεσμίας και, ως εκ τούτου, τα Κράτη μέλη-θα μπορούσαν να αντλήσουν όφελος από το δικό τους πταίσμα». Επιπλέον, η διαπίστωση της παράβασης εξακολουθεί να έχει ουσιαστικό ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων προκειμένου να θεμελιωθεί η ενδεχόμενη ευθύνη ενός κράτους μέλους, λόγω της παράβασης που διέπραξε, έναντι άλλων Κρατών-μελών, της Ένωσης ή ιδιωτών. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα ότι, κατόπιν της οριστικής λήξης του χρόνου ισχύος των Αποφάσεων 2015/1523 και 2015/1601, η Επιτροπή δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής, το ΔΕΕ υπενθύμισε την πάγια νομολογία του κατά την οποία η Επιτροπή δεν οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη έννομου συμφέροντος ούτε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως.  

Η Ουγγαρία και η Πολωνία προέβαλλαν ότι οι προσφυγές είναι απαράδεκτες γιατί με την άσκησή μόνο κατά των τριών εν λόγω Κρατών-μελών, μολονότι τα περισσότερα από τα Κράτη-μέλη δεν τήρησαν πλήρως τις υποχρεώσεις από τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης, παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των Κρατών-μελών  και, ως εκ τούτου, υπερέβη την εξουσία εκτίμησης που της παρέχει το άρθρο 258 ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση, υπενθυμίζοντας την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία «η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια προκειμένου να κρίνει κατά πόσον είναι σκόπιμο να στραφεί κατά Κράτους-μέλους, να προσδιορίσει τις διατάξεις που αυτό παραβαίνει και να επιλέξει το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του κράτους αυτού, οι δε λόγοι που καθορίζουν την επιλογή αυτή δεν ασκούν επιρροή επί του παραδεκτού της προσφυγής».

Η Ουγγαρία, εξάλλου, προσήψε στην Επιτροπή, πρώτον, ότι αυτή δεν σεβάστηκε τα δικαιώματα άμυνάς της κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, καθόσον η προθεσμία τεσσάρων εβδομάδων για να δοθεί απάντηση, που τάχθηκε με την προειδοποιητική επιστολή και με την Αιτιολογημένη Γνώμη, ήταν υπερβολικά σύντομη, αντέβαινε στη συνήθη προθεσμία των δύο μηνών και δεν δικαιολογούνταν από ευλόγως επείγουσα κατάσταση και, δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν υπέδειξε, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, την παράβαση που της προσάπτονταν. Το Δικαστήριο απέρριψε και αυτήν την ένσταση. Αρχικά υπενθύμισε ότι σκοπός της προδικασίας είναι να δοθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς ισχυρισμούς του κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή και επεσήμαινε ότι το νομότυπο της διαδικασίας αυτής συνιστά ουσιώδη εγγύηση όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω Κράτους-μέλους, αλλά και για να διασφαλιστεί ότι η δίκη που ενδεχομένως θα κινηθεί θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά. Στο πλαίσιο αυτό  τόνισε ότι «προκειμένου να εκτιμηθεί το εύλογο της προθεσμίας που τάχθηκε, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, βραχύτατες προθεσμίες μπορούν να δικαιολογηθούν σε ειδικές περιπτώσεις, ιδίως όταν είναι επείγον να παύσει η παράβαση Κράτους-μέλους ή όταν αυτό έχει πλήρη επίγνωση της άποψης της Επιτροπής πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας». Με βάση τα παραπάνω το ΔΕΕ έκρινε ότι η Επιτροπή τάσσοντας σύντομες προθεσμίες και κινώντας την διαδικασία προσφυγής σε προχωρημένο χρονικό σημείο σε σχέση με την ισχύ των Αποφάσεων μετεγκατάστασης δεν παρέβη τις υποχρεώσεις της, στο βαθμό που αυτή, λόγω του καινοφανούς χαρακτήρα των διαδικασιών μετεγκατάστασης,   να εξαντλήσει καταρχάς, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει όσον αφορά την επιλογή του χρονικού σημείου κατά το οποίο θα κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, όλες τις δυνατότητες προκειμένου να πείσει τα τρία εν λόγω Κράτη-μέλη να πραγματοποιήσουν μετεγκαταστάσεις και να αναλάβουν επισήμως δεσμεύσεις για να συμβάλουν δεόντως, τηρουμένης της αρχής της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των Κρατών μελών, τα τρία Κράτη-μέλη είχαν ενημερωθεί πολύ πριν ότι η Επιτροπή σκόπευε να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως εναντίον τους εάν εξακολουθούσαν να μη συμμορφώνονται με τις Αποφάσεις 2015/1523 και 2015/1601, ενώ δεν προκύπτει ότι οι προθεσμίες των τεσσάρων εβδομάδων για την απάντηση δεν παρείχαν στα εν λόγω Κράτη-μέλη τη δυνατότητα να προβάλουν λυσιτελώς, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, τους αμυντικούς ισχυρισμούς τους κατά των αιτιάσεων που διατύπωσε η Επιτροπή.

Τέλος, η Τσεχία προέβαλε το απαράδεκτο της εναντίον της προσφυγής επικαλούμενη ασάφεια ή έλλειψη συνοχής του δικογράφου. Το Δικαστήριο, αν και αναγνώρισε ότι το δικόγραφο της προσφυγής «ενέχει μια κάποια ασάφεια ή αμφισημία» λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τσεχία προχώρησε σε κάποιες μετεγκαταστάσεις, έκρινε τελικά, απορρίπτοντας την ένσταση απαραδέκτου, ότι, όπως προκύπτει με επαρκή σαφήνεια από τους λόγους που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής και, όπως επιβεβαιώνεται από το υπόμνημα απαντήσεως, η συγκεκριμένη παράβαση την οποία προσάπτει η Επιτροπή στην Τσεχία συνίσταται στο ότι η τελευταία έπαυσε να αναλαμβάνει δεσμεύσεις μετεγκατάστασης μετά από κάποιο στάδιο (13 Μαΐου 2016) ενώ θα έπρεπε να συνεχίσει να τις λαμβάνει «οπωσδήποτε ανά τρίμηνο». Κατά συνέπεια η Τσεχία δεν ήταν ευλόγως δυνατόν να πλανάται ως προς την ακριβή ημερομηνία έναρξης της παράβασης των υποχρεώσεών της την οποία της προσήψε η Επιτροπή, ήταν δε σε θέση να ασκήσει στην πράξη τα δικαιώματα άμυνάς της όσον αφορά την παράβαση αυτή.

 

(β) Επί της ουσίας

Τα εναγόμενα Κράτη-μέλη επιχείρησαν να δικαιολογήσουν την παραβίαση της υποχρέωσης συμμόρφωσης στις Αποφάσεις 2015/1523 και 2015/1601 επικαλούμενα επιχειρήματα αφενός από τις ευθύνες Κρατών-μελών για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας αντλούμενα από το άρθρο 72 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ (Πολωνία και Ουγγαρία) και, αφετέρου, από την προβαλλόμενη δυσλειτουργία και αναποτελεσματικότητα του μηχανισμού μετεγκατάστασης (Τσεχία). Ειδικότερα,

 Η Πολωνία και η Ουγγαρία υποστήριξαν κατ’ ουσία ότι είχαν το δικαίωμα να μην εφαρμόσουν τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης, δυνάμει του άρθρου 72 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ. Η πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις προβλέπει ότι ο τίτλος V της ΣΛΕΕ (Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλεια και Δικαιοσύνης – ΧΕΑΔ) «δεν θίγει την άσκηση των ευθυνών που εμπίπτουν στα κράτη μέλη για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας» ενώ η δεύτερη ότι «η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους». Κατά τα δύο Κράτη-μέλη οι διατάξεις αυτές, επιφυλάσσοντας την αποκλειστική αρμοδιότητα για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας στο πλαίσιο πράξεων εκδιδόμενων σε τομέα του ΧΕΑΔ, τους παρέχουν το δικαίωμα να μην εκπληρώσουν τις δευτερεύουσες, και επομένως υποδεέστερης ισχύος, έννομες υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν από τις Αποφάσεις 2015/1523 και 2015/1601. Υποστήριξαν, εξάλλου, ότι ο μηχανισμός μετεγκατάστασης, όπως προβλέπονταν από τις Αποφάσεις και εφαρμόζονταν από τις ιταλικές και ελληνικές αρχές δεν τους παρείχε τη δυνατότητα να διασφαλίσουν πλήρως την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας απέναντι σε κινδύνους που θα συνεπάγονταν η τυχόν μετεγκατάσταση στο έδαφός τους εξτρεμιστών και επικίνδυνων ατόμων τα οποία ενδεχομένως θα προέβαιναν σε βίαιες ή ακόμη και τρομοκρατικές πράξεις.

Το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι «στην Ένωση που βασίζεται στο κράτος δικαίου, οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της απολαύουν τεκμηρίου νομιμότητας» με αποτέλεσμα τα Κράτη-μέλη να είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τις δεσμευτικές για αυτά νομικές πράξεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ισχύος τους, έκρινε ότι το άρθρο 72 ΣΛΕΕ, από το οποίο «δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη γενικής και εγγενούς στη Συνθήκη επιφύλαξης που εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια που θα μπορούσε να θίξει τον δεσμευτικό χαρακτήρα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης», στο μέτρο που συνιστά διάταξη εισάγουσα παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Ως εκ τούτου, το εν λόγω άρθρο δεν παρέχει στα Κράτη-μέλη την ευχέρεια να παρεκκλίνουν μονομερώς και χωρίς έλεγχο εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης από διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, στηριζόμενα απλώς και μόνο στην επίκληση των συμφερόντων που συνδέονται με την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας, αλλά τους επιβάλλει να αποδεικνύουν την ανάγκη της προβλεπόμενης παρέκκλισης προκειμένου να ασκήσουν τις ευθύνες τους στον εν λόγω τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, σύμφωνα με τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης, η εθνική ασφάλεια και η δημόσια τάξη έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας μετεγκατάστασης, μέχρι να εκτελεστεί η μεταφορά του αιτούντος διεθνή προστασία. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να αναγνωρίζεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στις αρμόδιες αρχές των Κρατών-μελών μετεγκατάστασης, όταν αυτές κρίνουν αν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ένας υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος καλείται να μετεγκατασταθεί συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη στο έδαφός τους. Επί του σημείου αυτού, το Δικαστήριο τόνισε ότι η έννοια του «κινδύνου για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη» κατά τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο «ώστε να περιλαμβάνει τόσο τις ενεστώσες όσο και τις δυνητικές απειλές για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη». Το Δικαστήριο διευκρίνισε εντούτοις ότι «οι εν λόγω αρμόδιες αρχές, προκειμένου να επικαλεστούν τους προαναφερθέντες λόγους, έπρεπε να στηριχθούν, κατόπιν κατά περίπτωση εξέτασης, σε συγκλίνοντα, αντικειμενικά και συγκεκριμένα στοιχεία βάσει των οποίων δημιουργούνταν υπόνοιες ότι ο εν λόγω αιτών συνιστούσε ενεστώτα ή δυνητικό κίνδυνο». Συνεπώς, το ΔΕΕ έκρινε ότι το σύστημα που προέβλεπαν οι διατάξεις αυτές δεν επέτρεπε, στο πλαίσιο της διαδικασίας μετεγκατάστασης, στα Κράτη-μέλη να επικαλεστούν με τρόπο απόλυτο, αποκλειστικά για λόγους γενικής πρόληψης και χωρίς να υπάρχει άμεση σχέση με συγκεκριμένη περίπτωση, το άρθρο 72 ΣΛΕΕ για να δικαιολογήσουν τυχόν αναστολή ή ακόμη και διακοπή της εφαρμογής των υποχρεώσεων που υπείχαν από τις αποφάσεις μετεγκατάστασης.

Η Τσεχία, τέλος, υποστήριξε  ότι η απόφασή της να μην εφαρμόσει τις Αποφάσεις 2015/1523 και 2015/1601 δικαιολογούνταν από το γεγονός ότι, κατά τη συγκεκριμένη εφαρμογή του, ο μηχανισμός μετεγκατάστασης, όπως προβλέπονταν στις Αποφάσεις αυτές, ήταν σε μεγάλο βαθμό δυσλειτουργικός και αναποτελεσματικός, μεταξύ άλλων, λόγω της συστηματικής έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους των ελληνικών και των ιταλικών αρχών ή λόγω του ότι, πραγματικά, δεν υπήρχαν στην Ελλάδα ή την Ιταλία, κατά τον χρόνο ανάληψης δεσμεύσεων μετεγκατάστασης, αιτούντες διεθνή προστασία, που ήταν δυνατό να μετεγκατασταθούν, πράγμα το οποίο καθίσταται εμφανές από την περιορισμένη επιτυχία του μηχανισμού αυτού όσον αφορά τον συνολικό αριθμό των όντως πραγματοποιηθεισών μετεγκαταστάσεων. Κατά το εν λόγω Κράτος-μέλος, δεδομένων των απειλών για τη δημόσια ασφάλεια τις οποίες συνεπάγεται η μετεγκατάσταση ατόμων που πιθανώς συνδέονται με τον θρησκευτικό εξτρεμισμό, πρέπει να διασφαλίζεται ότι κάθε Κράτος-μέλος μετεγκατάστασης μπορεί να προστατευθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ και, ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 72 ΣΛΕΕ. Έτσι, το εν λόγω Κράτος-μέλος δήλωσε ενώπιον του ΔΕΕ ότι προτίμησε να επικεντρώσει τις προσπάθειές του σε μέτρα στήριξης αποτελεσματικότερα από τα μέτρα μετεγκατάστασης, παρέχοντας, τόσο σε διμερές επίπεδο όσο και στο πλαίσιο της Ένωσης, χρηματοδοτική ή τεχνική συνδρομή ή συνδρομή σε προσωπικό στις πλέον πληττόμενες τρίτες χώρες και στα Κράτη-μέλη τα οποία βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της μαζικής εισροής προσώπων, που είχαν σαφώς ανάγκη διεθνούς προστασίας.

Το Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω επιχειρηματολογία τονίζοντας ότι «δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να στηριχθεί στη μονομερή εκτίμησή του σχετικά με την προβαλλόμενη έλλειψη αποτελεσματικότητας ή ακόμη και την υποτιθέμενη δυσλειτουργία του μηχανισμού, που θέσπισαν οι Αποφάσεις μετεγκατάστασης, προκειμένου να απαλλαγεί από κάθε υποχρέωση μετεγκατάστασης που υπείχε από τις πράξεις αυτές, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα ήταν δυνατό να υπονομευθεί ο εγγενής στις εν λόγω πράξεις σκοπός της αλληλεγγύης καθώς και ο υποχρεωτικός χαρακτήρας των πράξεων αυτών». Το ΔΕΕ επεσήμανε ότι η υποτιθέμενη αναποτελεσματικότητα ή δυσλειτουργία του μηχανισμού μετεγκατάστασης δεν εμπόδιζε άλλα Κράτη-μέλη να αναλαμβάνουν, σε τακτά χρονικά διαστήματα, δεσμεύσεις μετεγκατάστασης και να προβαίνουν σε μετεγκαταστάσεις αιτούντων διεθνή προστασία καθ’ όλη τη διάρκεια των αντίστοιχων χρόνων ισχύος των Αποφάσεων 2015/1523 και 2015/1601 και, ακόμη περισσότερο, προς το τέλος τους, ανταποκρινόμενα στην πρόσκληση που απηύθυνε η Επιτροπή με τις μηνιαίες εκθέσεις της να εντατικοποιηθεί ο ρυθμός των μετεγκαταστάσεων πριν από τη λήξη της ισχύος των εν λόγω αποφάσεων. Τέλος, υπενθυμίζοντας ότι, από τη στιγμή της έκδοσής τους και κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής τους, οι αποφάσεις μετεγκατάστασης ήταν υποχρεωτικές για την Τσεχία, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω Κράτος-μέλος όφειλε να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις μετεγκατάστασης που επέβαλλαν οι Αποφάσεις αυτές ανεξάρτητα από την παροχή άλλου είδους συνδρομής προς την Ελλάδα και την Ιταλία.

 

  1. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

(α) Το Δικαστήριο στη σειρά των αποφάσεων του, που παρουσιάσαμε παραπάνω, είχε για μια ακόμη φορά να αντιμετωπίσει κλασικά ζητήματα του δικαίου της Ένωσης, όπως η νομική βάση και η διαδικασία θέσπισης των ενωσιακών πράξεων, η αρχή της αναλογικότητας και οι τεχνικές ελέγχου της τήρησής της, το δικαστικό σύστημα της Ένωσης και τα όρια του δικαστικού ελέγχου, οι αξίες της Ένωσης αλλά και η έκταση των υποχρεώσεων των Κρατών-μελών της. Μπορεί οι απαντήσεις του Δικαστηρίου σε τέτοια κλασικά ζητήματα να ήταν κλασικές, και λίγο ή πολύ αναμενόμενες, ωστόσο  είναι πειστικές και ως τέτοιες παρουσιάζουν εξαιρετική παιδευτική αξία για να κατανοήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σήμερα αυτό δεν είναι αυτονόητο, αφού τουλάχιστον μια ομάδα Κρατών-μελών διαρκώς προωθεί μια άλλη ανάγνωση της αρχής της θεσμικής (συνταγματικής) αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών, που εδράζεται στο άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ  (αρχή της καλόπιστης συνεργασίας) τοποθετείται στον πυρήνα της ιδιότητας του Κράτους-μέλους της Ένωσης[15]

(β) Είναι γεγονός ότι το Κοινό Σύστημα Ασύλου, όπως οικοδομήθηκε με τους Κανονισμούς Δουβλίνο ΙΙ και ΙΙΙ, έχει καταρρεύσει. Οι παραπάνω υποθέσεις, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο, καταδεικνύουν ότι στο υπό διαμόρφωση «Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο», που επεξεργάζεται σήμερα η Επιτροπή, θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα δεσμευτικό μηχανισμό για τον διαμοιρασμό των προσφύγων από τις χώρες πρώτης εισόδου σε περισσότερες χώρες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον σεβασμό και την αποτελεσματική λειτουργία του οποίου η Ένωση θα πρέπει να μπορεί να εγγυηθεί.

(γ) Το φτωχό αποτέλεσμα της εφαρμογής του συστήματος μετεγκατάστασης το οποίο υιοθετήθηκε με την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601, αφού τον Σεπτέμβριο 2017 όταν και έληξε η ισχύς της αποφάσεως είχαν μετεγκατασταθεί μόνο 28.000 αιτούντες από την Ελλάδα και την Ιταλία σε άλλα Κράτη-μέλη, καταδεικνύει ότι τέτοιες αμφιλεγόμενες αποφάσεις δεν μπορεί παρά να λαμβάνονται με συναίνεση όλων των Κρατών-μελών. Στην αντίθετη περίπτωση, φαίνεται ότι υπάρχουν Κράτη-μέλη που είναι έτοιμα να καταβάλλουν οικονομικές κυρώσεις κατά το άρθρο 260 ΣΛΕΕ παρά να συμμορφωθούν.

(δ) Μια εικοσαετία σχεδόν μετά την τελευταία ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών συμμόρφωσης (enforcement) του ενωσιακού δικαίου αυτοί δείχνουν να έχουν φτάσει στα όρια τους, στο βαθμό που με δυσκολία μπορούν να επιβάλλουν την τήρηση των κανόνων, ιδιαίτερα όταν απέναντι τους βρίσκονται Κράτη-μέλη, που είναι έτοιμα κάθε φορά να αμφισβητήσουν την αξιακή ταυτότητα της Ένωσης και τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των νομικών πράξεών της. Μηχανισμοί που αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικοί για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς σήμερα μοιάζουν αδύναμοι, όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν τη διολίσθηση από τα νομικά και αξιακά θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωση, που με τη σειρά της υπονομεύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών. Χαρακτηριστική της κατάστασης που τείνει να δημιουργηθεί είναι η δήλωση του Ούγγρου ΥΠΕΞ μετά της απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως της χώρας του, που χαρακτήρισε την απόφαση του ΔΕΕ «εξωφρενική και ανεύθυνη» για να συμπληρώσει ότι «Η πραγματική μάχη μόλις ξεκινά. Η πολιτική έχει βιάσει το ευρωπαϊκό δίκαιο»[16].

(ε) Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ανωτέρω υποθέσεις έρχονται να προστεθούν στις πρόσφατες περιπτώσεις οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου, που αντιμετώπισε το Δικαστήριο[17], προερχόμενες από τα ίδια Κράτη-μέλη κάθε φορά, δημιουργούνται σοβαρά ερωτηματικά για το αν ο «αυταρχικός νομικισμός» (autocratic legalism) μπορεί να αντιμετωπισθεί με αμιγώς νομικά μέσα ή η αντιμετώπιση αυτή μπορεί να καταλήξει μόνο σε μια «πύρρειο νίκη»[18]. Παρά την ομολογουμένως επιτυχή έως επαναστατική σε κάποιες περιπτώσεις νομολογία του Δικαστηρίου αργά ή γρήγορα θα ανοίξει η συζήτηση για την αναγκαία επαναδιατύπωση των αξιών της Ένωσης αλλά και την επανατοποθέτηση των στοιχείων εκείνων που συνθέτουν την ιδιότητα του Κράτους-μέλους.  Η συζήτηση αυτή, όμως, είναι καθήκον των Κρατών-μελών και όχι του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι η νομολογία του για το περιεχόμενο των θεμελιωδών αρχών της πίστης προς την Ένωση και της αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών δεν μπορεί παρά να αποτελεί το σημείο εκκίνησης της συζήτησης αυτής.

 

[1]Ο όρος relocation χρησιμοποιήθηκε σε όλες τις ενωσιακές πράξεις. Ωστόσο, διεθνώς χρησιμοποιείται και ο όρος resettlement, ο οποίος όμως κατά βάση αφορά τη μετεγκατάσταση των αιτούντων προστασία από τη χώρα καταγωγής σε μια ασφαλή χώρα. Αντίθετα όρος relocation αφορά μετεγκατάσταση μεταξύ των Κρατών-μελών 

[2]ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 715/17, 718/17, 719/8, Επιτροπή κατά Πολωνίας, Ουγγαρίας και Τσεχίας, ECLI:EU:C:2020:257

[3]Περισσότερα βλ. St. Peers, Relocation of Asylum-Seekers in the EU: Law and Policy, EU Law Analysis Blog, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://eulawanalysis.blogspot.com/2015/09/relocation-of-asylum-seekers-in-eu-law.html

 

[4]ΕΕ 2015, L 239, σ. 146

[5]Το όριο του 75% πληρούσαν όσοι αιτούντες είχαν χώρα καταγωγής τη Συρία, το Ιράκ, την Ερυθραία και την Υεμένη 

[6] ΕΕ 2015, L 248, σ. 80

[7]Hoai-Thu Nguyen, Divided reactions to ECJ ruling on mandatory refugee relocation schemes, Law Blogs Maastricht, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: https://www.maastrichtuniversity.nl/blog/2017/09/divided-reactions-ecj-ruling-mandatory-refugee-relocation-schemes

[8]Άρθρο 6 παρ. 5 της Απόφασης 2015/1601

[9]Dav. Moya, Are National Governments Liable if They Miss Their Relocation Quota of Refugees?, VerfBlog, 2018/7/20, https://verfassungsblog.de/are-national-governments-liable-if-they-miss-their-relocation-quota-of-refugees/, DOI: https://doi.org/10.17176/20180720-130255-0.

[10] B. Oomen, F. Braudel,  R. Rodrigues de Oliveira, Relocation and its Numbers – Which Role for the Courts? – EU Immigration and Asylum Law and Policy, 20/4/2020 European University Institute https://eumigrationlawblog.eu/relocation-and-its-numbers-which-role-for-the-courts/#comments 1/3 RelocationanditsNumbers–WhichRolefortheCourts?

[11] Άρθρο 289 παρ. 3 ΣΛΕΕ

[12]ΔΕΚ, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, υπόθεση C-402/05 P και C-415/05 P, Kadi, και Al Barakaat, Συλλ. 2008, σελ. Ι-6351

[13]ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, υποθ. C-643/15 και C-647/15, Σλοβακία και Ουγγαρία κατά Συμβουλίου, EU:C:2017:631

[14] St. Peers, A Pyrrhic victory? The ECJ upholds the EU law on relocation of asylum-seekers, EU Law Analysis Blog, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://eulawanalysis.blogspot.com/2017/09/a-pyrrhic-victory-ecj-upholds-eu-law-on.html?m=0

[15]Βλ. σχ. Μιχ. Χρυσομάλλη, Η αρχή της αλληλεγγύης στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: έννοια, πεδίο εφαρμογής και νομική φύση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 26-28.

[16]Βλ. https://www.politico.eu/article/hungary-says-ecj-ruling-on-refugee-quotas-has-raped-eu-law-asylum-seekers-italy-greece-relocation-scheme/

[17] Βλ. ενδ. Μιχ. Χρυσομάλλη, Η  αντίδραση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. στην οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη: η απόφαση Associação Sindical dos Juízes Portugueses, Ηλεκτρονικό περιοδικό Digesta 2019, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://www.digestaonline.gr/pdfs/Digesta%202019/Chris_2019.pdf

[18] St. Peers, A Pyrrhic victory? The ECJ upholds the EU law on relocation of asylum-seekers, οπ. παρ.

Digesta OnLine 2020

 ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ- ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ Ν. 4624/2019

«Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και

ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 και άλλες διατάξεις»

 

Ευαγγελία Παλαιολόγου – Δικηγόρος

D.E.A Ευρωπαϊκού Δικαίου &  D.E.A Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου

Paris I (Πάνθεον – Σορβόννη)

Γεώργιος Πλιαβέσης - Δικηγόρος

Μ.Δ.Ε Εμπορικού Δικαίου (Εταιρίες & Χρηματοδότηση)

Νομική Σχολή ΕΚΠΑ

 Για να ανοίξετε την απόφαση όπως ακριβώς δημοσιεύετηκε και το σχόλιο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

 

Ι. Γενικές Παρατηρήσεις

Δέκα πέντε (15) μήνες μετά την έναρξη ισχύος του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (Κανονισμός 2016/679/ΕΕ, ΓΚΠΔ), που τυγχάνει άμεσης εφαρμογής σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ από την 25.5.2018, εισήχθη στην εθνική έννομη τάξη o N. 4624/2019 (ΦΕΚ Α’ 137/29.08.2019), ο οποίος, μετά την ψήφισή του και την κατάργηση, με το άρθρο 84 αυτού, του προϊσχύσαντος Ν. 2472/1997, εφαρμόζεται συμπληρωματικά προς τον ιδιότυπο ΓΚΠΔ, διαμορφώνοντας το νέο νομικό πλαίσιο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στη χώρα μας.

Ο νέος Ν. 4624/2019 φαίνεται σε πρώτη φάση να συμπληρώνει αρκετά από τα κενά που άφησε η άμεση εφαρμογή του ΓΚΠΔ στην ελληνική έννομη τάξη και να διευκολύνει την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κυρίως από τους δημόσιους φορείς και δευτερευόντως και από τους ιδιωτικούς, παρέχοντας πρόσθετες νόμιμες βάσεις επεξεργασίας, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του υποκειμένου.

Ειδικότερα, πέραν των διατάξεων που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), με στόχο την προσαρμογή της στο νέο καθεστώς, ο Ν. 4624/2019 περιλαμβάνει διατάξεις με τις οποίες αφενός μεν διατυπώνεται η βούληση του Έλληνα νομοθέτη στα ζητήματα που ο ΓΚΠΔ του καταλείπει τη διακριτική ευχέρεια, αφετέρου δε ενσωματώνεται η Οδηγία (ΕΕ) 2016/680, για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για την πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση ή δίωξη ποινικών αδικημάτων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, την οποία η χώρα μας ήταν υποχρεωμένη να έχει ήδη ενσωματώσει από το Μάϊο του 2018.  

Με εμφανείς επιρροές από το Γερμανό νομοθέτη (BDSG, 30.6.2017), ο νέος νόμος διακρίνει μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, επιφυλάσσοντας στον πρώτο ευνοϊκότερη μεταχείριση τόσο ως προς τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, όσο και ως προς τις κυρώσεις, διαμορφώνοντας εν τοις πράγμασι ένα καθεστώς δύο ταχυτήτων. Η διαφοροποίηση αυτή, είναι μεν σύμφωνη με τον ΓΚΠΔ, καθώς αξιοποιεί τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 83 παρ. 7 αυτού, που προβλέπουν η μεν πρώτη τη δυνατότητα θέσπισης περιορισμών τόσο ως προς τις υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας όσο και ως προς τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων, όταν συντρέχουν οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος, που στη διάταξη αυτή αναφέρονται, η δε δεύτερη τη διακριτική ευχέρεια του κράτους-μέλους να καθορίζει τους κανόνες για το εάν και σε ποιο βαθμό διοικητικά πρόστιμα μπορεί να επιβάλλονται σε δημόσιες αρχές και φορείς, παραγνωρίζει ωστόσο το γεγονός ότι το Δημόσιο αποτελεί το μεγαλύτερο υπεύθυνο επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και επομένως το μεγαλύτερο φορέα διακινδύνευσής τους.  

Κατά τα λοιπά, άξιες λόγου είναι οι διατάξεις του Ν. 4624/2019 σχετικά με την κατάργηση της υποχρέωσης αδειοδότησης από την ΑΠΔΠΧ για την επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (άρθρο 22), η ρύθμιση σχετικά με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο των σχέσεων απασχόλησης (άρθρο 27), η πλήρης απαγόρευση της επεξεργασίας γενετικών δεδομένων για σκοπούς ασφάλισης υγείας και ζωής (άρθρο 23), η θέσπιση κατώτερου ορίου ηλικίας (15ο έτος) για την παροχή συγκατάθεσης του ανηλίκου για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων κατά την προσφορά υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας (άρθρο 21) αλλά και η τοποθέτηση του νομοθέτη ως προς το ζήτημα της σύγκρουσης του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας με την ελευθερία της έκφρασης και του τύπου (άρθρο 28). Από την άλλη πλευρά, ο Ν. 4624/2019 παραλείπει να προβλέψει τις επαρκείς εγγυήσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα και αποφεύγει να προβεί σε λεπτομερέστερη ρύθμιση των δραστηριοτήτων επεξεργασίας από ιδιώτες υπευθύνους επεξεργασίας, που απαιτούν τον ορισμό Υπευθύνου Προστασίας των Δεδομένων (ΥΠΔ) ή τη διενέργεια Εκτίμησης Αντικτύπου (ΕΑΠΔ), καταλείποντας ευρύ πεδίο αυτορρύθμισης στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

ΙΙ. Επί των ειδικότερων ρυθμίσεων

Α. Πρόβλεψη δυνατότητας επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων για διαφορετικό σκοπό από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεγεί (άρθρα 24, 25 Ν. 4624/2019)

Σύμφωνα με την αρχή του περιορισμού του σκοπού (άρθρο 5 παρ. 1 β’ του ΓΚΠΔ), τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς. Ωστόσο, όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 4 του ΓΚΠΔ, είναι δυνατή η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων για σκοπό άλλο από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεγεί, όταν αυτή βασίζεται σε διάταξη του εθνικού δικαίου κράτους-μέλους, που θεωρείται δίκαιη και αναλογική σε μια δημοκρατική κοινωνία και έχει τεθεί για τη διασφάλιση των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που προβλέπονται στο άρθρο 23 του ΓΚΠΔ.

Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 24 και 25 του Ν. 4624/2019 προβλέπουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για διαφορετικό σκοπό από δημόσιους (άρθρο 24) και ιδιωτικούς (άρθρο 25) φορείς. Έτσι, στην περίπτωση των δημοσίων φορέων, η επεξεργασία για διαφορετικό σκοπό είναι πλέον επιτρεπτή όταν πρόκειται για διασταύρωση των πληροφοριών που παρέχονται από το υποκείμενο των δεδομένων σε έναν δημόσιο φορέα, όταν είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, της άμυνας της χώρας κ.λπ., όπως επίσης και όταν είναι απαραίτητη για τη δίωξη ποινικών αδικημάτων, για την αποτροπή σοβαρής βλάβης στα δικαιώματα άλλου προσώπου ή για την προαγωγή των επισήμων στατιστικών.

Ιδιαίτερης σημασίας ωστόσο κρίνεται η διάταξη του άρθρου 25 για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων για σκοπό διαφορετικό από αυτό για τον οποίο έχουν συλλεγεί, από ιδιωτικούς φορείς. Στην περίπτωση αυτή ο νομοθέτης προβλέπει ότι η εν λόγω επεξεργασία είναι επιτρεπτή, εφόσον είναι απαραίτητη: α) για την αποτροπή απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας ασφάλειας κατόπιν αιτήματος δημόσιου φορέα ή β) για τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή γ) για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων, εκτός και εάν υπερτερεί το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων να μην τύχουν επεξεργασίας τα δεδομένα αυτά.

Οι τελευταίες αυτές υπό β) και υπό γ) περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 25 του νόμου, χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής από πλευράς των Τραπεζών, καθώς στη μεν βάση της υπό β) περίπτωσης ερείδεται η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων των πελατών που δεν καλύπτονται από το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων σε διωκτικές και ανακριτικές αρχές που διερευνούν την τέλεση αξιόποινων πράξεων, χωρίς περαιτέρω έρευνα για τη συνδρομή άλλης νόμιμης βάσης από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 6 παρ. 1 του ΓΚΠΔ, στη δε βάση της υπό γ) περίπτωσης ερείδεται η άλλοτε στηριζόμενη στη διάταξη της περ. στ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ΓΚΠΔ δυνατότητα επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων πελατών, για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων, ωστόσο κατόπιν στάθμισης και εφόσον αιτιολογημένα κριθεί, στα πλαίσια της αρχής της λογοδοσίας (άρθρο 5 παρ. 2 του ΓΚΠΔ), ότι το έννομο συμφέρον της Τράπεζας υπερτερεί του εννόμου συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων για την προστασία των προσωπικών του δεδομένων.

Β. Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων (άρθρο 27 Ν. 4624/2019)

Με τη διάταξη του άρθρου 27, ο Ν. 4624/2019, σε συνέχεια των κατευθυντήριων γραμμών της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29 για τη συγκατάθεση (WP 259 rev.01) αλλά και της Απόφασης 26/2019 της ΑΠΔΠΧ, λύνει και νομοθετικά την αβεβαιότητα σχετικά με τη νόμιμη βάση επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων.

Καθώς η συγκατάθεση είναι μάλλον απίθανο να αποτελέσει νομική βάση για την επεξεργασία δεδομένων στην εργασία, αφού εν προκειμένω δε θα είναι ελεύθερη δεδομένης της εξάρτησης στη σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, στην εργασιακή σχέση η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων θα στηρίζεται αναγκαστικά στη νόμιμη βάση της εκπλήρωσης των σκοπών της σύμβασης εργασίας, εφόσον φυσικά τηρούνται οι αρχές του άρθρου 5 του ΓΚΠΔ, που διέπουν κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.

Περαιτέρω, άξιες αναφοράς είναι η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 27, βάσει της οποίας, η συγκατάθεση του εργαζομένου μπορεί κατ’ εξαίρεση να θεωρηθεί έγκυρη, αφού ληφθούν υπόψη ο βαθμός της εξάρτησης και οι περιστάσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε, αλλά και η ρύθμιση της παρ. 7, κατά την οποία τα δεδομένα που συλλέγονται μέσω κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως κριτήριο για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των εργαζομένων, ενώ οι εργαζόμενοι θα πρέπει να έχουν ενημερωθεί είτε γραπτώς είτε ηλεκτρονικά για την εγκατάσταση και λειτουργία κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής εντός των χώρων εργασίας.

Γ. Ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για την περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων του (άρθρα 31,32 Ν. 4624/2019)

Στο πλαίσιο τήρησης των αρχών της διαφανούς επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά τα άρθρα 13 και 14 του ΓΚΠΔ,  να ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για το γεγονός της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων, την έκταση και τους σκοπούς της, πριν ή κατά την έναρξη της επεξεργασίας και πιο συγκεκριμένα κατά τη συλλογή των δεδομένων ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όταν τα δεδομένα δεν έχουν συλλεγεί από το ίδιο το υποκείμενο. Η ενημέρωση πρέπει να είναι σε συνοπτική, διαφανή, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή και να χρησιμοποιείται σαφής και απλή διατύπωση. Επίσης, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προτίθεται να επεξεργαστεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για σκοπό άλλο από εκείνον για τον οποίο συλλέχθηκαν, θα πρέπει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων, πριν από την εν λόγω περαιτέρω επεξεργασία, πληροφορίες για τον σκοπό αυτόν και όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.

Τα άρθρα 31 και 32  του Ν. 4624/2019 έρχονται να περιορίσουν την υποχρέωση αυτή του υπευθύνου επεξεργασίας, θεσπίζοντας εξαιρέσεις ως προς την ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων. Ειδικότερα, η υποχρέωση αυτή δεν υφίσταται, όταν η παροχή των πληροφοριών σχετικά με την περαιτέρω επεξεργασία: α) αφορά μια περαιτέρω επεξεργασία αποθηκευμένων σε γραπτή μορφή δεδομένων, στην οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας απευθύνεται άμεσα στο υποκείμενο των δεδομένων, ο σκοπός είναι συμβατός με τον αρχικό σκοπό συλλογής σύμφωνα με το ΓΚΠΔ, η επικοινωνία με το υποκείμενο των δεδομένων δεν γίνεται σε ψηφιακή μορφή και το ενδιαφέρον του υποκειμένου των δεδομένων για την παροχή πληροφοριών κατά τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως όσον αφορά το πλαίσιο εντός του οποίου συλλέχθηκαν τα δεδομένα θεωρείται ότι δεν είναι υψηλό, β) στην περίπτωση του δημόσιου φορέα, θα έθετε σε κίνδυνο την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του υπεύθυνου επεξεργασίας με την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) του ΓΚΠΔ, και το συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας να μην παράσχει τις πληροφορίες, υπερτερεί του συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων, γ) θα έθετε σε κίνδυνο την εθνική ή τη δημόσια ασφάλεια και το συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας να μην παράσχει τις πληροφορίες υπερτερεί του συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων, δ) θα παρεμπόδιζε τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων και το συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας να μην παράσχει πληροφορίες υπερτερεί του συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων, ε) θα έθετε σε κίνδυνο την εμπιστευτική διαβίβαση δεδομένων σε δημόσιους φορείς. Για ανάλογους λόγους, κατά το άρθρο 32 παρ. 1, δεν υφίσταται και η υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων όταν τα δεδομένα δεν έχουν συλλεγεί από αυτό.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον δεν παρέχονται πληροφορίες στο υποκείμενο των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των έννομων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της παροχής των πληροφοριών στο κοινό. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί, ότι κατά την Απόφαση 87/2017 της ΑΠΔΠΧ, η διά του τύπου ενημέρωση επιτρέπεται μόνο κατ' εξαίρεση, όταν η εξατομικευμένη ενημέρωση δεν είναι για αντικειμενικούς λόγους  (π.χ. έλλειψη στοιχείων επικοινωνίας) δυνατή.

Δ. Σύγκρουση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας με την ελευθερία της έκφρασης και του τύπου (άρθρο 28 Ν. 4624/2019)

Άξια αναφοράς είναι και η διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 4624/2019, με την οποία, για πρώτη φορά, σε αντίθεση με το καθεστώς του Ν. 2472/1997, ο νομοθέτης φαίνεται να δίνει το προβάδισμα στην ελευθερία της έκφρασης και του τύπου. Ειδικότερα, ορίζεται ότι στον βαθμό που είναι αναγκαίο να συμβιβαστεί το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας για δημοσιογραφικούς σκοπούς και για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται όταν: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει τη ρητή συγκατάθεσή του, β) αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το ίδιο το υποκείμενο, γ) υπερέχει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα της πληροφόρησης έναντι του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου, ιδίως για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος ή όταν αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δημοσίων προσώπων και δ) όταν περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο για  την εξασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος ενημέρωσης, ιδίως όταν αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς και ποινικές διώξεις, καταδίκες και τα σχετικά με αυτές μέτρα ασφαλείας.

Σημειώνεται επίσης ότι στα πλαίσια της υπεροχής της ελευθερίας της έκφρασης, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δεν εφαρμόζεται σειρά διατάξεων του ΓΚΠΔ, οι οποίες είναι: α) το Κεφάλαιο ΙΙ του ΓΚΠΔ «Αρχές», εκτός από το άρθρο 5, β) το Κεφάλαιο ΙΙΙ του ΓΚΠΔ «Δικαιώματα του Υποκειμένου», γ) το Κεφάλαιο ΙV του ΓΚΠΔ «Υπεύθυνος επεξεργασίας και εκτελών την επεξεργασία», εκτός από τα άρθρα 28, 29 και 32, δ) το Κεφάλαιο V του ΓΚΠΔ «Διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς», ε) το Κεφάλαιο VII του ΓΚΠΔ «Συνεργασία και συνεκτικότητα και στ) το Κεφάλαιο IX του ΓΚΠΔ «Διατάξεις που αφορούν ειδικές περιπτώσεις επεξεργασίας».

Ε. Περιορισμοί των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων κατά την επεξεργασία από δημόσιους φορείς (άρθρα 33, 34, 35 Ν. 4624/2019)

Σε εφαρμογή της δυνατότητας του άρθρου 23 παρ. 1 του ΓΚΠΔ, περί θέσπισης περιορισμών επί των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων για συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος, με τα άρθρα 33, 34 και 35 του Ν. 4624/2019 περιορίζονται τα δικαιώματα πρόσβασης, διαγραφής και εναντίωσης.

Ειδικότερα, το δικαίωμα πρόσβασης, πέραν των περιορισμών που θεσπίζει ο ίδιος ο ΓΚΠΔ, περιορίζεται και στις περιπτώσεις επεξεργασίας από δημόσιους φορείς, στις οποίες: α) η συλλογή των δεδομένων έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου, επειδή συνέτρεχαν λόγοι προστασίας της εθνικής άμυνας ή της δημόσιας ασφάλειας,  β) τα δεδομένα καταγράφηκαν μόνο επειδή δεν μπορούν να διαγραφούν λόγω νομικών ή κανονιστικών διατάξεων υποχρέωσης διατήρησής τους ή γ) τα δεδομένα εξυπηρετούν αποκλειστικά σκοπούς προστασίας ή ελέγχου των δεδομένων και η παροχή πληροφοριών θα απαιτούσε δυσανάλογη προσπάθεια και τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα καθιστούν αδύνατη την επεξεργασία για άλλους σκοπούς.

Σε ότι αφορά στο δικαίωμα διαγραφής, αυτό περιορίζεται αν η διαγραφή σε περίπτωση μη αυτοματοποιημένης επεξεργασίας λόγω της ιδιαίτερης φύσης της αποθήκευσης δεν είναι δυνατή ή είναι δυνατή μόνο με δυσανάλογα μεγάλη προσπάθεια και το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων για τη διαγραφή δεν θεωρείται σημαντικό. Στην περίπτωση αυτή η διαγραφή αντικαθίσταται από τον περιορισμό της επεξεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΓΚΠΔ.

Τέλος, το δικαίωμα εναντίωσης δεν εφαρμόζεται έναντι δημόσιου φορέα, εάν υπάρχει επιτακτικό δημόσιο συμφέρον για την επεξεργασία, το οποίο υπερτερεί των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή διάταξη νόμου υποχρεώνει τη διενέργεια της επεξεργασίας.

ΣΤ. Διοικητικές κυρώσεις

Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 83 του ΓΚΠΔ προβλέπει, σε περιπτώσεις διαπίστωσης παραβάσεών του από τις αρμόδιες Εποπτικές Αρχές, την επιβολή διοικητικών προστίμων που μπορούν να φτάνουν μέχρι το 4% του παγκόσμιου τζίρου μιας επιχείρησης ή έως τα 20.000.000 Ευρώ, όποιο είναι υψηλότερο, ο Ν. 4624/2019, στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας που του δίνει η παρ. 7 του άρθρου 83 του ΓΚΠΔ, ορίζει ως ανώτατο πλαφόν για την επιβολή προστίμου σε δημόσιο φορέα το ποσό των 10.000.000 Ευρώ. Ζήτημα γεννάται, ωστόσο, ως προς την αποτελεσματικότητα της επιβολής προστίμων στους δημόσιους φορείς, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή το δημόσιο επιβάλλει το πρόστιμο και το δημόσιο το εισπράττει. Διαφορετικά ωστόσο θα είχε η κατάσταση αν το επιβαλλόμενο πρόστιμο δεν κατευθυνόταν στο Δημόσιο Ταμείο, αλλά στον προϋπολογισμό της ίδιας της ΑΠΔΠΧ, για την εκπλήρωση των σκοπών της και τη διευκόλυνση του ελεγκτικού και κατασταλτικού έργου της.

Ως προς τους ιδιωτικούς φορείς, εξακολουθούν να ισχύουν άμεσα οι κυρώσεις που προβλέπει ο ίδιος ο Κανονισμός.

ΙΙΙ. Επίλογος

Οι ως άνω ρυθμίσεις του νέου νόμου, μπορεί μεν να δημιουργήσουν την ανάγκη νέων νομοθετικών παρεμβάσεων στον τομέα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, με απώτερο στόχο την τήρηση της ισορροπίας μεταξύ του δικαιώματος του υποκειμένου στον πληροφοριακό του αυτοκαθορισμό και της ανάγκης της αγοράς για την παροχή ποιοτικότερων και πιο προσωποποιημένων προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά από απόψεως καθημερινής πρακτικής, θα πρέπει να επισημάνουμε τη σημαντικότητα των νομικών εργαλείων που παρέχει για την επίλυση μίας σειράς νομικών αδιεξόδων που προκαλούνται από τη τήρηση  τεράστιων βάσεων δεδομένων από φορείς, όπως λ.χ. οι Τράπεζες, που δραστηριοποιούνται στην «Εποχή του Καπιταλισμού της Παρακολούθησης», όπως αναφέρει και η ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ Σοσάνα Ζούμποφ στο σχετικό, πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της, με τον ομώνυμο τίτλο, στην αγγλική γλώσσα.  

Digesta OnLine 2020

Αυταρχισμός και ακαδημαϊκή ελευθερία:  μια αδύνατη συμβίωση
Η υπόθεση του Πανεπιστημίου της Κεντρικής Ευρώπης ενώπιον του ΔΕΕ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης

Καθηγητής ΔΠΘ

 Για να ανοίξετε τη μελέτη σε μορφή pdf πατήστε εδώ

1.    Εισαγωγικά
Είναι ευρέως γνωστή η αντίθεση της Κυβέρνησης του Viktor Orbán της Ουγγαρίας με τον ουγγρικής καταγωγής αμερικάνο επιχειρηματία George Soros και τις δραστηριότητες που αναπτύσσει στην χώρα αυτή της κεντρικής Ευρώπης. Η αντίθεση αυτή ενέπνευσε ορισμένες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που δημιούργησαν σημαντικά ζητήματα τριβής με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και τις αξίες της, όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Ως τέτοιες είτε ήδη αντιμετωπίστηκαν είτε εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ). Έτσι, στις 18/6/2020 το ΔΕΕ έκρινε κατόπιν προσφυγής για παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ ότι η Ουγγαρία, θεσπίζοντας τις διατάξεις του νόμου LXXVI του 2017, περί διαφάνειας των οργανώσεων που λαμβάνουν στήριξη από την αλλοδαπή, οι οποίες επιβάλλουν υποχρεώσεις εγγραφής στο μητρώο, δηλώσεως και δημοσιότητας σε ορισμένες κατηγορίες οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών (ΜΚΟ) που λαμβάνουν, αμέσως ή εμμέσως, ενίσχυση από την αλλοδαπή υπερβαίνουσα ορισμένο ποσό, και οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων στις οργανώσεις που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις αυτές, προέβλεψε αδικαιολόγητους περιορισμούς, οι οποίοι εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των αλλοδαπών δωρεών που χορηγούνται σε οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών κατά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το άρθρο 63 ΣΛΕΕ, καθώς και από τα άρθρα 7, 8 και 12 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Εξάλλου, εκκρεμεί ενώπιον του ΔΕΕ η προσφυγή για παράβαση που άσκησε η Επιτροπή, με την οποία ζητά να κριθεί ως αντίθετη με το ενωσιακό δίκαιο η νομοθεσία γνωστή ως «Stop Soros», με την οποία αφενός περιορίστηκε ακόμη περισσότερο ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα ασύλου και αφετέρου τροποποιήθηκε επίσης ο ουγγρικός Ποινικός Κώδικας και ποινικοποιήθηκε η οργανωτική δραστηριότητα που αποβλέπει στη διευκόλυνση της κίνησης των διαδικασιών ασύλου για πρόσωπα τα οποία δεν υφίστανται διώξεις ή τα οποία δεν έχουν βάσιμο φόβο ότι θα διωχθούν άμεσα λόγω φυλής, ιθαγένειας, κοινωνικής τάξης, θρησκείας ή πολιτικών πεποιθήσεων στη χώρα καταγωγής τους, στη χώρα συνήθους διαμονής τους ή σε άλλη χώρα μέσω της οποίας έφθασαν στην Ουγγαρία (ΔΕΕ, C-821/19, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας) .  
Είχε προηγηθεί στις 2 Απριλίου η καταδίκη από το Δικαστήριο της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχίας, που αρνούμενες να συμμορφωθούν με τον προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης (relocation) αιτούντων διεθνή προστασία, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης και ειδικά από την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας  με σκοπό τη μετεγκατάσταση, σε υποχρεωτική βάση, 120.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ελλάδα και την Ιταλία προς τα λοιπά Κράτη-μέλη της Ένωσης .
Στις 6 Οκτωβρίου 2020 το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως του ΔΕΕ εξέδωσε νέα καταδικαστική απόφαση κατά της Ουγγαρίας στην υπόθεση C-66/18, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας , που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος σχολίου. Η υπόθεση αφορούσε τη μεταρρύθμιση του ουγγρικού νόμου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, που  ουσιαστικά στόχευε μόνο το Πανεπιστήμιο της Κεντρικής Ευρώπης (CEU), που είχε ιδρύσει στην Ουγγαρία ο George Soros στις αρχές της δεκαετίας του ’90 (ως εκ τούτου αναφέρεται στη δημόσια συζήτηση ως «lex CEU»). Σκοπός της μεταρρύθμισης ήταν να εξαναγκάσει το CEU να εγκαταλείψει τη χώρα. Η προσφυγή της Επιτροπής έδωσε την ευκαιρία στο ΔΕΕ να αντιμετωπίσει, πέρα από τα προφανή ζητήματα της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών υπό το καθεστώς της Γενικής Συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών (GATS) και του ενωσιακού δικαίου, το ζήτημα της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ελευθερίας ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 παρ. 3 του  Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ).

2.    Το ιστορικό της υπόθεσης

Ο νόμος που ψήφισε τον Απρίλιο του 2017 το Ουγγρικό Κοινοβούλιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, προέβλεπε ότι αλλοδαπό ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα επιτρέπεται να ασκεί, εντός της Ουγγαρίας, δραστηριότητα παροχής διδασκαλίας, που οδηγεί στην απόκτηση τίτλου σπουδών μόνον αν «η Ουγγρική Κυβέρνηση και η κυβέρνηση του κράτους όπου βρίσκεται η έδρα του αλλοδαπού ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος έχουν συμφωνήσει να δεσμευθούν με σύμβαση σχετική με την κατ’ αρχήν χορήγηση έγκρισης για την άσκηση δραστηριότητας στην Ουγγαρία, σύμβαση η οποία, στην περίπτωση ομοσπονδιακού κράτους, στηρίζεται σε συμφωνία που έχει προηγουμένως συναφθεί με την Κεντρική Κυβέρνηση του κράτους εφόσον αυτή δεν είναι αρμόδια να συνάψει δεσμευτική διεθνή σύμβαση» (απαίτηση ύπαρξης προηγούμενης διεθνούς σύμβασης). Από το πεδίο εφαρμογής της διάταξης εξαιρούνταν τα ιδρύματα που ήταν εγκατεστημένα σε άλλο μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), Εξάλλου, η νέα Ουγγρική νομοθεσία προέβλεπε ότι τα αλλοδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (συμπεριλαμβανομένων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε άλλο μέλος του ΕΟΧ), τα οποία ασκούν δραστηριότητα στην Ουγγαρία οφείλουν όχι μόνο να είναι αδειοδοτημένα από το κράτος της έδρας τους, αλλά και να παρέχουν «πράγματι υπηρεσίες διδασκαλίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση» εντός του συγκεκριμένου κράτους (απαίτηση παροχής υπηρεσιών διδασκαλίας στο κράτος της έδρας του εκπαιδευτικού ιδρύματος). Τέλος, ο νόμος όριζε την 1η Ιανουαρίου 2018 ως ημερομηνία λήξης της προθεσμίας εντός της οποίας τα αλλοδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα έπρεπε να συμμορφωθούν με τις ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου Στην αντίθετη περίπτωση επρόκειτο να ανακληθεί η άδεια όσων αλλοδαπών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν συμμορφώθηκαν και ότι, από 1ης Ιανουαρίου 2018, κανένας σπουδαστής δεν θα μπορούσε να εγγραφεί στο πρώτο έτος κύκλου σπουδών τέτοιου αλλοδαπού ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος στην Ουγγαρία, τα δε προγράμματα σπουδών τα οποία είχαν ήδη ξεκινήσει στην Ουγγαρία την 1η Ιανουαρίου 2018 επιτρεπόταν να ολοκληρωθούν, το αργότερο εντός του ακαδημαϊκού έτους 2020/2021, υπό αμετάβλητους όρους βάσει ενός συστήματος σταδιακής κατάργησης.

Θεωρώντας ότι η Ουγγαρία θεσπίζοντας το νόμο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, 10 και 13, από το άρθρο 14, σημείο 3, και από το άρθρο 16 της Οδηγίας 2006/123, καθώς και, επικουρικώς, από τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, από το άρθρο XVII της GATS και από το άρθρο 13, από το άρθρο 14 παρ. 3, και από το άρθρο 16 του Χάρτη, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 27/4/2017, Προειδοποιητική Επιστολή στο εν λόγω Κράτος, τάσσοντάς του προθεσμία ενός μηνός για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Η Ουγγαρία απάντησε με επιστολή της 25/5/2017, με την οποία αμφισβήτησε τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Στις 14 Ιουλίου 2017 η Επιτροπή εξέδωσε Αιτιολογημένη Γνώμη με την οποία κατέληγε, ειδικότερα, στο συμπέρασμα ότι:
•    Απαιτώντας, στην περίπτωση των αλλοδαπών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που είναι εγκατεστημένα εκτός του ΕΟΧ, να έχει συναφθεί διεθνής σύμβαση ως προϋπόθεση για να μπορούν να παρέχουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες, η Ουγγαρία είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο XVII της GATS·
•    Επιβάλλοντας στα αλλοδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να παρέχουν υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στη χώρα προέλευσής τους, η Ουγγαρία είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 16 της Οδηγίας 2006/123 και, εν πάση περιπτώσει, από τα άρθρα 49 και 56 ΣΛΕΕ, και
•    Επιβάλλοντας τα επίδικα μέτρα, η Ουγγαρία είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 13, από το άρθρο 14, παράγραφος 3, και από το άρθρο 16 του ΧΘΔΕΕ.

Στις 5 Οκτωβρίου 2017 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ουγγαρία συμπληρωματική Αιτιολογημένη Γνώμη με την οποία υποστήριζε ότι το εν λόγω Κράτος-μέλος, επιβάλλοντας στα αλλοδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να παρέχουν υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στη χώρα προέλευσής τους είχε παραβεί επίσης τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο XVII της GATS. Η Επιτροπή, κρίνοντας μη ικανοποιητικές τις απαντήσεις της Ουγγαρίας, άσκησε την 1η Φεβρουαρίου 2018 προσφυγή για παράβαση σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, προσάπτοντας σε αυτή τις ανωτέρω αιτιάσεις. Με απόφασή του ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφάσισε την εκδίκαση της υποθέσεως κατά προτεραιότητα, δυνάμει του άρθρου 53, παρ. 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.

3.    Η κρίση του Δικαστηρίου

Το Δικαστήριο, αρχικά, αντιμετώπισε τις ενστάσεις απαραδέκτου της προσφυγής που προέβαλε η Ουγγρική Κυβέρνηση, η οποία υποστήριξε ότι η Επιτροπή την υποχρέωσε, χωρίς καμία δικαιολογία, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της Προειδοποιητικής Επιστολής, και κατόπιν επί της Αιτιολογημένης Γνώμης, εντός ενός μηνός αντί της δίμηνης προθεσμίας που εφαρμόζεται συνήθως. Κατά την Ουγγαρία, έτσι, παραβιάστηκε η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και εθίγη το δικαίωμα χρηστής διοίκησης ενώ προσβλήθηκε το δικαίωμά της να αμυνθεί λυσιτελώς. Το ΔΕΕ, αφού υπενθύμισε ότι για να εκτιμηθεί κατά πόσον η προθεσμία η οποία τάχθηκε ήταν εύλογη, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση και ότι μια σύντομη προθεσμία ενδέχεται να δικαιολογείται σε ειδικές περιπτώσεις, ιδίως όταν είναι επείγον να παύσει η παράβαση ή όταν το Κράτος-μέλος έχει πλήρη επίγνωση της άποψης της Επιτροπής πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας, έκρινε απορρίπτοντας την ένσταση ότι η προθεσμία που τάχθηκε στην Ουγγαρία δικαιολογούνταν από την επείγουσα, κατά την Επιτροπή, ανάγκη να παύσει η παράβαση. Σε κάθε περίπτωση δε αν η Επιτροπή αποφασίσει να εφαρμόσει σύντομες προθεσμίες στο πλαίσιο της διαδικασίας που προηγείται της άσκησης προσφυγής, το γεγονός αυτό και μόνο δεν αρκεί για να επισύρει το απαράδεκτο της προσφυγής για παράβαση. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Ουγγαρίας ότι η Επιτροπή κίνησε την διαδικασία αποκλειστικά και μόνο για να προστατεύσει τα συμφέροντα του CEU το ΔΕΕ υπενθύμισε ότι σκοπός της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ είναι η αντικειμενική διαπίστωση της μη τήρησης από Κράτος-μέλος των υποχρεώσεων που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης. Κατά πάγια δε νομολογία, στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας, η Επιτροπή έχει, όσον αφορά τη σκοπιμότητα κίνησης της διαδικασίας αυτής, διακριτική ευχέρεια η οποία δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο εκ μέρους του Δικαστηρίου (Σκέψεις 45 – 57).
Την ίδια τύχη είχε και η ένσταση απαραδέκτου βασιζόμενη στην  αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου προς εκδίκαση της προσφυγής για παράβαση, όσον αφορά τις αιτιάσεις της Επιτροπής οι οποίες σχετίζονται με παραβάσεις διατάξεων της GATS. Η Ουγγαρία προς υποστήριξη της ενστάσεως πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο τομέας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της ΕΕ και συνεπώς τα ενδιαφερόμενα Κράτη-μέλη είναι εκείνα που, στον συγκεκριμένα τομέα, λογοδοτούν ατομικώς για την ενδεχόμενη μη τήρηση των υποχρεώσεών τους στο πλαίσιο της GATS, καθώς επίσης ότι, βάσει των γενικών κανόνων του διεθνούς δικαίου, οι ειδικές ομάδες και το δευτεροβάθμιο δικαιοδοτικό όργανο του ΠΟΕ, τα οποία έχουν συσταθεί από το Όργανο Επίλυσης Διαφορών, είναι αποκλειστικά αρμόδια να κρίνουν αν ο νόμος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση συμβιβάζεται με τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις, που έχει αναλάβει η Ουγγαρία στο πλαίσιο της GATS. Το Δικαστήριο, απορρίπτοντας τους παραπάνω ισχυρισμούς, έκρινε ότι αν και τα Κράτη-μέλη έχουν ευρεία αρμοδιότητα στον τομέα της εκπαίδευσης (υποστηρικτική αρμοδιότητα της ΕΕ) οι δεσμεύσεις οι οποίες αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της GATS, περιλαμβανομένων των σχετικών με την ελευθέρωση της εμπορίας των υπηρεσιών ιδιωτικής εκπαίδευσης, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, υπαγόμενες στην Κοινή Εμπορική Πολιτική. Με δεδομένο ότι η GATS αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του δικαίου της Ένωσης έκρινε τον εαυτό του αρμόδιο να ελέγχει την τήρηση της των κανόνων ΠΟΕ εκ μέρους των Κρατών-μελών (Σκέψεις 68 – 93).

Ακολούθως το Δικαστήριο και επί της ουσίας αντιμετώπισε τρία ζητήματα: (α) την απαίτηση ύπαρξης προηγούμενης διεθνούς συμβάσεως μεταξύ της Ουγγαρίας και του κράτους της έδρας του εκπαιδευτικού ιδρύματος, (β) την απαίτηση να προσφέρει το εκπαιδευτικό ίδρυμα εκπαίδευση στο κράτος προέλευσής του και (γ) τις πιθανές  παραβιάσεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
(α) Η απαίτηση ύπαρξης προηγούμενης διεθνούς σύμβασης

Στη διερεύνηση αυτού του ζητήματος το Δικαστήριο ακολούθησε τρία βήματα.

Πρώτον, διερεύνησε εάν η Ουγγαρία παραβίασε τις υποχρεώσεις της εκ του άρθρου XVII της GATS, το οποίο προβλέπει ότι κάθε μέλος του ΠΟΕ πρέπει να εγγυάται «εθνική μεταχείριση» στους αλλοδαπούς παρόχους υπηρεσιών, δηλαδή, μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη που παρέχεται στους δικούς της παρόχους υπηρεσιών. Όσον αφορά την πρόσβαση των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην αγορά, το ΔΕΕ επιβεβαίωσε ότι η Ουγγαρία δεν μπορεί να επικαλεστεί παρέκκλιση από την υποχρέωση εθνικής μεταχείρισης και, κατά συνέπεια, πρέπει να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση όσον αφορά τα  εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής (Σκέψεις 103 - 114).

Δεύτερον, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίδικη μεταρρύθμιση επιδεινώνει την ανταγωνιστική κατάσταση ενός παρόχου υπηρεσιών, όπως το CEU, που έχει την έδρα του σε άλλο μέλος του ΠΟΕ, δεδομένου ότι η σύναψη διεθνούς συνθήκης εναπόκειται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια της ουγγρικής κυβέρνησης (Σκέψεις 118-121).

Τρίτον, το ΔΕΕ απάντησε στο ερώτημα εάν μια τέτοια επιδείνωση μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου XIV της GATS για λόγους διαφύλαξης της δημόσιας τάξης και της πρόληψης παραπλανητικών πρακτικών. Αφού υπενθύμισε ότι σε αντίθεση με το δίκαιο της Ένωσης, η GATS προβλέπει ότι η εξαίρεση της δημόσιας τάξης αποσκοπεί στην αποτροπή μιας «πραγματικής και αρκετά σοβαρής απειλής […] που τίθεται σε ένα από τα θεμελιώδη συμφέροντα της κοινωνίας.» έκρινε ότι η Ουγγαρία δεν κατάφερε να αποδείξει λεπτομερώς πώς οι δραστηριότητες της CEU ή άλλου ξένου πανεπιστημίου, θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτελέσουν μια τόσο σοβαρή απειλή. Αλλά και στην περίπτωση που υπάρξει ένας τέτοιος κίνδυνος το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να διακρίνει πως αυτός ο κίνδυνος θα μπορούσε να αποτραπεί από μια προηγούμενη διεθνή συμφωνία. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο αποδέχτηκε στο σημείο αυτό τη θέση της Γενικής Εισαγγελέως (ΓΕ) Kokott , η οποία υποστήριξε ότι η απαίτηση ύπαρξης προηγούμενης διεθνούς σύμβασης παρέχει στην Ουγγαρία τη δυνατότητα να παρακωλύει αυθαιρέτως την είσοδο αλλοδαπών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην εγχώρια αγορά ή τη συνέχιση της δραστηριότητας τους εκεί, εφόσον η σύναψη τέτοιας διεθνούς σύμβασης και, κατά συνέπεια, η εκπλήρωση της προϋπόθεσης αυτής εξαρτώνται εν τέλει αποκλειστικά από την πολιτική βούληση της ίδιας. Τέλος, σε ότι αφορά τα αλλοδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα τα οποία είχαν ήδη παρουσία στην ουγγρική αγορά,  το ΔΕΕ έκρινε ότι η απαίτηση ύπαρξης προηγούμενης διεθνούς σύμβασης παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι ο σκοπός της πρόληψης απατηλών πρακτικών θα μπορούσε να επιτευχθεί αποτελεσματικά μέσω του ελέγχου των δραστηριοτήτων τέτοιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Ουγγαρία και, ενδεχομένως, μέσω της απαγόρευσης της άσκησης των σχετικών δραστηριοτήτων μόνο σε όσα εξ αυτών έχουν αποδεδειγμένα μετέλθει παρόμοιες πρακτικές (Σκέψεις 128 – 139).

(β) Η απαίτηση να προσφέρει το εκπαιδευτικό ίδρυμα εκπαίδευση στο κράτος προέλευσής του

Κατά την Ουγγαρία μόνον όταν υπάρχουν διδακτικές δραστηριότητες στο κράτος προέλευσης οι αρχές της μπορούν να είναι βέβαιες ότι οι δραστηριότητες είναι νόμιμες και ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για διδακτικές δραστηριότητες στο κράτος προέλευσης. Έτσι, μπορούν να αποτραπούν απάτες. Εξάλλου, οι αρχές μπορούν να επαληθεύσουν, βάσει της εκπαίδευσης που προσφέρεται στο κράτος προέλευσης, εάν το ίδρυμα διαθέτει βιώσιμη στρατηγική και εξειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό, διασφαλίζοντας έτσι την ποιότητα της διδασκαλίας. Σχετικά με την απαίτηση αυτή το Δικαστήριο αναγκάστηκε να διακρίνει μεταξύ αφενός των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε μέλος του ΠΟΕ, που δεν είναι μέλος του ΕΟΧ και αφετέρου σε αυτά που έχουν την έδρα τους σε ένα μέλος του ΕΟΧ.

Για την πρώτη κατηγορία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων το ΔΕΕ έλεγξε τη συμβατότητα της ουγγρικής ρύθμισης με βάση με το άρθρο XVII της GATS. Δεδομένου ότι η Ουγγρική Κυβέρνηση αμυνόμενη επανέλαβε τους ισχυρισμούς (διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και της πρόληψης παραπλανητικών πρακτικών) που προέβαλε για να δικαιολογήσει την πρώτη από τις απαιτήσεις το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε παρά να επαναλάβει την κρίση του απέναντι στην ανωτέρω επιχειρηματολογία. Έτσι, αφού σημείωσε ότι η απαίτηση παροχής υπηρεσιών διδασκαλίας στο κράτος της έδρας του εκπαιδευτικού ιδρύματος αφορά ειδικώς τους παρόχους που έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή με αποτέλεσμα να προκύπτει ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τους ενδιαφερόμενους αλλοδαπούς παρόχους υπηρεσιών, έκρινε «ότι η Ουγγαρία, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ικανό να τεκμηριώσει, με συγκεκριμένο και εμπεριστατωμένο τρόπο, για ποιον λόγο η άσκηση, στην επικράτειά της, δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από ιδρύματα που έχουν την έδρα τους σε κράτος το οποίο δεν είναι μέλος του ΕΟΧ συνιστά, ελλείψει παροχής υπηρεσιών διδασκαλίας από τα εκπαιδευτικά αυτά ιδρύματα στο κράτος της έδρας τους, πραγματικό και αρκούντως σοβαρό κίνδυνο για κάποιο θεμελιώδες συμφέρον της ουγγρικής κοινωνίας, ο οποίος να καθιστά δυνατή την επίκληση, από το κράτος μέλος, της διατήρησης της δημόσιας τάξης ως δικαιολογητικού λόγου» και τα συνέπεια παραβίασε τις υποχρεώσεις που ανέλαβε από το άρθρο XVII της GATS (Σκέψεις 145 – 156).

Κατόπιν, το Δικαστήριο έκρινε τη συμβατότητα της ουγγρικής ρύθμισης με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς (ελευθερία εγκαταστάσεως, ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών) για τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα με έδρα ένα Κράτος-μέλος του ΕΟΧ. Θα πρέπει προκαταρτικά να σημειώσουμε ότι το ζήτημα αυτό δεν αφορούσε το Πανεπιστήμιο της Κεντρικής Ευρώπης (CEU). Ωστόσο λόγω της γενικότητας της επίδικης ουγγρικής ρύθμισης αλλά και της σχετικής αιτίασης της Επιτροπής το ΔΕΕ ήταν υποχρεωμένο να ασχοληθεί και με αυτό το ζήτημα παρά το γεγονός ότι ήταν γενική διαπίστωση ότι η Ουγγρική Κυβέρνηση στόχευσε αποκλειστικά το εκπαιδευτικό ίδρυμα του George Soros.
Σημείο εκκίνησης των συλλογισμών του Δικαστηρίου αποτέλεσε η προηγούμενη νομολογία του σύμφωνα με την οποία η «η επ’ αμοιβή διοργάνωση μαθημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι οικονομική δραστηριότητα που εμπίπτει στο κεφάλαιο της Συνθήκης το οποίο αφορά το δικαίωμα εγκατάστασης, εφόσον ασκείται από υπήκοο ενός κράτους μέλους εντός άλλου κράτους μέλους με τρόπο σταθερό και συνεχή, μέσω κύριας ή δευτερεύουσας εγκατάστασης εντός του τελευταίου αυτού κράτους μέλους»  . Έτσι, το ΔΕΕ απέρριψε το περί του αντιθέτου επιχείρημα της Ουγγαρίας και ενέταξε τη σχετική εκπαιδευτική δραστηριότητα στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 49 και 56 ΣΛΕΕ. Από το σημείο αυτό και μετά έχουμε να κάνουμε με μια κλασική περίπτωση ελέγχου μιας περιοριστικής των ενωσιακών ελευθεριών εθνικής νομοθεσίας από το Δικαστήριο. Βασιζόμενο στην πάγια νομολογία του έκρινε ότι η επίδική ουγγρική ρύθμιση συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 49 ΣΛΕΕ, στο βαθμό που «αυτή ενδέχεται να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την ελευθερία εγκατάστασης στην Ουγγαρία για τους υπηκόους άλλου κράτους μέλους οι οποίοι θα επιθυμούσαν να εγκατασταθούν στην Ουγγαρία προκειμένου να παρέχουν εκεί υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Με την τοποθέτησή του αυτή απέρριψε τους ισχυρισμούς της Ουγγρικής Κυβέρνησης σύμφωνα με τους οποίους η επίδικη ρύθμιση δεν περιορίζει την ελευθερία εγκατάστασης, στο βαθμό που αυτή συνδέεται με την άσκηση δραστηριότητας, και όχι με τη σύσταση εταιριών ούτε περιορίζει την επιλογή της νομικής μορφής της εγκατάστασης.  
Στη συνέχεια του Δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσο ο περιορισμός αυτός θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Έτσι, υπενθύμισε ότι «κανένας περιορισμός της ελευθερίας εγκατάστασης δεν επιτρέπεται, εκτός αν, πρώτον, δικαιολογείται από υπέρτερο λόγο γενικού συμφέροντος και, δεύτερον, συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, όπερ προϋποθέτει ότι είναι κατάλληλος να διασφαλίσει, κατά τρόπο συνεπή και συστηματικό, την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και ότι δεν βαίνει πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού» , καθώς και ότι το ενδιαφερόμενο Κράτος-μέλος είναι εκείνο που οφείλει να αποδείξει ότι οι αυτές προϋποθέσεις πληρούνται σωρευτικά. Κατά την εξέταση της ύπαρξης των παραπάνω προϋποθέσεων για τη δικαιολόγηση του περιορισμού το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες δεν θα μπορούσαν να απολέσουν σοβαρή απειλή, που θίγει ένα θεμελιώδες συμφέρον της ουγγρικής κοινωνίας και ότι μια τέτοια απειλή θα μπορούσε να εξουδετερωθεί μόνο εάν το πανεπιστήμιο διεξάγει εκπαιδευτικές δραστηριότητες σε άλλο Κράτος-μέλος. Επιπλέον, το ΔΕΕ απέρριψε το τεκμήριο που κατ’  ουσία  δημιουργούσε η επίδικη ρύθμιση ότι, δηλαδή, η ποιότητα της διδασκαλίας σε ένα Κράτος-μέλος εξασφαλίζει αυτόματα την ποιότητα της εκπαίδευσης σε άλλο και συντάχθηκε με την ΓΕ Kokott σύμφωνα με την οποία «η Ουγγαρία δεν έχει εξηγήσει για ποιον λόγο ο σκοπός της πρόληψης απατηλών πρακτικών δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν επιτρεπόταν σε πάροχο, ο οποίος δεν έχει ασκήσει δραστηριότητα υπηρεσιών διδασκαλίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση εντός του κράτους της έδρας του, να αποδείξει με οποιοδήποτε άλλο μέσο ότι τηρεί τη νομοθεσία του κράτους αυτού και ότι είναι αξιόπιστος και κατά τα λοιπά» .  Κατόπιν όλων των παραπάνω το Δικαστήριο έκρινε η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ (Σκέψεις 159 – 163, 167 – 170, 178 – 190).

Εξάλλου, ακολουθώντας την ίδια οδό έκρινε ότι η Ουγγαρία, επιβάλλοντας στα αλλοδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να παρέχουν υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στη χώρα προέλευσής τους παρέβη και τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 16 της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ  του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (η σχετική επιχειρηματολογία παραλείπεται στο βαθμό που η επανάληψή της θα επιβάρυνε υπερβολικά την παρούσα παρουσίαση).

(γ) Η παραβίαση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ: Η ακαδημαϊκή ελευθερία ως θεμελιώδες δικαίωμα

Αναμφίβολα το ζήτημα της ακαδημαϊκής ελευθερίας σε Κράτη-μέλη τα οποία έχουν αυταρχικές ή ανελεύθερες (illiberal) κυβερνήσεις και αντιμετωπίζουν προβλήματα με το σεβασμό του Κράτους Δικαίου, όπως η Ουγγαρία, αποτέλεσε μια πρόκληση για το Δικαστήριο, αφού αυτό για πρώτη φορά είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τη διάταξη του άρθρου 13 φράση δεύτερη ΧΘΔΕΕ, που με γενικό τρόπο ορίζει «η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι σεβαστή». Με την απόφασή του το ΔΕΕ οριοθέτησε εννοιολογικά την έννοια της ακαδημαϊκής ελευθερίας, ξεδιπλώνοντας όλα τα ερμηνευτικά εργαλεία που έχει στη διάθεσή του και κατέγραψε όλες τις διαστάσεις της έννοιας, προσδίδοντας σε αυτή το ευρύτερο δυνατό περιεχόμενο.

Έχοντας δεχτεί προηγουμένως ότι  η GATS αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του δικαίου της Ένωσης και ότι η νομοθεσία της Ουγγαρία για την ανώτατη εκπαίδευση περιορίζει δικαιώματα που εγγυάται η Συνθήκη, το Δικαστήριο, προκαταρτικά έκρινε ένα μέτρο σαν αυτά που έλαβε η Ουγγρική Κυβέρνηση «πρέπει να θεωρείται ότι συνιστά εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, οπότε πρέπει να συνάδει με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη» (Σκέψεις 212 – 216).
 Από εκεί και πέρα το ΔΕΕ διερεύνησε αν τα μέτρα που έλαβε η Ουγγαρία επηρεάζουν, πρώτον, την ακαδημαϊκή ελευθερία, την οποία εγγυάται το άρθρο 13 δεύτερη φράση του Χάρτη και, δεύτερον, την ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και την επιχειρηματική ελευθερία, οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 14, παρ. 3, και στο άρθρο 16 του Χάρτη αντιστοίχως.
Ι. Η ακαδημαϊκή ελευθερία
Ο γενικός τρόπος με τον οποίο αναφέρεται το άρθρο 13 δεύτερη φράση ΧΘΔΕΕ στην ακαδημαϊκή ελευθερία (η ακαδημαϊκή ελευθερία είναι σεβαστή) ανάγκασαν το Δικαστήριο να καθορίσει αρχικά το εννοιολογικό της περιεχόμενο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είχε την ευκαιρία προηγουμένως να λάβει θέση σχετικά με το πεδίο προστασίας που προσφέρει η εν λόγω διάταξη του Χάρτη. Ακολουθώντας την οδό που υποδεικνύει το άρθρο 52 παρ. 3 του Χάρτη σύμφωνα με το οποίο  στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία εγγυάται η ΕΣΔΑ, πρέπει να αποδίδεται η ίδια έννοια και, τουλάχιστον, η ίδια εμβέλεια με εκείνες που τους αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ , ανέτρεξε στην πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ, σημειώνοντας, πάντως, ότι  στην ΕΣΔΑ δεν γίνεται αναφορά στην ακαδημαϊκή ελευθερία. Από τη νομολογία αυτή συνάγεται ότι «η ελευθερία αυτή συνδέεται, ιδίως, με το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ» . Όπως δε έχει διαπιστώσει το ΕΔΔΑ  «υπό την ειδική αυτή οπτική, η ακαδημαϊκή ελευθερία, τόσο στην έρευνα όσο και στην εκπαίδευση, πρέπει να διασφαλίζει την ελευθερία έκφρασης και δράσης, την ελευθερία διάδοσης πληροφοριών και την ελευθερία έρευνας και μετάδοσης, χωρίς περιορισμούς, της γνώσης και της αλήθειας, χωρίς όμως να εξαντλείται στην ακαδημαϊκή ή την επιστημονική έρευνα, καθώς καλύπτει επίσης την ελευθερία των πανεπιστημιακών να διατυπώνουν απρόσκοπτα τις γνώμες και τις απόψεις τους»  . Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αρκέστηκε στις ανωτέρω τοποθετήσεις του ΕΔΔΑ αλλά ακολουθώντας τη θέση της ΓΕ Kokott ότι «η ερμηνεία της έννοιας «ακαδημαϊκή ελευθερία» πρέπει να είναι πιο ευρεία»  αναζήτησε και άλλες πηγές προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα διάφορα στοιχεία που συνθέτουν την ακαδημαϊκή ελευθερία και να διαπιστωθεί αν τα επίδικα μέτρα συνιστούν περιορισμούς της ελευθερίας αυτής. Έτσι, πρώτον, αναφέρθηκε στη Σύσταση 1762 (2006) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, που με τίτλο «Ακαδημαϊκή ελευθερία και αυτονομία των πανεπιστημίων», επισημαίνει ότι «η ακαδημαϊκή ελευθερία έχει επίσης μια θεσμική και διαρθρωτική διάσταση, δεδομένου ότι η ύπαρξη και η χρήση μιας υποδομής είναι βασική προϋπόθεση της άσκησης εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων» και, δεύτερον, στη Σύσταση σχετικά με την κατάσταση του διδακτικού προσωπικού στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της ΓΣ της Unesco (11/11/1997) όπου επισημαίνεται ότι «[η] αυτονομία είναι η θεσμική έκφραση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και αποτελεί αναγκαία συνθήκη προκειμένου το διδακτικό προσωπικό και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους» αλλά και ότι «είναι καθήκον των κρατών μελών να προστατεύουν την αυτονομία των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από κάθε απειλή, ανεξαρτήτως της προέλευσής της».
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα  ότι «τα επίδικα μέτρα μπορούν να διακυβεύσουν την ακαδημαϊκή δραστηριότητα των αλλοδαπών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Ουγγαρία και, ως εκ τούτου, να στερήσουν από το αντίστοιχο πανεπιστημιακό προσωπικό την αυτόνομη υποδομή που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή των επιστημονικών τους ερευνών και για την άσκηση των παιδαγωγικών τους δραστηριοτήτων» και συνεπώς είναι ικανά να περιορίσουν την ακαδημαϊκή ελευθερία, η οποία προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 13 του Χάρτη (Σκέψεις 222 – 228).

ΙΙ. Η ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και η επιχειρηματική ελευθερία
Το Δικαστήριο με την προσφυγή της Επιτροπής κλήθηκε, επίσης, να απαντήσει στο ερώτημα αν τα επίδικα ουγγρικά μέτρα περιορίζουν την «ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σεβασμό των δημοκρατικών αρχών», όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 παρ. 3 του Χάρτη αλλά και την επιχειρηματική ελευθερία, που προστατεύεται από το άρθρο 16 του Χάρτη. Ακολουθώντας τις Επεξηγήσεις της Επιτροπής σχετικά με τον Χάρτη σύμφωνα με τις οποίες «η ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, δημόσιων ή ιδιωτικών, κατοχυρώνεται ως μία από τις πτυχές της επιχειρηματικής ελευθερίας» το ΔΕΕ αποφάσισε να εξεταστούν οι δύο ελευθερίες από κοινού. Έτσι, διαπίστωσε ότι «τα επίδικα μέτρα μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να καταστήσουν αβέβαιη ή και να αποκλείσουν ακόμη τη δυνατότητα ίδρυσης ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Ουγγαρία ή τη δυνατότητα συνέχισης της λειτουργίας ενός ήδη υφιστάμενου εκεί εκπαιδευτικού ιδρύματος» συνεπώς «περιορίζουν τόσο την ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, την οποία εγγυάται το άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη, όσο και την επιχειρηματική ελευθερία, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 του Χάρτη» (Σκέψεις 229 – 234).
Στη συνέχεια το Δικαστήριο διερεύνησε αν οι ανωτέρω περιορισμοί των θεμελιωδών δικαιωμάτων της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορούν να δικαιολογηθούν σύμφωνα το άρθρο 52 παρ. 1 ΧΔΕΕ σύμφωνα με το οποίο «οποιοσδήποτε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο αυτών των δικαιωμάτων και των ελευθεριών». Προκειμένου να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, οι περιορισμοί επιτρέπονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των τρίτων». Βασισμένο στις προηγούμενες σκέψεις του το Δικαστήριο έκρινε ότι «τα επίμαχα μέτρα, τα οποία επιφέρουν περιορισμούς στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 13, στο άρθρο 14, παράγραφος 3, και στο άρθρο 16 του Χάρτη, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο στις σκέψεις 228 και 234 της παρούσας αποφάσεως, δεν ανταποκρίνονται, εν πάση περιπτώσει, σε αυτούς τους σκοπούς γενικού συμφέροντος» (Σκέψεις 239 – 243).

4.    Παρατηρήσεις
(α) Η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020 αποτελεί μια σημαντική συμβολή στην ερμηνεία και εφαρμογή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Στην ουσία πρόκειται για την ανάδυση του θεμελιώδους δικαιώματος της ακαδημαϊκής ελευθερίας στην ενωσιακή έννομη τάξη. Ιδιαίτερη αξία αποκτά η ευρύτητα που αναγνώρισε το Δικαστήριο στην παρεχόμενη προστασία από το άρθρο 13 δεύτερη φράση του Χάρτη. Κατά το Δικαστήριο η ακαδημαϊκή ελευθερία δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως εκδήλωση της ελευθερίας της έκφρασης, που εκδηλώνεται, σύμφωνα και με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ιδίως ως ελευθερία διεξαγωγής ακαδημαϊκών ερευνών και υιοθέτηση και διάδοση ακαδημαϊκών γνωμών, αλλά αποκτά και μια θεσμική διάσταση εξ ίσου σημαντική, αν όχι condition sine qua non της ελευθερίας έκφρασης και του δικαιώματος επικοινωνίας.  
Έτσι, η ακαδημαϊκή ελευθερία εκτός από την απαίτηση για μια αυτόνομη έρευνα και διδασκαλία, απαλλαγμένη από κρατική παρέμβαση, ενσωματώνει και την απαίτηση για τη προστασία του αναγκαίου θεσμικού και οργανωτικού πλαισίου για τη διεξαγωγή της. Όπως σημείωσε η ΓΕ Kokott,  τις προτάσεις της οποίας δέχτηκε το Δικαστήριο, «η συνεργασία με ένα κρατικό ή ιδιωτικό πανεπιστήμιο είναι, στην πράξη, απαραίτητη προϋπόθεση για την ακαδημαϊκή έρευνα. Το πανεπιστήμιο χρησιμεύει ως πλατφόρμα ακαδημαϊκού λόγου και ως δίκτυο και υποδομή για διδακτικό προσωπικό, φοιτητές και δωρητές» . Έξαλλου, η θεσμική διάσταση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, που αναγνώρισε το ΔΕΕ, κατά τον προσδιορισμό του εννοιολογικού περιεχομένου της ακαδημαϊκής ελευθερίας κατά το άρθρο 13 του Χάρτη έρχεται να εξισορροπήσει την παρεχόμενη προστασία από την εν λόγω διάταξη με αυτήν του άρθρου 14 παρ. 3 του Χάρτη (ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων) στο βαθμό που η δεύτερη διάταξη προστατεύει μόνο τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.

(β) Αναμφίβολα η νέα απόφαση του Δικαστηρίου καταδεικνύει την συνεχή πίεση που ασκείται σε αυταρχικές κυβερνήσεις στην ΕΕ από την Επιτροπή και το Δικαστήριο σε μια προσπάθεια να ανακοπεί η διολίσθηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη της Ένωσης. Σε κάθε ένα μέτρο, που επιδιώκει να περιορίσει τις δημοκρατικές ελευθερίες, και εν απουσία ουσιαστικής αντίδρασης από τα Κράτη-μέλη – είναι γνωστό ότι οι διατάξεις του άρθρου 7 και των μηχανισμών διασφάλισης των αξιών της Ένωσης που αυτό προβλέπει παραμένουν ανεφάρμοστες  –  η αντίδραση της Επιτροπής και του Δικαστηρίου «σώζουν την τιμή» της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Το Δικαστήριο, εξάλλου, με την σειρά των αποφάσεων του κατά της Κυβέρνησης Viktor Orbán και ακολουθώντας μια εξαιρετικά περιοριστική αντιμετώπιση των λόγων δημοσίου συμφέροντος, με τους οποίους η Ουγγρική Κυβέρνηση επιχειρεί να δικαιολογήσει τα αυταρχικά μέτρα που λαμβάνει, αφενός αποκρούει αντιδημοκρατικά μέτρα και αφετέρου τοποθετεί διαδοχικές ψηφίδες στην εμβάθυνση της φιλελεύθερης αξιακής ταυτότητας της Ένωσης στο επίκεντρο της οποίας τοποθετείται το Κράτος Δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ.

(γ) Η καταδίκη της Ουγγαρίας φαντάζει ως μια πύρρειος νίκη και ως τέτοια αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση . Από την μια πλευρά αποδεικνύει ότι η Ένωση διαθέτει όπλα για να αντιμετωπίσει την οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη της. Το αποτελεσματικότερο όπλο, από τα προβλεπόμενα στη Συνθήκη, αποδεικνύεται η προσφυγή για παράβαση (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Σε αυτό συνετέλεσε η αλλαγή στην κουλτούρα της Επιτροπής μετά την ώθηση που της έδωσε το Δικαστήριο με την απόφαση ASJP  και η εγκατάλειψη μιας διστακτικότητας που την διέκρινε στη χρησιμοποίηση ενός ενδίκου μέσου, που  προνομιακά της ανατέθηκε από τις Συνθήκες,  απέναντι σε αυταρχικές πολιτικές Κρατών-μελών.
Από την άλλη πλευρά η αντίδραση των οργάνων της Ένωσης και η καταδίκη της Ουγγαρίας για την αυταρχική μεταρρύθμιση που επέβαλε στην ανώτατη εκπαίδευση δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τον εξαναγκασμό του Πανεπιστημίου της Κεντρικής Ευρώπης να εγκαταλείψει την Ουγγαρία. Πραγματικά, το 2018 το Πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε το 1991 με 1.500 φοιτητές από 118 χώρες και αξιόλογα εκπαιδευτικά προγράμματος εγκατέλειψε την Ουγγαρία και εγκαταστάθηκε στην Βιέννη . Υπ’ αυτήν την έννοια η αντίδραση της Ένωσης αποδείχτηκε καθυστερημένη. Το γεγονός αυτό όμως δείχνει και τα όρια της αποτελεσματικότητας που έχει η προσφυγή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ υπό το δοσμένο ενωσιακό δικονομικό πλαίσιο.

(δ) Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές ένα ενθαρρυντικό μήνυμα εκπέμφθηκε προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής ενίσχυσης των μηχανισμών διασφάλισης του Κράτους Δικαίου και των άλλων αξιών της ΕΕ. Στις 5 Νοεμβρίου 2020 το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατέληξαν σε πολιτική συμφωνία για την υιοθέτηση ενός  μηχανισμού, που επιτρέπει στην Ένωση να διακόπτει τη χρηματοδότηση κυβερνήσεων που δεν σέβονται το Κράτος δικαίου. Εξ όσων έγιναν γνωστά «ο μηχανισμός αιρεσημότητας Κράτους Δικαίου», που προωθείται προς ψήφιση στα νομοθετικά όργανα, χαρακτηρίζεται από τα εξής: (i) Ισχυρές προληπτικές πτυχές:  ο μηχανισμός θα μπορεί να ενεργοποιηθεί και όταν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος παραβίασης των αξιών της Ένωσης, διασφαλίζοντας έτσι ότι ο μηχανισμός θα αποτρέπει πιθανές καταστάσεις στις οποίες τα κονδύλια της ΕΕ θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν δράσεις που έρχονται σε σύγκρουση με τις Ευρωπαϊκές αξίες. (ii) Προστασία των τελικών δικαιούχων: διασφάλιση ότι οι τελικοί δικαιούχοι που εξαρτώνται από τη στήριξη της ΕΕ (π.χ. φοιτητές, γεωργοί ή ΜΚΟ) δεν θα τιμωρούνται για τις ενέργειες των κυβερνήσεών τους. Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή θα έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε δημοσιονομική διόρθωση, μειώνοντας την επόμενη δόση της στήριξης της ΕΕ προς την αντίστοιχη χώρα. (iii) Δυνατότητα ταχείας αντίδρασης, αφού συμφωνήθηκε με την πίεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να συντομευτεί ο χρόνος που θα διαθέτουν τα θεσμικά όργανα της ΕΕ για την λήψη μέτρων κατά ενός Κράτους-μέλους, εάν εντοπιστούν κίνδυνοι εναντίον του Κράτους Δικαίου, σε 7 έως 9 μήνες (το Συμβούλιο αρχικά πρότεινε 12-13 μήνες). Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή, αφού διαπιστώσει την ύπαρξη παράβασης, θα προτείνει την ενεργοποίηση του μηχανισμού αιρεσιμότητας κατά της αντίστοιχης κυβέρνησης. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο θα έχει στη διάθεσή του έναν μήνα για να εγκρίνει τα προτεινόμενα μέτρα (ή τρεις μήνες σε εξαιρετικές περιπτώσεις), με ειδική πλειοψηφία. Η Επιτροπή θα κάνει χρήση των δικαιωμάτων της για να συγκαλέσει το Συμβούλιο ώστε να διασφαλιστεί η τήρηση της προθεσμίας .

MX

Digesta OnLine 2020

 ΚΠολΔ 313 – ΑΚ 1667.2, 1719 εδ. α, 1720 εδ. β

ΚΥΡΟΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΥΝΤΑΧΘΕΙΣΑΣ ΠΡΙΝ ΚΑΤΑΣΤΕΙ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΔΙΕΤΑΞΕ ΠΛΗΡΗ ΣΤΕΡΗΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ (ΑΝΤΙ ΜΕΡΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ) ΚΑΙ ΑΣΚΗΘΗΚΕ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟΒΙΩΣΕΙ Ο ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΟΥΜΕΝΟΣ

(ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ)


Κωνσταντίνος Δ. Παναγόπουλος
Καθηγητής του Αστικού  Δικαίου στη Νομική Σχολή Δ.Π.Θ.

 Για να ανοίξετε τη μελέτη σε μορφή pdf πατήστε εδώ

1. Ιστορικό
α. Ο Θ.Σ. συνέταξε δημόσια διαθήκη την 27-1-2014 (ανακαλώντας προηγούμενη, που είχε συντάξει την 23-12-2013) και την 20-2-2014 κατέθεσε αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζήτησε να τεθεί υπό καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η απόφαση 3168/2014, με την οποία ο Θ.Σ. τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως, αν και στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής αναφέρεται ότι αντιμετώπιζε μόνο κινητικά προβλήματα (περίπτωση στην οποία αρμόζει η μερική επικουρική συμπαράσταση).
β. Στη συνέχεια, την 12-6-2015 και πριν τελεσιδικήσει η ανωτέρω απόφαση, ο Θ.Σ. κατέθεσε αίτηση προς το ίδιο ανωτέρω Δικαστήριο ζητώντας την ανάκλησή της και την άρση της θέσεώς του υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως. Η αίτηση αυτή δεν συζητήθηκε, καθώς η αρχικά προσδιορισθείσα δικάσιμος αναβλήθηκε, στη συνέχεια δε η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω αποχής των δικηγόρων και, εντέλει, την 10-6-2016 (πάντα πριν τελεσιδικήσει η απόφαση 3168, αφού δεν είχε επιδοθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα) ο Θ.Σ. απεβίωσε, έχοντας συντάξει νέα δημόσια διαθήκη την 22-7-2015 με την οποία ανακαλούσε την προηγούμενη (της 27-1-2014).
γ. Μετά το θάνατο του Θ.Σ., ο τετιμημένος στην δεύτερη και τρίτη διαθήκη Μιχαήλ Παπακωνσταντίνου (αλλά επί λιγότερων περιουσιακών στοιχείων στην τελευταία) άσκησε αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ζητώντας και επιτυγχάνοντας με την απόφαση 4771/2018 του ανωτέρω Δικαστηρίου την ακύρωσή της διαθήκης από 22-7-2015, κατ’ αυτής δε της αποφάσεως ασκήθηκε έφεση.
δ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε με την αναφερόμενη απόφαση (υπογραμμίσεις του γράφοντος), ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718, 1719 και 1720 Α.Κ. «... προκύπτει ότι το πρόσωπο το οποίο έχει τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση είναι ανίκανο να συντάξει διαθήκη από τον χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως ή της πράξεως προς εισαγωγή της υποθέσεως προς συζήτηση. Εάν, όμως, παρά ταύτα, ο συμπαραστατούμενος, μετά την υποβολή της αιτήσεως, συντάξει διαθήκη και αποβιώσει προτού η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη, τότε η διαθήκη είναι αναδρομικά έγκυρη μόνο, όμως, στην περίπτωση εκείνη που η απόφαση η οποία έθεσε αυτόν υπό καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως αφορούσε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση με ρητή απαγόρευση του συμπαραστατούμενου να συντάσσει διαθήκη. Αντιθέτως, η διαθήκη είναι και παραμένει άκυρη, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1718 ΑΚ εάν η απόφαση είχε θέσει το συμπαραστατούμενο υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως.»
ε. Με τους 3ο και 1ο λόγο της εφέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως 4771 προβάλλεται από τους εκκαλούντες, ότι οι ανωτέρω παραδοχές του Πρωτοδικείου είναι εσφαλμένες διότι:
•    Κακώς απορρίφθηκε ο ισχυρισμός τους περί ανυποστάτου της αποφάσεως 3168 (3ος λόγος εφέσεως), καθώς αυτή αποφάνθηκε επί μη υποβληθέντος αιτήματος διατάζοντας πλήρη στερητική συμπαράσταση, αντί της αρμόζουσας επικουρικής τοιαύτης.
•    Και πάντως (1ος λόγος εφέσεως) από το συνδυασμό των διατάξεων ΑΚ 1719 εδ. β’ ΑΚ 1720 εδ. α’ η επέλευση αναδρομικής ανικανότητας κατά την πρώτη διάταξη, προϋποθέτει τελεσίδικη απόφαση, ήτοι η ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης αρχίζει μεν από την υποβολή της αίτησης (ή από τη σύνταξη της πράξης για αυτεπάγγελτη εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση) εφόσον όμως επακολουθήσει η έκδοση τελεσίδικης απόφασης που υποβάλει το πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση. Έτσι αν μετά την οριστική απόφαση που θέτει το πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση ακολουθήσει απόφαση του Εφετείου που δέχεται την έφεση, ανατρέπεται η οριστική απόφαση με συνέπεια να μην υφίσταται ανικανότητα του προσώπου και συνακόλουθα, η διαθήκη που τυχόν έχει συνταχθεί στο διάστημα μεταξύ της καταθέσεως της αιτήσεως έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας (έκδοση τελεσίδικης απόφασης) να είναι έγκυρη, καθώς τα αποτελέσματα της ανικανότητας, στο κρίσιμο ζήτημα της σύνταξης διαθήκης από πρόσωπο που έχει τεθεί σε καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, τελούν υπό τη διαλυτική αίρεση της τελεσιδικίας της δικαστικής απόφασης που τον υπέβαλε σε αυτήν. Αυτό δε κατά τους εκκαλούντες ισχύει και σε περίπτωση θανάτου του διαθέτη πριν τελεσιδικήσει η δικαστική απόφαση που έθεσε αυτόν υπό δικαστική συμπαράσταση, όπως εν προκειμένω. Με δεδομένο δηλαδή ότι αν ο διαθέτης ζούσε θα μπορούσε με την άσκηση των ενδίκων μέσων να εμποδίσει τη θέση του σε δικαστική συμπαράσταση (δυνατότητα η οποία χάνεται με το θάνατο), το κύρος της διαθήκης διασώζεται αφού δεν υπάρχει τελεσίδικη κρίση περί της νομιμότητας της δικαστικής συμπαράστασης, την οποία προϋποθέτει ο συνδυασμός των ΑΚ 1719 εδ. α’ περίπτ. 2, 1719 εδ. β’ και 1720 εδ α’ για την επέλευση της ανικανότητας σύνταξης διαθήκης.
•    Σε κάθε περίπτωση δε, κατά τους εκκαλούντες, με δεδομένο ότι η ΑΚ 1719 εδ. α΄ περίπτ. 2 και εδ. β΄ αντιμετωπίζει ομοιόμορφα τις δυο περιπτώσεις ανικανότητας (πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας και, αντιστοίχως, ρητή στέρηση της ικανότητας για σύνταξη διαθήκης), για την ταυτότητα του νομικού λόγου η ρύθμιση του άρθρου 1720 εδ. α΄ Α.Κ. καταλαμβάνει και όσους υποβλήθηκαν σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης Η αφαίρεση ειδικά της ικανότητας για σύνταξη διαθήκης (ως έλασσον) εμπεριέχεται δηλαδή στην έννοια της πλήρους στερητικής συμπαραστάσεως (ως μείζον) χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία.

2. Ερωτήματα
    Υπό το ως άνω ιστορικό, τις παραδοχές της αποφάσεως 4771 και τα προβαλλόμενα στους 1ο και 3ο λόγους της εφέσεως κατ’ αυτής, ζήτησαν οι εκκαλούντες την επιστημονική μου γνώμη ως προς:
•    Το υποστατό (ή αυτοδίκαιη ακυρότητα) της αποφάσεως 3168.
•    Το κύρος της διαθήκης που συνέταξε ο Θ. Σ. την 22-7-2015.
•    Την ορθότητα της διακρίσεως στην οποία προβαίνει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την απόφαση 4771 μεταξύ της περιπτώσεως που τίθεται ο κληρονομούμενος υπό καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως και εκείνης που τίθεται υπό καθεστώς μερικής στερητικής τοιαύτης με ρητή απαγόρευση συντάξεως διαθήκη.
3. Επισημάνσεις αναφορικά με την ερμηνεία κανόνων δικαίου και δικαιοπραξιών
    Προ πάσης απαντήσεως, για τη θεμελίωση και την ευχερέστερη κατανόησή της, κρίνεται σκόπιμο να επιχειρηθούν οι ακόλουθες επισημάνσεις.
α. Προς εξακρίβωση του αληθούς νοήματος τόσο των κανόνων δικαίου όσο και των δικαιοπραξιών,  η ερμηνεία διενεργείται με τις ίδιες μεθόδους , διέπεται από τους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες  και έχει πάντα ως αφετηρία τη γλωσσική διατύπωση , δηλαδή «το γράμμα» του ερμηνευόμενου κειμένου (μέθοδος της γραμματικής ερμηνείας) , η οποία ενίοτε είναι και αρκετή αν εξ αυτής προκύπτει σαφήνεια και πληρότητα του νοήματος, δίχως αντιφάσεις. Διαφορετικά (και συνήθως) διέρχεται η ερμηνεία και ένα ή περισσότερα από τα επόμενα  στάδια (μέθοδοι της ιστορικής, λογικής και τελολογικής ερμηνείας), όπου επιχειρείται είτε διεύρυνση του εννοιολογικού πλάτους των σημαινομένων από τις λέξεις αν ο νομοθέτης εκφράστηκε στενότερα του δέοντος (διασταλτική ερμηνεία) είτε περιστολή του, αν αυτός εκφράστηκε ευρύτερα (συσταλτική ερμηνεία) ή αναζητείται η βούλησή του με αναδρομή στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, στα πρακτικά της Βουλής κλπ (ιστορική ερμηνεία) ή συσχετίζεται η κρίσιμη διάταξη με άλλες που εντάσσονται στο ίδιο κανονιστικό υποσύστημα (συστηματική ερμηνεία) ή εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο σκοπό (τελολογική ερμηνεία, βλ. 5.2γ.ii). Σε περιπτώσεις δε αθέλητου νομοθετικού κενού, όπου η απουσία ρύθμισης αποκλείει εξ αντικειμένου την ερμηνεία (δεν υφίσταται κείμενο για να ερμηνευτεί), χωρεί η λεγόμενη αναλογία δια της εφαρμογής και στην αρρύθμιστη περίπτωση των κανόνων που διέπουν περίπτωση όμοια με αυτήν .
β. Η υπόδειξη λοιπόν στο άρθρο 173 ΑΚ, να επιχειρείται η ερμηνεία «χωρίς προσήλωση στις λέξεις» σημαίνει το μάλλον αυτονόητο  ότι δεν εξαντλείται η ερμηνευτική προσπάθεια στην γραμματική ερμηνεία, αλλά διέρχεται και τα λοιπά στάδια, όταν η «προσήλωση» στις λέξεις (μόνο στη γραμματική ερμηνεία δηλαδή) θα άφηνε στον εφαρμοστή του δικαίου απορίες ή αμφιβολία ως προς το ακριβές νόημά τους.
γ. Υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου προβλεπόταν νομοθετικά  η επιταγή να προτιμάται σε περίπτωση αμφιβολίας από τις περισσότερες δυνατές ερμηνείες εκείνη με την οποία διασώζεται το κύρος της διαθήκης. Η αρχή της εύνοιας του κύρους της διαθήκης θεωρείται και στο ισχύον δίκαιο αυτονόητο  ότι πρέπει να διέπει κάθε ερμηνευτική προσέγγιση .
δ. Σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία του νομικού κειμένου (δικαιοπραξιών ή κανόνα δικαίου) σημαίνει την προσφυγή του ερμηνευτή στις θεμελιώδεις συνταγματικές αξιολογήσεις, υπό την έννοια ότι μέσω αυτής ο ερμηνευτής ανατρέχει στις συνταγματικές αρχές και τα ατομικά ή κοινωνικά δικαιώματα εξαφαλίζοντας έτσι ότι δεν θίγεται κανένα από αυτά , μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα στην ανθρώπινη αξία (Σ 2.1, βλ. κατωτέρω 5.1ε & 5.2γΒ).
ε. Εξάλλου η ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, όταν πρόκειται για νόμο που ενσωματώνει - κυρώνει Ευρωπαϊκή Οδηγία ή διεθνή σύμβαση, όπως εν προκειμένω (βλ. 5.1ε), πρέπει κατά τη νομολογία και τη θεωρία να εναρμονίζεται προς αυτήν .
στ. Τέλος, στον ερμηνευτή προσφέρονται και οδηγίες που τυποποιούνται από τη νομολογία και τη θεωρία σε άγραφους στη χώρα μας ερμηνευτικούς «κανόνες» (διατυπωμένους σε άλλες έννομες τάξεις και νομοθετικά) , ως απόρροια εμπειρίας, πρακτικής εφαρμογής και  κοινής λογικής , μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η «οδηγία», ότι σε περίπτωση αμφιβολίας επικρατεί ό,τι φαίνεται λογικό  (διδάγματα κοινής πείρας, common sence, βλ. 5.1 ε & στ) και το λεγόμενο επιχείρημα «κατά μείζονα λόγο» (από μείζονος περί ελάσσονος και αντίστροφα, βλ. 5.2γ.Αiii).

4. Απάντηση
4.1. Στο πρώτο ερώτημα
    α. Το ανυπόστατο (αυτοδικαίως ανίσχυρο) των δικαστικών αποφάσεων προβλέπεται στο άρθρο 313 ΚΠολΔ, όπου απαριθμούνται πέντε περιπτώσεις, όχι περιοριστικά όμως, αφού ορθά υποστηρίχθηκε η ερμηνευτική διεύρυνση  της ρυθμίσεως ώστε να καταλαμβάνει και ισοδύναμες περιπτώσεις, όπως λόγου χάρη αποφάσεις που εκδίδονται μετά την ανάκληση της αγωγής (παραίτηση από το δικόγραφο)  που λόγω της αναδρομικής της ενέργειας ισοδυναμεί με την περίπτωση που εκδίδεται απόφαση δίχως να έχει ασκηθεί αγωγή , που υπάγεται στο στοιχείο β’ του ανωτέρω άρθρου, καθώς αναμφίβολα «δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων» η κρίση για «αντικείμενο» περί του οποίου δεν ασκήθηκε αγωγή .
    β. Δεδομένου ότι δυσχερώς νοείται περίπτωση να εκδοθεί απόφαση παρά την παντελή έλλειψη αγωγής (πέραν της παραιτήσεως από το δικόγραφο, κατά τα εκτεθέντα, που την αίρει αναδρομικά, ως μηδέποτε ασκηθείσα), πρακτικά το πρόβλημα ανακύπτει κυρίως όταν το Δικαστήριο κρίνοντας συγκεκριμένη αγωγή αποφαίνεται (και) επί ζητήματος το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα αγωγικά αιτήματα, οπότε πρόκειται για εν μέρει  ανυπόστατη απόφαση, κατά το μέρος δηλαδή που αφορά το μη υποβληθέν αίτημα (αποφαινόμενη ως προς αυτό ουσιαστικά «εκτός της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων») , παραμένοντας υποστατή κατά τα λοιπά. Δηλαδή ανυπόστατες (αυτοδικαίως ανίσχυρες, μην παράγουσες έννομα αποτελέσματα) είναι και οι αποφάσεις που κατά παράβαση της αρχής διαθέσεως  που διέπει την διαγνωστική δίκη αποφαίνονται περί ζητήματος για το οποίο δεν υπήρξε αγωγικό αίτημα του διαδίκου. Είτε δηλαδή ελλείπει παντάπασι αγωγή ή έγινε παραίτηση από το δικόγραφο αυτής και παρά ταύτα εκδόθηκε απόφαση (ανυπόστατη για το λόγο αυτό) είτε η αγωγή δεν περιέχει αίτημα για ζήτημα που (παρά ταύτα) περιέλαβε στην απόφασή του το Δικαστήριο, το αποτέλεσμα είναι ίδιο, δηλαδή ως προς το ζήτημα αυτό (κριθέν καίτοι μη αιτηθέν) η απόφαση καθίσταται αυτοδικαίως ανίσχυρη κατά το άρθρο 313 ΚΠολΔ.
γ. Ουδόλως επιδρά στο ανυπόστατο της αποφάσεως η δυνατότητα προσβολής της με ένδικο μέσο. Απλά ο διάδικος καλείται να επιλέξει μεταξύ αγωγής για αναγνώριση του ανυποστάτου της αποφάσεως ή ενδίκου μέσου κατ’ αυτής, ώστε αν ακολουθήσει τη δεύτερη λύση (ένδικο μέσο) δεν έχει πλέον την πρώτη εναλλακτική ευχέρεια δικονομικής προβολής του ανυποστάτου (με αγωγή), όπως ρητά ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 313 ΚΠολΔ. Ασφαλώς μπορεί όμως πάντα και παντού, ως αυτοδίκαιη μορφή ανισχύρου, να προβληθεί και κατ’ ένσταση, ακόμη και αν δεν ασκηθεί αγωγή ούτε ένδικο μέσο. Οι ανωτέρω δικονομικές ευχέρειες λοιπόν, σχετιζόμενες μόνο με τον τρόπο προβολής του ελαττώματος (ανυποστάτου) της αποφάσεως, έχουν διαδικαστικό απλώς χαρακτήρα και όχι ουσίας, ώστε η τυχόν επιλογή από το διάδικο της μίας ή της άλλης, αναφερόμενη απλά και μόνο στο δικονομικό «όχημα» προβολής του σχετικού ισχυρισμού, δεν μεταβάλλει την φύση της προσβαλλόμενης απόφασης ως ανυπόστατης. Εν κατακλείδι, η τυχόν άσκηση ενδίκου μέσου, αντί αγωγής, δεν καθιστά την απόφαση υποστατή.
δ. Με άλλα λόγια, η πρόβλεψη (και) ως λόγου αναιρέσεως με τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της υπερβάσεως της δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων δεν αναιρεί βέβαια το ανυπόστατο της σχετικής απόφασης με το άρθρο 313 περίπτ. β’ του ίδιου κώδικα. Το ίδιο ισχύει και με τον αναιρετικό λόγο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για την περίπτωση που «το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν». Η δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως (άρα και εφέσεως), αλλά ακόμη και η τυχόν άσκηση αυτών, δεν αναιρεί το ανυπόστατο που συνάγεται με την ερμηνευτική διεύρυνση, των περιπτώσεων του άρθρου 313 ΚΠολΔ κατά τα εκτεθέντα, με τρόπο δηλαδή που να περιλαμβάνει και την έκδοση αποφάσεως επί ελλείποντος (μη υποβληθέντος ή πλέον του υποβληθέντος) αγωγικού αιτήματος.
ε. Εν προκειμένω, την αίτηση για υπαγωγή του σε καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως υπέβαλε ο ίδιος ο πάσχων και μάλιστα μόνο και μόνο επειδή είχε κινητικό πρόβλημα (σωματική αναπηρία), όχι ψυχοπνευματική πάθηση, δίχως να ζητά πλήρη στερητική συμπαράσταση, αρμόζουσα μόνο σε βαριά ασθενή είτε σωματικά (κατάκοιτο) είτε ψυχοπνευματικά (μη δυνάμενο να εκφράσει ελεύθερη βούληση), καθώς συνεπάγεται απόλυτη στέρηση της δικαιοπρακτικής ικανότητας.
Στην σωματική αναπηρία αυταπόδεικτα (κοινή λογική = διδάγματα της κοινής πείρας, πρβλ. ΚΠολΔ 559 αρ.1) αρμόζει η μερική επικουρική συμπαράσταση, καθώς μόνο δι’ αυτής εξασφαλίζεται αφενός η επιτασσόμενη ισότητα ανάμεσα σε υγιείς και αναπήρους από την -υπερέχουσα σε ισχύ του κοινού νόμου- διεθνή σύμβαση του ΟΗΕ  (που κυρώθηκε στη χώρα μας με το ν. 4074/2012) και αφετέρου η Συνταγματικά (άρθρο 2 παρ. 1) κατοχυρωμένη προστασία της αξίας του ανθρώπου που απαγορεύει το νομικό «ακρωτηριασμό» (capitis deminutio), τον οποίο επιφέρει η αδικαιολόγητη αποστέρηση εντελώς της δικαιοπρακτικής ικανότητας με την υποβολή σε πλήρη στερητική συμπαράσταση , δίχως αυτή να συνιστά «αναγκαίο κακό» , το οποίο συντρέχει αποκλειστικά και μόνο στους βαριά πάσχοντες .
Θα ήταν εξάλλου άτοπο να θεωρηθεί ότι ζήτησε ο Θ.Σ. πλήρη στερητική συμπαράσταση, αφού τέτοιο αίτημα αυτοπροσώπως θα προϋπέθετε το εδώ ελλείπον, δηλαδή αδυναμία εκφοράς ελεύθερης βούλησης. Με άλλα λόγια, εκ των πραγμάτων (με την κοινή λογική) την πλήρη στερητική συμπαράσταση μπορούν ουσιαστικά να ζητήσουν μόνο άλλα πρόσωπα που νομιμοποιούνται ενεργητικά με το άρθρο 1667 ΑΚ δοθέντος ότι ο πάσχων αδυνατεί να το πράξει, αφού για τον λόγο ακριβώς αυτόν (αδυναμία του να εκφραστεί ελεύθερα λόγω βαρειάς παθήσεως) ζητείται και η υπαγωγή του στο καθεστώς πλήρους στερητικής συμπαραστάσεως . Και αντιστρόφως, με ρητή νομοθετική επιταγή (ΑΚ 1667 παρ. 2) μόνο ο ίδιος ο πάσχων επιτρέπεται να ζητήσει την υπαγωγή του σε δικαστική συμπαράσταση όταν πρόκειται απλώς για σωματική αναπηρία, όπως εν προκειμένω, στην περίπτωση της οποίας τεκμαίρεται η ικανότητα  αυτοδιαθέσεως του αιτούντος (βλ. σημ. 26 & 27) και για το λόγο αυτό ασφαλώς αρμόζει και αρκεί η μερική επικουρική συμπαράσταση. Τόσο δε ο πάσχων, όσο και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1667.1 ΑΚ νομιμοποιούνται να ζητήσουν τις λοιπές μορφές (μερική στερητική ή επικουρική συμπαράσταση), πλην της περιπτώσεως της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου, που επιφυλάσσεται μόνο στον πάσχοντα, όπως αναφέρθηκε.
στ. Εν όψει των ανωτέρω, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της αιτήσεως του Θ.Σ. για υπαγωγή του σε καθεστώς δικαστικής συμπαραστάσεως, αβίαστα προκύπτει ως μόνη νόμιμη (και λογική) παραδοχή, ότι το αίτημα του Θ.Σ. συνίστατο στη θέση του υπό μερική επικουρική συμπαράσταση και συνεπώς η απόφαση που τον έθεσε υπό πλήρη στερητική τοιαύτη «επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε» και πάντως «περισσότερα από όσα ζητήθηκαν», ήτοι αποφάνθηκε επί μη υποβληθέντος αιτήματος , καθιστάμενη έτσι κατά το μέρος αυτό αφενός ανυπόστατη κατά το άρθρο 313 περίπτ. β’ ΚΠολΔ ορθώς ερμηνευόμενο (με διεύρυνση -κατά τα εκτεθέντα- των προβλεπόμενων περιπτώσεων δια της διασταλτικής ερμηνείας αυτών ή και προσθήκης άλλων με αναλογία) και αφετέρου ίδρυσε αναιρετικό λόγο εκ των αριθμών 4 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (άρα και λόγο εφέσεως).  Το ανυπόστατο της αποφάσεως 3168 σημαίνει ότι αυτή δεν επέφερε αποτελέσματα, άρα ουδέποτε τέθηκε ο Θ.Σ. σε καθεστώς πλήρους στερητικής συμπαραστάσεως και πάντως, αν θεωρηθεί ως  εν μέρει ανυπόστατη (κατά το μέρος του μη αιτηθέντος είδους της συμπαραστάσεως), τότε ο Θ.Σ. πρέπει να θεωρείται ότι τέθηκε υπό καθεστώς μερικής επικουρικής τοιαύτης, την οποία κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου αιτήθηκε. Το δε ανυπόστατο, ως αυτοδίκαιη μορφή ανισχύρου, δεν χρήζει δικαστικής διαγνώσεως κατόπιν σχετικής αγωγής ούτε προβολής με ένδικο μέσο, αλλά μπορεί να προβληθεί οποτεδήποτε και οπουδήποτε (και κατ’ ένσταση).

4.2. Επί των λοιπών ερωτημάτων
    Τα λοιπά δύο ερωτήματα συνέχονται προς άλληλα και για το λόγο αυτό επιχειρείται κατωτέρω ενιαία αντιμετώπισή τους.
α. Νομοθετική ρύθμιση
Το άρθρο 1719 ΑΚ εδ. α΄ αριθ. 2 ορίζει, ότι «ανίκανοι να συντάξουν διαθήκη είναι … όσοι βρίσκονται σε δικαστική συμπαράσταση με πλήρη στέρηση της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας ή με ρητή στέρηση της ικανότητας να συντάσσουν διαθήκη». Κατά το εδ. β΄ του ίδιου άρθρου, η ανικανότητα του προηγούμενου εδαφίου «αρχίζει από τη στιγμή που υποβλήθηκε η αίτηση ή συντάχθηκε η πράξη για την αυτεπάγγελτη εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση».
Το άρθρο 1720 εδ. α΄ ορίζει, ότι «αν ο συμπαραστατούμενος, από τον οποίο αφαιρέθηκε (ή έχει αφαιρεθεί) ρητά η ικανότητα να συντάσσει διαθήκη, συνέταξε διαθήκη προτού καταστεί τελεσίδικη η απόφαση που τον υπέβαλε στη δικαστική συμπαράσταση, η μεταγενέστερη τελεσιδικία της απόφασης δεν επιδρά στο κύρος της διαθήκης, αν ο διαθέτης πεθάνει πριν από την τελεσιδικία». Κατά το εδ. β’ δε του ίδιου άρθρου, το ίδιο ισχύει «αν το πρόσωπο του προηγούμενου εδαφίου συνέταξε διαθήκη μετά την υποβολή της αίτησης για άρση της δικαστικής συμπαράστασης … και η άρση έγινε σύμφωνα με την αίτηση».

β. Ερμηνευτικά ζητήματα
Στη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων (γραμματική ερμηνεία) εντοπίζεται μια αναντιστοιχία στο ότι η δεύτερη (ΑΚ 1720) αναφέρεται μόνο στην ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης που ρητά επιτάσσει η απόφαση περί υποβολής προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, ενώ η πρώτη διάταξη (ΑΚ 1719) αναφέρεται στην ίδια ανικανότητα που προκαλείται είτε από τον ίδιο ως άνω λόγο είτε από τη θέση προσώπου σε πλήρη στερητική συμπαράσταση. Ανακύπτει έτσι το ζήτημα, αν ο νομοθέτης θέλησε όντως με τη δεύτερη διάταξη να αποκλείσει από το ρυθμιστικό της πεδίο (τελεσιδικία ως όρος για αναδρομική ενεργοποίηση της ανικανότητας) την ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης του ευρισκόμενου σε πλήρη στερητική συμπαράσταση, όπως αφήνει την εντύπωση η γραμματική ερμηνεία ή την παρέλειψε εκ παραδρομής (μη ηθελημένη αβλεψία), οπότε επιβάλλεται να διέλθει η αναζήτηση του αληθούς νοήματος της διάταξης και από τα λοιπά ερμηνευτικά στάδια, κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, στην παρ. 4.
Περαιτέρω, η διατύπωση του εδ. β’ του άρθρου 1720 δεν καταλαμβάνει φραστικά την περίπτωση που ο διαθέτης αποβίωσε πριν την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως για άρση της συμπαραστάσεως, ώστε ανακύπτει το ζήτημα, αν όντως η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της ανωτέρω διατάξεως (όπως θα προέκυπτε από τη γραμματική ερμηνεία) ή επιβάλλεται μετάβαση σε περαιτέρω ερμηνευτικά στάδια, εφόσον θεωρηθεί ότι ο νομοθέτης εκφράστηκε ατελώς.

γ. Ερμηνευτική προσέγγιση της νομοθετικής ρύθμισης
 Α. Εφόσον αποδειχθεί ο ισχυρισμός των εδώ (απόφαση 4771) εκκαλούντων ότι ουδέποτε τελεσιδίκησε η απόφαση 3168, ευχερώς συνάγεται -με το σκεπτικό που ακολουθεί- ότι αυτή δεν επέδρασε στο κύρος της διαθήκης από  22-7-2015. Ειδικότερα:
i) Η διαπίστωση -κατά τη γραμματική ερμηνεία ενός κανόνα δικαίου- ότι αυτός φαίνεται να αφήνει ορισμένη περίπτωση αρρύθμιστη (νομοθετικό κενό), οδηγεί είτε στον εξ αντιδιαστολής αποκλεισμό αυτής από το ρυθμιστικό του πεδίο είτε, αντίθετα, στην κατ’ αναλογία επέκταση της εφαρμογής του και σ’ αυτήν, με κριτήριο την εκάστοτε αποχρώσα διαφορά ή, αντιστοίχως, ομοιότητα της αρρύθμιστης περιπτώσεως με τη ρυθμισμένη. Αντιδιαστολή προσήκει εφόσον διαπιστωθεί ότι οι δύο περιπτώσεις διαφέρουν περισσότερο από ό,τι ομοιάζουν, αναλογία δε επιβάλλεται όταν αυτές εμφανίζουν σημαντική ομοιότητα και οι διαφορές ελλείπουν ή είναι επουσιώδεις. Προς διαπίστωση  του ενός ή του άλλου ενδεχομένου καταφεύγει ο εφαρμοστής του δικαίου και στις κατάλληλες ερμηνευτικές μεθόδους που αναφέρθηκαν ανωτέρω (παρ. 3).
ii) Εν προκειμένω, τόσο η συστημική (συνδυασμός με το άρθρο ΑΚ 1719 εδ. α’ αρ. 2 και εδ. β’) όσο και η τελολογική ερμηνεία της εδώ κρίσιμης  διατάξεως του άρθρου ΑΚ 1720 εδ. α’ δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η παράλειψη μνείας σε αυτήν και της περιπτώσεως της πλήρους στερητικής συμπαραστάσεως δεν υπήρξε συνειδητή (ηθελημένη) επιλογή του νομοθέτη, αλλά οφείλεται προδήλως σε αβλεψία του (νομοθετικό κενό) . Τούτο δε διότι το συνδυαστικά ερμηνευόμενο και εφαρμοζόμενο άρθρο 1719 μνημονεύει και αυτήν ρητά, ο δε σκοπός του συνδυασμού αμφοτέρων των διατάξεων είναι κοινός και έγκειται στη διάσωση του κύρους διαθήκης -που άλλως θα ήταν άκυρη ως συνταχθείσα από πρόσωπο ανίκανο προς σύνταξή της- όταν ο διαθέτης προαποβιώσει της τελεσιδικίας της αποφάσεως που υπήρξε αιτία της ανικανότητας αυτής. Και τέτοια αιτία συνιστά τόσο η απόφαση που θέτοντας τον πάσχοντα σε μερική στερητική συμπαράσταση εμπεριέχει ρητή αφαίρεση της ικανότητας για σύνταξη διαθήκης, (περίπτωση που μνημονεύεται στην ερμηνευόμενη διατάξη), όσο βέβαια -εξ ορισμού μάλιστα πολλώ μάλλον- και η απόφαση που θέτοντας αυτόν υπό πλήρη στερητική συμπαράσταση (μη μνημονευόμενη περίπτωση) τον καθιστά έτσι πλήρως ανίκανο για οποιαδήποτε δικαιοπραξία, άρα και για σύνταξη διαθήκης.
iii) Το ερμηνευτικό επιχείρημα «κατά μείζονα λόγο» προστίθεται έτσι στη συστημική και την τελολογική ερμηνεία (ανωτέρω) που αναδεικνύουν την αποχρώσα ομοιότητα της εξεταζόμενης (και φαινομενικά αρρύθμιστης) περιπτώσεως με τη ρητά ρυθμισμένη τοιαύτη, και ταυτόχρονα την απουσία οποιασδήποτε μεταξύ τους διαφοράς, ώστε η αντιδιαστολή αποκλείεται, επιβαλλομένης για την ταυτότητα του νομικού λόγου (δηλαδή κατ’ αναλογία) της εφαρμογής του ατελώς διατυπωθέντος άρθρου 1720 ΑΚ σε αμφότερες τις αναφερόμενες στο άρθρο 1719 περιπτώσεις ανικανότητας για σύνταξη διαθήκης. Στο ίδιο πόρισμα, αν και βραχυλογικά, καταλήγουν επίσης οι συγγραφείς, ως μάλλον αυτονόητο , ενισχύεται δε αυτό και με επίκληση της αρχής περί ευνοϊκής για τη διαθήκη (υπέρ του κύρους της) ερμηνεία, για την οποία βλ. ανωτέρω (παρ. 3γ).
Β. Εφόσον τεθεί ως αφετηρία η παραδοχή, ότι η συμπαράσταση στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1667 ΑΚ (σωματική αναπηρία) συνιστά aliud κι όχι απλώς έλασσον σε σχέση με τις λοιπές μορφές αυτής, ιδίως δε σε σχέση με την στερητική συμπαράσταση , επιβάλλεται να δεχθούμε ως προς αυτήν -με ερμηνευτική διαστολή του εδ. β’ του άρθρου 1720-  ότι διασώζεται σε κάθε περίπτωση το κύρος της διαθήκης, εφόσον προηγηθεί του θανάτου του διαθέτη η αίτηση αυτού για άρση της συμπαραστάσεώς του. Τούτο δε, διότι η τεκμαιρόμενη -ακόμη και κατά τη διάρκεια της συμπαραστάσεως- ικανότητα αυτοδιαθέσεως του πάσχοντος μόνο από σωματική αναπηρία , καθιστά την αναμονή δικαστικής επιβεβαιώσεως του ούτως ή άλλως τεκμαιρομένου μη ανεκτό φορμαλισμό που θα φαλκίδευε ανεπίτρεπτα (Σ 2.1) την προσωπικότητα και την ανθρώπινη αξία του (βλ. παρ. 4δ), ερχόμενη σε αντίθεση και με την αρχή της εύνοιας προς το κύρος της διαθήκης .

5. Πορίσματα
    5.1. Η απόφαση 3168 είναι ανυπόστατη, καθώς έκρινε επί ζητήματος για το οποίο δεν υπήρξε αίτημα και πάντως «επιδίκασε» πλέον του αιτηθέντος, θέτοντας τον Θ.Σ. υπό καθεστώς πλήρους στερητικής συμπαραστάσεως, αντί της μερικής επικουρικής τοιαύτης που κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου αιτήθηκε ο Θ.Σ. Συνεπώς ουδέν αποτέλεσμα παρήγε η ανωτέρω απόφαση και πάντως, αν θεωρηθεί εν μέρει ανυπόστατη, έθεσε τον Θ.Σ. σε καθεστώς μερικής επικουρικής συμπαραστάσεως.
5.2. Επί των λοιπών ερωτημάτων, η προσέγγιση των αναφυόμενων ζητημάτων με περισσότερες της μίας ερμηνευτικές μεθόδους (συστημική, τελολογική, επιχείρημα «κατά μείζονα λόγο», διδάγματα της κοινής πείρας κλπ) και η συνεκτίμηση της αρχής για ερμηνεία ευνοϊκή προς τη διαθήκη (για διάσωση του κύρους της) συγκλίνουν στις παραδοχές ότι:
•    η τελεσιδικία της αποφάσεως για δικαστική συμπαράσταση είναι όρος για επέλευση της ανικανότητας του συμπαραστατούμενου προς σύνταξη διαθήκης σε αμφότερες τις περιπτώσεις του άρθρου 1719 εδ. α’ αρ. 2, δηλαδή και επί πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαραστάσεως, και
•    η ρύθμιση του άρθρου 1720 εδ. β’ καταλαμβάνει επίσης την περίπτωση θανάτου του συμπαραστατούμενου μετά την υποβολή αιτήσεως για άρση της συμπαράστασης και πριν την έκδοση αποφάσεως επ’ αυτής, όταν πρόκειται για συμπαράσταση του άρθρου 1667 παρ. 2, δηλαδή για πάσχοντα αποκλειστικά από σωματική αναπηρία που υπέβαλε ο ίδιος την αίτηση δικαστικής συμπαραστάσεώς του και την αίτηση για την άρση αυτής.
5.3. Συνεπώς η διαθήκη του Θ.Σ. με ημερομηνία 22-7-2015 είναι έγκυρη με πολλαπλή και επάλληλη θεμελίωση:
•    Η απόφαση 3168 δεν παρήγε αποτέλεσμα, ως ανυπόστατη κατά το άρθρο 313 ΚΠολΔ, στο μέτρο που έθεσε τον Θ.Σ. υπό πλήρη στερητική  συμπαράσταση. Αν θεωρηθεί δε εν μέρει ανυπόστατη, έθεσε τον Θ. Σ. υπό μερική επικουρική συμπαράσταση, που δεν προκαλεί ανικανότητα συντάξεως διαθήκης.
•    Εξάλλου, εφόσον αποδειχθεί ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η απόφαση 3168 δεν τελεσιδίκησε, ακόμη κι αν θεωρηθεί καθόλα υποστατή, δεν προκάλεσε ανικανότητα του Θ.Σ. να συντάξει διαθήκη, καθώς για την επέλευση τέτοιας ανικανότητας απαιτείται τελεσιδικία της αποφάσεως για δικαστική συμπαράσταση .
•    Και πάντως ο θάνατός του Θ.Σ. μετά την υποβολή εκ μέρους του της αιτήσεως για άρση της δικαστικής συμπαραστάσεως διέσωσε το κύρος της κρίσιμης διαθήκης με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1720 ΑΚ, ορθά ερμηνευόμενο ως ανωτέρω.

ΚΠ

Digesta OnLine 2020

ν. 2472/1997 άρθρα 11.1 & 12.2, ν. 2068/1992, ν. 3758/2009

 Για να ανοίξετε την απόφαση και το σχόλιο σε μορφή pdf πατήστε εδώ


Νομιμότητα της διαβίβασης από Τράπεζα προσωπικών δεδομένων πελάτη της σε εισπρακτική εταιρεία


Αρκεί το γεγονός ότι η δανείστρια Τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, κατά το χρόνο συλλογής τους βάσει περιληφθέντων όρων στη σχετική σύμβαση είχε ενημερώσει τον οφειλέτη ότι τα προσωπικά του δεδομένα θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας κατ' εντολή και για λογαριασμό της και εταιρίες εισπράξεως απαιτήσεων - ενημέρωσης οφειλετών, ως αποδέκτες των δεδομένων και συνεπώς δεν όφειλε να ενημερώσει ειδικώς τον οφειλέτη για τη διαβίβαση αυτών των δεδομένων του σε τέτοιες εταιρίες (αντίθ. μειοψηφία).


πλειοψΟλομΑΠ 3/2020
(Σύνθεση: Ι. Τσαλαγανίδης, Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Α. Αλειφεροπούλου και Ειρήνη Καλού, Αντιπροέδροι του Αρείου Πάγου, Α. Μαγιάκου, Α. Κοκκοβού, Δ. Μπιτζούνη, Α. Τζαβάρα, Θ. Γκατζογιάννης - Εισηγητής, Μ. Χατζηγεωργίου, Α. Παπαδιά, Ε. Ερωτοκρίτου, Γ. Κουτσοκώστας, Λ. Μόρφης, Ε. Φραγκάκη, Λ. Καρέλος, Α. Γκάμαρη, Ζ. Στράτα, Π. Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Σ. Δαρέλλης, Ό. Σχετάκη - Μπονάτου, Θ. Μαντούβαλος, Γ. Κόκκορης, Π. Ακάσογλου, Ε. Τσιρακίδου, Κ. Πανά, Ν. Βεργιτσάκης και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3455/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3937/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 30-3-2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 171/2019 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια το αναφερόμενο στο σκεπτικό και στο μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναίρεσης ζήτημα ως προς όλα τα μέρη αυτού και δη εάν η δανείστρια Τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, γενομένης στο πλαίσιο μιας συμβάσεως, οφείλει να ενημερώνει ειδικώς τον οφειλέτη για τη διάθεση αυτών των δεδομένων του στην εκάστοτε συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών ή αρκεί, κατά νόμο, το γεγονός ότι η Τράπεζα κατά το χρόνο της συλλογής των δεδομένων, βάσει περιληφθέντων όρων στη σχετική σύμβαση, είχε ενημερώσει τον οφειλέτη ότι τα προσωπικά του δεδομένα, θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια (Τράπεζα) ή και από εκείνους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της, ως αποδέκτες των δεδομένων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εταιρίες εισπράξεως απαιτήσεων. Κατόπιν αυτής της απόφασης η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την από 22/5/2019 κλήσης της καλούσας ανώνυμης εταιρείας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας και ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσίβλητος, αφού έλαβαν κατά σειρά το λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους και ζήτησαν ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσίβλητος την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να δεχθεί το δικαστήριο ότι αρκεί, κατά νόμο, το γεγονός ότι η δανείστρια Τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, κατά το χρόνο συλλογής των δεδομένων, βάσει περιληφθέντων όρων στη σχετική σύμβαση, είχε ενημερώσει τον οφειλέτη ότι τα προσωπικά του δεδομένα θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας κατ' εντολή και για λογαριασμό της, ως αποδέκτες των δεδομένων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εταιρίες εισπράξεως απαιτήσεων και (συνακόλουθα) δεν όφειλε να ενημερώσει ειδικώς τον οφειλέτη για τη διάθεση αυτών των δεδομένων του στην εκάστοτε εταιρία ενημέρωσης οφειλετών. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας και στον αυτοπροσώπως παρασταθέντα αναιρεσίβλητο, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 25η Ιουνίου 2020, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο τούτο προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Γ. Κόκκορης και Κ. Πανά, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των δέκα πέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ.2 του Ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του Ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 171/2019 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κρίθηκε βάσιμος με πλειοψηφία μιας ψήφου και γι' αυτό παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 563 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ και 23 παρ. 2 του Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988), ο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της από 30.3.2018 αίτησης για αναίρεση της, 3937/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, έχοντας δικάσει ως Εφετείο. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 2-3-2017 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφανίσθηκε η 3455/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 14-4-2016 αγωγή αυτού για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω αδικοπραξίας, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Ήδη, παραδεκτά με την από 22-5-2019 κλήση της αναιρεσείουσας εισάγεται προς συζήτηση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο παραπεμφθείς σ' αυτή λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση οι πλημμέλειες ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 11 παρ. 1, 2 περ. θ' και η' και 5 του Ν. 2472/1997, έκρινε ότι, υπό τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα ήταν παράνομη και προκάλεσε στον αναιρεσίβλητο ηθική βλάβη. Ειδικότερα, το θέμα, που τίθεται κατά την παραπεμπτική απόφαση, είναι, αν η αναιρεσείουσα Τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, η οποία γίνεται στο πλαίσιο μιας σύμβασης, οφείλει να ενημερώνει ειδικά τον οφειλέτη για τη διάθεση αυτών των δεδομένων του στην εκάστοτε συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, ή αρκεί, κατά νόμο, το γεγονός ότι η Τράπεζα, κατά το χρόνο συλλογής των δεδομένων, βάσει περιληφθέντων όρων στη σχετική σύμβαση, είχε ενημερώσει τον οφειλέτη ότι τα προσωπικά του δεδομένα, θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια (Τράπεζα) ή και από εκείνους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της, ως αποδέκτες των δεδομένων, στους οποίους περιλαμβάνονται οι εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, ο Ν. 2472/1997 "Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28 Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24.10.1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αυτή ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων … β) …, γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) "Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ) …, ζ) "Υπεύθυνος επεξεργασίας", οποιοσδήποτε καθορίζει τον σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) "Εκτελών την επεξεργασία", οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) "Τρίτος" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) "Αποδέκτης", το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο "επεξεργασίας" τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπευθύνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) "Αρχή", η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ` του παρόντος νόμου". Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ) ... (παρ.1). Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας … (παρ.2)". Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ.1). Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων…. β) … γ)… δ) … ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2). Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ.3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: "Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του (παρ. 1). Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας ...(παρ. 3). Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)". Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι : "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) τον σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ.1). Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου… (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ.3). Με το άρθρο 12 παρ.1 αυτού ορίζεται ότι: "Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως", ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ότι "Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες: α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας. Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε' , εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2). Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας… (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι "το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή…". Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη. Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει, κατά την ομόφωνη κρίση των μελών της Ολομέλειας, ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του Ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του Ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του. Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ. ια' του Ν. 2472/1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή. Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του. Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου. Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α' του Ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του "και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του", αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον "τρίτο", όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ' του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη. Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον. Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί. Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έτος 2004 ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη τράπεζα σύμβαση καταναλωτικού δανείου ύψους 30.000,00 ευρώ. Λόγω της οικονομικής κρίσης ο ενάγων άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δόσεων του ως άνω δανείου. Τότε η εναγομένη διαβίβασε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε", τα προσωπικά του στοιχεία και της ανέθεσε την είσπραξη της οφειλής του προς αυτήν (εναγομένη), χωρίς προηγουμένως η τελευταία να τον ενημερώσει με τρόπο πρόσφορο και σαφή ως όφειλε για την διαβίβαση και την επεξεργασία τους από την ως άνω εταιρία ενημέρωσης οφειλετών. Ειδικότερα, διαβίβασε τα στοιχεία του ονόματός του, τον αριθμό του τηλεφώνου της οικίας του και το ύψος της οφειλής του, στην ανωτέρω εταιρία της οποίας οι υπάλληλοι άρχισαν να του τηλεφωνούν καθημερινά σχεδόν στην οικία του, ενημερώνοντάς τον για το ύψος της οφειλής του και την υποχρέωσή του για την καταβολή της οφειλής του προς την εναγομένη. Η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι κατά τη συλλογή των ως άνω προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος για τη σύμβαση του δανείου είχε προβεί στη σχετική ενημέρωση αυτού και δη, κατά τη με αρ. ΧΧΧ αίτηση που υπέβαλε και υπέγραψε ο ενάγων προκειμένου να του χορηγηθεί το ανωτέρω δάνειο, στον τίτλο "Ενημέρωση υποκείμενων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (βάσει του Ν. 2472/1997 σε συνδ. με την υπ' αριθμ. 1/1999 κανονιστική πράξη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα), αναγράφεται ότι "Η Τ AE, έχει ενημερώσει τα φυσικά πρόσωπα που υπογράφουν την παρούσα αίτηση, ότι τα προσωπικά τους δεδομένα που περιλαμβάνονται στην αίτηση αυτή, καθώς και άλλα προσωπικά τους δεδομένα που η Τράπεζα έχει τυχόν συλλέξει με τη συνδρομή τους ή θα δημιουργηθούν μετά την έγκριση του δανείου θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την Τράπεζα ή και από τρίτους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της". Στη συνέχεια αναφέρεται στην ανωτέρω αίτηση ότι αποδέκτες των δεδομένων είναι και εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι και δικαστικοί επιμελητές στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους". Στη συνέχεια η ανωτέρω αίτηση αναγράφει ότι "τα υποκείμενα των δεδομένων έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας καθώς και να προβάλλουν οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που τα αφορούν". Ισχυρίζεται λοιπόν η εναγομένη ότι ο ενάγων της είχε δώσει τη ρητή και ανεπιφύλακτη εξουσιοδότηση να τηρεί σε ηλεκτρονικό ή μη αρχείο και να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δηλώθηκαν στην Τράπεζα με την υποβολή της αίτησης για την χορήγηση του δανείου, τα οποία μπορούν να γνωστοποιούνται προς χρήση από συνεργαζόμενα με την Τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως και δεδομένα που προκύπτουν από τη λειτουργία της παρούσας σύμβασης. Το κείμενο όμως αυτό της προσκομιζόμενης ως άνω σύμβασης, της οποίας το περιεχόμενο είναι σαφές και αναμφίβολο, ουδόλως αποδεικνύεται από την εναγομένη - που έχει το βάρος απόδειξης- ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για το σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11 παρ. 1 β, γ. Η εναγομένη εξάλλου δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε, ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβασή τους στην ως άνω εταιρία. Για την ορθή και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση του ενάγοντος από την εναγομένη τράπεζα και τη συγκατάθεση του πρώτου για την επεξεργασία και διαβίβαση σε τρίτους των προσωπικών του στοιχείων, η εναγομένη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να τον ενημερώσει ειδικώς για την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα κλπ), στην οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος και η οποία θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του, γεγονός που δεν απεδείχθη ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση. Άλλωστε, ως "συγκατάθεση" υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν, οι δε τυποποιημένοι σχετικά όροι που απαντώνται σε κάθε σύμβαση και δεν αποτελούν προϊόν διαπραγμάτευσης αλλά προσχώρησης του καταναλωτή ώστε το εκάστοτε αίτημά του για λήψη πίστωσης να τύχει έγκρισης από την τράπεζα, δεν αρκεί προς θεμελίωση της συγκατάθεσης υπό την ανωτέρω έννοια. Εξάλλου, εν προκειμένω, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί επιτρεπτής επεξεργασίας των δεδομένων του ενάγοντος χωρίς τη συγκατάθεσή του, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον, ο ενάγων θεμελιώνει την παράνομη επεξεργασία σε παράλειψη ενημέρωσής του εκ μέρους της εναγομένης και όχι σε έλλειψη συγκατάθεσής του. ….Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης (δια των προστηθέντων οργάνων της) προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σ' αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανά της, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση) των προσωπικών δεδομένων του, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης. Ενόψει δε του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ (που είναι το ελάχιστο ποσό κατά τον ως άνω νόμο, ήτοι το ισόποσο των 2.000.000 δραχμών), του πέραν αυτού αιτουμένου ποσού απορριπτομένου ως υπερβολικού". Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: α) η αναιρεσείουσα δανείστρια Τράπεζα, κατά την κατάρτιση της μεταξύ αυτής και του δανειολήπτη αναιρεσίβλητου σύμβασης δανείου, συνέλεξε από τον ίδιο, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, όπως τα στοιχεία του ονόματός του και τον αριθμό τηλεφώνου της οικίας του, καθώς, ακολούθως, και της εξέλιξης του ύψους της εκ του δανείου οφειλής, καθόσον το δάνειο δεν είχε ομαλή εξέλιξη, λόγω μη καταβολής από το δανειολήπτη αναιρεσίβλητο οφειλόμενων δόσεων του δανείου, β) η αναιρεσείουσα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν το δανειολήπτη αναιρεσίβλητο, διαβίβασε τα ως άνω προσωπικά δεδομένα του τελευταίου, και την επεξεργασία τους, στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "E", εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, για να χρησιμοποιήσει αυτά στην ενημέρωση του αναιρεσίβλητου για την οφειλή του και την υπενθύμιση της υποχρέωσης καταβολής αυτής στην αναιρεσείουσα, γ) η διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, έγινε χωρίς η αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας αυτών, να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο, υποκείμενο των δεδομένων, ότι η συγκεκριμένη εταιρεία θα είναι αποδέκτης των προσωπικών του δεδομένων, δ) με την υποβληθείσα για τη χορήγηση του δανείου αίτηση, που ο αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε και υπέγραψε, και υπό τον τίτλο "Ενημέρωση υποκειμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", αναγράφεται, εκτός των άλλων, ότι, η αναιρεσείουσα, έχει ενημερώσει τα φυσικά πρόσωπα που υπογράφουν την αίτηση, ότι τα προσωπικά τους δεδομένα που αυτή έχει συλλέξει, θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια ή από τρίτους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της, καθώς και ότι αποδέκτες των προσωπικών τους δεδομένων, είναι μεταξύ άλλων, και "εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων".
Κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, η ενημέρωση του υποκειμένου προσωπικών δεδομένων στην κρινόμενη υπόθεση αναιρεσίβλητου, από την υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, αναιρεσείουσα, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη σχετική αναγραφή στο έντυπο της αίτησης χορήγησης του δανείου, ότι αποδέκτες των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου δανειολήπτη, τα οποία αφορούν την είσπραξη των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με τη σύμβαση δανείου, είναι, εκτός των άλλων, και οι εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων, πληροί την απαιτούμενη, κατά τα γενόμενα δεκτά, ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για τους αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων που συνελέγησαν κατά τη χορήγηση της πίστωσης και συνεπώς η ενέργεια αυτή της αναιρεσείουσας δεν συνιστούσε παραβίαση των ρυθμίσεων του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ' Ν. 2472/1997. Τούτο διότι, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε", στην οποία διαβιβάστηκαν τα δεδομένα, ως εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, υπάγεται στην ευρύτερη κατηγορία αποδεκτών "εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων" λαμβάνονας υπόψη αφενός μεν ότι εταιρείες με τέτοιο αντικείμενο δραστηριοτήτος θεσπίσθηκαν το πρώτον με το Ν. 3578/2009, δηλαδή πολύ μετά την κατάρτιση της συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων, αφετέρου δε το γεγονός ότι σαφώς, η δραστηριότητα της ως άνω εταιρείας αποτελεί μέρος της δραστηριότητας των "εταιρειών είσπραξης απαιτήσεων", οι οποίες, πέραν του σκοπού της ενημέρωσης των οφειλετών για το χρέος, είχαν σκοπό και την είσπραξη των απαιτήσεων. Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση και έκρινε ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα, όφειλε, εκτός από την πραγματοποιηθείσα κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου, να προβεί σε ενημέρωση αυτού για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, κατά το χρόνο διαβίβασης αυτών στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, καταλήγοντας με το πόρισμά της ότι συνεπεία της παράλειψης αυτής της ενημέρωσης, παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 2472/1997, η οποία (παραβίαση) και εν συνεχεία χρήση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτού, προκάλεσε σ' αυτόν ηθική βλάβη και θεμελίωσε την αξίωσή του για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο παραπεμφθείς στην Τακτική Ολομέλεια πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη, όμως, δέκα μελών αυτού, και ειδικότερα της Αντιπροέδρου Αλτάνας Κοκκοβού και Αγγελικής Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γρηγορίου Κουτσοκώστα, Πηνελόπης Παρτσαλίδου Κομνηνού, Στυλιανού Δαρέλλη, Πελαγίας Ακάσογλου, Ελισάβετ Τσιρακίδου και Νικολάου Βεργιτσάκη, Αρεοπαγιτών, η γενόμενη, ως άνω, κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων, με την αίτηση δανειοδότησης, ενημέρωση του αναιρεσίβλητου, υποκειμένου των δεδομένων, δεν πληροί την εκ του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997 υποχρέωση ενημέρωσης από την αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του αναιρεσίβλητου, υποκειμένου αυτών των δεδομένων, για τους αποδέκτες των δεδομένων του, καθόσον η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο ειδικά για την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών στην οποία θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά του δεδομένα, δηλαδή για τη διαβίβασή τους στην εταιρεία "E", η οποία και θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του. Υπό τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αποδειχθέντα, δεν υπήρξε ενημέρωση του αναιρεσίβλητου για την εταιρεία αυτή ως αποδέκτη των προσωπικών του δεδομένων. Με την αίτηση που συμπλήρωσε και υπέγραψε ο αναιρεσίβλητος κατά την κατάρτιση της σύμβασης δανείου, η αναιρεσείουσα φέρεται να τον ενημερώνει για τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του, ήτοι "εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι και δικαστικοί επιμελητές στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους". Όμως, η ανώνυμη εταιρεία "E", δεν υπάγεται σε κάποια από τις κατηγορίες αυτές και ειδικότερα στην κατηγορία των "εταιριών είσπραξης απαιτήσεων", αλλά, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αποτελεί εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών. Από τη μορφή της εταιρείας αυτής, προκύπτει ότι συστάθηκε και λειτουργεί με βάση τις ρυθμίσεις του Ν. 3758/2009, καθώς και ότι δεν μπορεί να έχει ως σκοπό την είσπραξη απαιτήσεων, αφού αυτή απαγορεύεται ρητά από το άρθρο 4 παρ. 3 του άνω νόμου. Έτσι, δεν υπάγεται στην κατηγορία αποδεκτών στους οποίους αναφέρεται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ενημέρωση. Άλλωστε, κατά τον επικαλούμενο χρόνο πραγματοποίησης της ενημέρωσης του αναιρεσίβλητου για τους αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων, δεν ίσχυε ο Ν. 3758/2009, με τον οποίο προβλέφθηκε και ρυθμίστηκε η λειτουργία των εταιρειών ενημέρωσης οφειλετών, και συνεπώς, δεν υπήρχε αυτή η κατηγορία αποδεκτών, στην οποία εντάσσεται η ως άνω εταιρεία και στην οποία η αναιρεσείουσα κοινοποίησε τα προσωπικά δεδομένα του αναιρεσίβλητου, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπήρξε η απαιτούμενη ενημέρωση.
Συνεπώς, έπρεπε η αναιρεσείουσα, πριν από τη μεταβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου στην εταιρεία αυτή, να τον ενημερώσει ότι η συγκεκριμένη εταιρεία θα είναι αποδέκτης των δεδομένων του. Έτσι, η ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας, απολήγουν σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης του δικάσαντος κατ' έφεση Δικαστηρίου, ήτοι στη μη ενημέρωση του αναιρεσίβλητου για την εταιρεία "EUROBANK REMEDIAL SERVICES", ως αποδέκτη των δεδομένων του και συνεπώς παράβασης του Ν. 2472/1997 από την αναιρεσείουσα, η οποία (παράβαση) θεμελιώνει το παράνομο της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων και την πρόκληση εξ αυτού ηθικής βλάβης στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, κατά την άποψη της μειοψηφίας του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από τη διαφορετική, εσφαλμένη, αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία στηρίζεται η μη ενημέρωση του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ'του Ν. 2472/1997 και θα έπρεπε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

Συνακόλουθα τούτων και μετά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επανεκδίκαση της υπόθεσης από το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ειδικότερα, με την 3455/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η αγωγή απορρίφθηκε, με την αιτιολογία ότι είχε υπάρξει ενημέρωση του ενάγοντος-υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών "Ε" και συνεπώς δεν υπήρξε παραβίαση της αναιρεσείουσας αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσιβλήτου. Μετά την αναίρεση της 3937/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έκρινε αντίθετα, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα αυτή απόφαση και συνεπώς, αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ήτοι η έφεση, αφού η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.
Συνεπώς, στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στην προκείμενη περίπτωση, δεσμευόμενο από την παρούσα απόφαση, αναφορικά με το γενόμενο δεκτό λόγο αναίρεσης, υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασής του, με βάση την έκταση της αναίρεσης, ως προς την απόρριψη της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε ορθά και δεν υπάρχει έδαφος για εξέταση των λοιπών λόγων έφεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο προκειμένου να δικαστεί η από 2-3-2007 έφεση του ενάγοντος, να απορριφθεί δε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης και της επί της εφέσεως δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3937/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 2-3-2017 εφέσεως του αναιρεσίβλητου κατά της 3455/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2020.

Σχόλιο


Ι. Με την υπ’ αριθμ. 3/2020 Απόφασή της, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αναίρεσε την υπ’ αριθμ. 3937/2018 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (δικάζοντος κατ’ έφεση), λόγω παραβίασης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα στις διατάξεις του ν. 2472/1997 που προβλέπουν την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων για τη διαβίβαση αυτών από τον υπεύθυνο επεξεργασίας σε εκτελούντες δια λογαριασμό του την επεξεργασία και σε τρίτους αποδέκτες (άρθρα 11, 12 ν. 2472/1997).
Ειδικότερα, η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε την καταβολή αποζημίωσης και τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων από την αναιρεσείουσα, λόγω παράλειψης ενημέρωσής του εκ μέρους της για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων στη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3455/2016 Απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή, με την αιτιολογία ότι είχε υπάρξει επαρκής ενημέρωση του ενάγοντος-υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για τη διαβίβασή τους στην εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών "E", καθώς στην υποβληθείσα για τη χορήγηση του δανείου αίτηση, που ο αναιρεσίβλητος συμπλήρωσε και υπέγραψε, υπό τον τίτλο "Ενημέρωση υποκειμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", αναγράφεται, εκτός των άλλων, ότι, η αναιρεσείουσα, έχει ενημερώσει τα φυσικά πρόσωπα που υπογράφουν την αίτηση, ότι τα προσωπικά τους δεδομένα που αυτή έχει συλλέξει, θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια ή από τρίτους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της, καθώς και ότι αποδέκτες των προσωπικών τους δεδομένων, είναι μεταξύ άλλων, και "εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων". Συνεπώς, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, δεν υπήρξε παραβίαση της αναιρεσείουσας αναφορικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από τον αναιρεσίβλητο, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3937/2018 Απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση στον αναιρεσίβλητο, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε ενημερώσει τον τελευταίο κατά τρόπο σαφή για το σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και ειδικά για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 11 παρ. 1 β, γ του Ν. 2472/1997, καθώς, «η εναγόμενη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να τον ενημερώσει ειδικώς για την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα κλπ), στην οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος και η οποία θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του, γεγονός που δεν απεδείχθη ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση».
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε στη συνέχεια η αναιρεσείουσα κατά της ανωτέρω αποφάσεως, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 171/2019 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κρίνει αν η αναιρεσείουσα Τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, η οποία γίνεται στο πλαίσιο μιας σύμβασης, οφείλει να ενημερώνει ειδικά τον οφειλέτη για τη διάθεση αυτών των δεδομένων του στην εκάστοτε συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, ή αρκεί, κατά νόμο, το γεγονός ότι η Τράπεζα, κατά το χρόνο συλλογής των δεδομένων, βάσει περιληφθέντων όρων στη σχετική σύμβαση, είχε ενημερώσει τον οφειλέτη ότι τα προσωπικά του δεδομένα, θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια (Τράπεζα) ή και από εκείνους που εκτελούν την επεξεργασία κατ' εντολή και για λογαριασμό της, ως αποδέκτες των δεδομένων, στους οποίους περιλαμβάνονται οι εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε να δεχθεί το δικαστήριο ότι αρκεί, κατά νόμο, το γεγονός ότι η δανείστρια Τράπεζα, ως υπεύθυνη επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, κατά το χρόνο συλλογής των δεδομένων, βάσει περιληφθέντων όρων στη σχετική σύμβαση, είχε ενημερώσει τον οφειλέτη ότι τα προσωπικά του δεδομένα θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας κατ' εντολή και για λογαριασμό της από αποδέκτες των δεδομένων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εταιρίες εισπράξεως απαιτήσεων και (συνακόλουθα) δεν όφειλε να ενημερώσει ειδικώς τον οφειλέτη για τη διάθεση αυτών των δεδομένων του στην εκάστοτε συγκεκριμένη εταιρία ενημέρωσης οφειλετών.
Με βάση τις διατάξεις του ν. 2472/1997, προεχόντως δε του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ' του νόμου αυτού, κατά το οποίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, είτε, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, η σχολιαζόμενη απόφαση έκρινε κατά πλειοψηφία ότι: «η ενημέρωση του υποκειμένου προσωπικών δεδομένων στην κρινόμενη υπόθεση (αναιρεσίβλητου) από την υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων (αναιρεσείουσα), η οποία πραγματοποιήθηκε με τη σχετική αναγραφή στο έντυπο της αίτησης χορήγησης του δανείου, ότι αποδέκτες των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου δανειολήπτη, τα οποία αφορούν την είσπραξη των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με τη σύμβαση δανείου, είναι, εκτός των άλλων, και οι εταιρείες είσπραξης απαιτήσεων, πληροί την απαιτούμενη, κατά τα γενόμενα δεκτά, ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για τους αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων που συνελέγησαν κατά τη χορήγηση της πίστωσης και συνεπώς η ενέργεια αυτή της αναιρεσείουσας δεν συνιστούσε παραβίαση των ρυθμίσεων του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ' Ν. 2472/1997. Τούτο διότι, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "E", στην οποία διαβιβάστηκαν τα δεδομένα, ως εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, υπάγεται στην ευρύτερη κατηγορία αποδεκτών "εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων" λαμβάνονας υπόψη αφενός μεν ότι εταιρείες με τέτοιο αντικείμενο δραστηριότητος θεσπίσθηκαν το πρώτον με το ν. 3578/2009, δηλαδή πολύ μετά την κατάρτιση της συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων, αφετέρου δε το γεγονός ότι σαφώς, η δραστηριότητα της ως άνω εταιρείας αποτελεί μέρος της δραστηριότητας των "εταιρειών είσπραξης απαιτήσεων", οι οποίες, πέραν του σκοπού της ενημέρωσης των οφειλετών για το χρέος, είχαν σκοπό και την είσπραξη των απαιτήσεων.»
Σύμφωνα μάλιστα με το Δικαστήριο: «Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου. Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3 περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας. Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε "κατηγορίες αποδεκτών", στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β' του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και "οι κατηγορίες των αποδεκτών" των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.»
Σύμφωνα, ωστόσο, με τη μειοψηφία 10 μελών της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου: «η γενόμενη, ως άνω, κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων, με την αίτηση δανειοδότησης, ενημέρωση του αναιρεσίβλητου, υποκειμένου των δεδομένων, δεν πληροί την εκ του άρθρου 11 του Ν. 2472/1997 υποχρέωση ενημέρωσης από την αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, του αναιρεσίβλητου, υποκειμένου αυτών των δεδομένων, για τους αποδέκτες των δεδομένων του, καθόσον η αναιρεσείουσα ήταν υποχρεωμένη να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο ειδικά για την εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών στην οποία θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά του δεδομένα, δηλαδή για τη διαβίβασή τους στην εταιρεία "E", η οποία και θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του. […..] Με την αίτηση που συμπλήρωσε και υπέγραψε ο αναιρεσίβλητος κατά την κατάρτιση της σύμβασης δανείου, η αναιρεσείουσα φέρεται να τον ενημερώνει για τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του, ήτοι "εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι και δικαστικοί επιμελητές στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους". Όμως, η ανώνυμη εταιρεία "E", δεν υπάγεται σε κάποια από τις κατηγορίες αυτές και ειδικότερα στην κατηγορία των "εταιριών είσπραξης απαιτήσεων", αλλά, κατά τις παραδοχές της απόφασης, αποτελεί εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών. Έτσι, δεν υπάγεται στην κατηγορία αποδεκτών στους οποίους αναφέρεται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ενημέρωση. Άλλωστε, κατά τον επικαλούμενο χρόνο πραγματοποίησης της ενημέρωσης του αναιρεσίβλητου για τους αποδέκτες των προσωπικών του δεδομένων, δεν ίσχυε ο ν. 3758/2009, με τον οποίο προβλέφθηκε και ρυθμίστηκε η λειτουργία των εταιρειών ενημέρωσης οφειλετών, και συνεπώς, δεν υπήρχε αυτή η κατηγορία αποδεκτών, στην οποία εντάσσεται η ως άνω εταιρεία. […..] Συνεπώς, κατά τη μειοψηφία, έπρεπε η αναιρεσείουσα, πριν από τη μεταβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αναιρεσίβλητου στην εταιρεία αυτή, να τον ενημερώσει ότι η συγκεκριμένη εταιρεία θα είναι αποδέκτης των δεδομένων του.».
ΙΙ. Η σχολιαζόμενη απόφαση αποτελεί σημαντική νομολογιακή εξέλιξη που έρχεται πάντως σε σύγκρουση με την έως σήμερα τοποθέτηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (εφεξής, ΑΠΔΠΧ) επί της ειδικής ατομικής ενημέρωσης του οφειλέτη για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων στην εκάστοτε συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, όπως αυτή είχε διατυπωθεί με την υπ’ αριθμ. 98/2017 απόφαση της ΑΠΔΠΧ.
Η ΑΠΔΠΧ, πριν από απόφαση 98/2017, ειδικά ως προς το ζήτηµα της ενηµέρωσης των υποκειµένων για την ανακοίνωση των δεδοµένων τους σε εταιρείες ενηµέρωσης οφειλετών (άρθρο 11 του ν. 2472/1997 σε συνδυασµό µε άρθρο 4 παρ. 4 εδ. α΄ του ν. 3758/2009), είχε κρίνει σύμφωνα με τις υπ’ αριθµ. πρωτ. Γ/ΕΞ/4744/12-07-2013 Συστάσεις σε Τράπεζες ότι  « … η ενηµέρωση αυτή µπορεί να πραγµατοποιείται εναλλακτικά: α) Κατά την σύναψη της σύµβασης µε τον πελάτη, με σαφή και ακριβή όρο ενημέρωσής του ότι ο δανειστής έχει δικαίωµα µε βάση το ν. 3758/2009, σε περίπτωση που η οφειλή καταστεί ληξιπρόθεσµη, να ανακοινώσει τα δεδοµένα του πελάτη σε εταιρεία ενηµέρωσης οφειλετών. Οι δε παλαιοί πελάτες, δηλαδή εκείνοι που υπέγραψαν συµβάσεις µε τους δανειστές πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3758/2009 (05-05- 2009), πρέπει να ενηµερώνονται για την εν λόγω νέα επεξεργασία µε τρόπο πρόσφορο και σαφή, για παράδειγµα µε συστηµένη επιστολή που θα περιλαµβάνει την ανωτέρω πληροφόρηση ή µε ενσωµάτωση της σχετικής πληροφόρησης στα αντίγραφα λογαριασµών και β) Κατά την τελευταία έγγραφη ενηµέρωση του οφειλέτη ότι η οφειλή του κατέστη ληξιπρόθεσµη και ότι, σε περίπτωση µη τακτοποίησης αυτής, τα δεδοµένα του (στοιχεία επικοινωνίας και στοιχεία σχετικά µε την οφειλή) θα ανακοινωθούν σε εταιρία ενηµέρωσης οφειλετών µε σκοπό τη σχετική ενηµέρωσή του σύµφωνα µε το ν. 3758/2009. Στο στάδιο αυτό, προτείνεται να ζητείται από τον οφειλέτη να διατυπώσει τυχόν αντιρρήσεις του σχετικά µε την ακρίβεια των στοιχείων του (ιδίως ύψος της οφειλής και στοιχεία επικοινωνίας) εντός ευλόγου προθεσµίας, έτσι ώστε να πραγµατοποιείται ταυτόχρονα και η επικαιροποίηση των δεδοµένων στο αρχείο που τηρεί ο δανειστής».
Στην απόφαση 98/2017 η ΑΠΔΠΧ, λόγω της πληθώρας των καταγγελιών, υιοθετώντας αυστηρότερη θέση, αφού σημείωσε, όπως και η μειοψηφία της σχολιαζόμενης απόφασης της ΟλομΑΠ, ότι οι «εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών» αποτελούν νέα κατηγορία αποδεκτών, διαφορετική από τις «εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων», έκρινε ότι: «όταν η ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για τη διαβίβαση αυτών στις εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών πραγματοποιείται µε τρόπο γενικό, τυποποιημένο και µη ευκρινή (π.χ. ιδίως αν πρόκειται για προδιατυπωµένο όρο σύμβασης που αναφέρεται γενικά στο «δικαίωμα» του δανειστή να διαθέσει τα δεδομένα του οφειλέτη σε εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών βάσει του ν. 3758/2009), το υποκείμενο των δεδομένων απλώς πληροφορείται για το «ενδεχόμενο» να διατεθούν τα στοιχεία του σε µία ειδική κατηγορία αποδεκτών, σε περίπτωση που οι οφειλές του καταστούν ληξιπρόθεσμες. Ωστόσο, όταν τελικώς ο δανειστής αποφασίζει να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό, δηλαδή να διαθέσει τα στοιχεία του οφειλέτη σε συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών µε σκοπό να διαπραγματευθεί εκείνη για λογαριασμό του δανειστή την αποπληρωμή της οφειλής, το υποκείμενο των δεδομένων δεν ενημερώνεται για την απόφαση αυτή του δανειστή, δηλαδή για την πραγματική διενέργεια της επεξεργασίας (και όχι απλώς για το ενδεχόμενο διενέργειας αυτής) µε όλες τις δυσμενείς συνέπειες που αυτή συνεπάγεται. Ως αποτέλεσμα της ανωτέρω πρακτικής, ήτοι της µη προσήκουσας ενημέρωσης από τους δανειστές, τα υποκείμενα των δεδομένων δεν ενημερώνονται επαρκώς, µε αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να στερούνται εύλογου χρόνου για την έγκαιρη άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης κατά τα άρθρα 12 και 13 του ν. 2472/1997, καθώς και για κάθε άλλη νόμιμη ενέργεια σχετικά µε τον διακανονισμό της οφειλής τους µε τον ίδιο το δανειστή, ώστε να αποφευχθούν ή έστω να περιοριστούν οι δυσμενείς συνέπειες που επιφέρει η διάθεση των δεδομένων τους σε Εταιρείες Ενημέρωσης Οφειλετών. Για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, η Αρχή κρίνει αναγκαίο να γίνεται ειδική ατομική ενημέρωση των οφειλετών για τη διάθεση των δεδομένων τους από τους δανειστές σε Εταιρείες Ενημέρωσης Οφειλετών, δηλαδή ο δανειστής, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, οφείλει να ενημερώνει τους οφειλέτες για τη διάθεση των δεδομένων τους στην εκάστοτε σ υ γ κ ε κ ρ ι µ έ ν η Εταιρεία Ενημέρωσης Οφειλετών, να παρέχει ένα εύλογο διάστημα (π.χ., ενδεικτικά, 10-15 ημερών) π ρ ι ν από τη διάθεση για την άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης και να μεριμνήσει, ώστε η ενημέρωση αυτή να γίνεται µε κάθε πρόσφορο τρόπο, π.χ. µε ενσωμάτωση της σχετικής πληροφόρησης στα αντίγραφα λογαριασμών και σε ευδιάκριτο σημείο αυτών ή µέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες τούτο καθίσταται εφικτό, και ιδίως εφόσον τα σχετικά στοιχεία έχουν χορηγηθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας από τα υποκείμενα των δεδομένων. Αυτονόητο είναι ότι ο δανειστής, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, οφείλει να ενημερώνει εκ νέου, σύμφωνα µε τα παραπάνω, κάθε φορά που τα στοιχεία των οφειλετών του διατίθενται σε διαφορετική Εταιρεία Ενημέρωσης Οφειλετών.».
ΙΙΙ. Επισημαίνουμε ότι η ΑΠΔΠΧ, ως Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή κατά το άρθρο 9Α του Συντάγματος, ασκούσα την εποπτεία της εφαρμογής των διατάξεων του ΓΚΠΔ και άλλων ρυθμίσεων που αφορούν στην προστασία του ατόμου έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δεν αποστερείται της δυνατότητας να επιληφθεί καταγγελιών/ερωτημάτων που αφορούν στις πρακτικές ενηµέρωσης οφειλετών από πιστωτικά ιδρύµατα, ασφαλιστικές εταιρίες, εταιρείες παροχής υπηρεσιών και πώλησης αγαθών και να κρίνει διαφορετικά από την σχολιαζόμενη απόφαση (βλ. αιτιολογική σκέψη 150 GDPR), επιβάλλοντας κυρώσεις (βλ.  άρθρο 83 του G.D.P.R. ), στους υπεύθυνους επεξεργασίας, σε περίπτωση παραβίασης της μέχρι σήμερα νομολογίας, συστάσεων της κ.λ.π.
Οι Εταιρείες Ενηµέρωσης Οφειλετών ως έχουσες διπλό ρόλο, καθώς είναι και εκτελούσες την επεξεργασία για τις πράξεις που διενεργούν κατ’ εντολή και για λογαριασµό του δανειστή και ταυτόχρονα υπεύθυνες επεξεργασίας για τα δυο αρχεία που περιέχουν δεδοµένα σχετικά µε τηλεφωνικές επικοινωνίες (βλ. ά. 6 παρ. 7 και ά. 8 παρ. 2 του ν. 3758/2009), ως προς την επιβολή κυρώσεων εις βάρος τους, υπόκεινται, αφενός μεν στον Υπουργό Ανάπτυξης, όσον αφορά στην παραβίαση του ν. 3758/2009, αφετέρου δε στην ΑΠΔΠΧ, σύµφωνα µε το άρθρο 10 του ν. 3758/2009 [«Ειδικά για τις παραβιάσεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 4, της παραγράφου 7 του άρθρου 6 και της παραγράφου 2 του άρθρου 8 από τις οποίες θίγεται το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών δεδομένων φυσικών προσώπων αρμόδια είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.» (άρθρο 36 παρ.5 Ν.4038/2012,ΦΕΚ Α 14/2.2.2012)].
Με δεδομένο ότι ο Κανονισµός (ΕΕ) 2016/679 προτάσσει πλέον ρητώς την αρχή της διαφάνειας της επεξεργασίας και ενισχύει, ακολούθως, το δικαίωµα ενηµέρωσης του υποκειµένου (βλ. άρθρα 5, 13 και 14 του Κανονισµού και αντίστοιχες αιτιολογικές σκέψεις στο προοίµιο αυτού), αναμένεται με ενδιαφέρον η θέση της Αρχής Προστασίας επί του σχολιαζόμενης νομολογιακής εξέλιξης, με «ultimum refugium»  την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 20 του ν. 4624/2019 - Δικαστική προστασία κατά της Αρχής- σύμφωνα με την οποία, οι κανονιστικές αποφάσεις και οι ατομικές διοικητικές πράξεις της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ευαγγελία Παλαιολόγου – Δικηγόρος
D.E.A Ευρωπαϊκού Δικαίου
D.E.A Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου
Paris I (Πάνθεον – Σορβόννη)