Digesta OnLine 2020

Η ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΕ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ:

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕΤΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΑΣΥΛΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ

Μιχάλης Δ. Χρυσομάλλης

Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

 Για να ανοίξετε την απόφαση όπως ακριβώς δημοσιεύετηκε και το σχόλιο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

 

  1. Εισαγωγή

Στις 2 Απριλίου το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) εξέδωσε την απόφασή του επί των προσφυγών για παράβαση, που σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ είχε ασκήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχίας (υποθέσεις C-715/17, C-718/17 και C-719/17 αντίστοιχα), που αρνούμενες να συμμορφωθούν με τον προσωρινό μηχανισμό μετεγκατάστασης (relocation)[1] αιτούντων διεθνή προστασία, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το δίκαιο της Ένωσης και ειδικά από την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας  με σκοπό τη μετεγκατάσταση, σε υποχρεωτική βάση, 120.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ελλάδα και την Ιταλία προς τα λοιπά Κράτη-μέλη της Ένωσης. Εξάλλου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Πολωνία και η Τσεχία παρέβησαν επίσης τις υποχρεώσεις τους από την προγενέστερη Απόφαση (ΕΕ) 2015/1523 του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2015, για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας  με σκοπό τη μετεγκατάσταση, σε υποχρεωτική βάση, 40.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ελλάδα και την Ιταλία προς τα λοιπά κράτη μέλη της Ένωσης. Η Ουγγαρία δεν δεσμευόταν από τα μέτρα μετεγκατάστασης που προέβλεπε η τελευταία αυτή Απόφαση[2].

Δεν ήταν η πρώτη φορά του που το Δικαστήριο αντιμετώπισε διαφορά σχετική με την πρώτη από τις παραπάνω Αποφάσεις του Συμβουλίου, αφού κατόπιν των προσφυγών ακυρώσεων, που άσκησαν σύμφωνα με το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, η Σλοβακία και η Ουγγαρία (υποθέσεις C-643/15 και C-647/15 αντίστοιχα) το 2017 έκρινε, απορρίπτοντας τις προσφυγές, ότι η Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 του Συμβουλίου είναι νόμιμη.

Οι ανωτέρω αποφάσεις του ΔΕΕ πέρα από την προφανή πολιτική τους σημασία λόγω της σύνδεσής τους με την πρόσφατη προσφυγική κρίση και την αντιμετώπιση σημαντικών νομικών και θεσμικών ζητημάτων, αγγίζουν τον πυρήνα του προβλήματος της κρίσης αξιών που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό, αρχικά, θα συζητήσουμε την απόφαση του ΔΕΕ επί των προσφυγών ακυρώσεως και κατόπιν την πρόσφατη απόφαση για τις προσφυγές για παράβαση.

 

  1. Το σύστημα μετεγκατάστασης και η προσφυγή ακυρώσεως των σχετικών πράξεων εκ μέρους της Σλοβακίας και της Ουγγαρίας

Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των λόγων που προέβαλαν οι δύο χώρες προς στήριξη της προσφυγής τους και της αντιμετώπισής τους από το ΔΕΕ χρήσιμο είναι να παραθέσουμε το ιστορικό της θεσπίσεως από το Συμβούλιο της προσβληθείσας Απόφασης[3].

 

2.1. Το σύστημα μετεγκατάστασης και οι σχετικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Κατά την έκρηξη των προσφυγικών ροών στη Μεσόγειο από την άνοιξη του 2015 υπήρξε μια έντονη κινητικότητα μεταξύ των Θεσμικών Οργάνων της ΕΕ. Έτσι, στις 20 Απριλίου 2015, η Επιτροπή παρουσίασε στην κοινή σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών και Εσωτερικών σχέδιο δέκα σημείων για άμεση δράση προς αντιμετώπιση της εν λόγω κρίσης, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η δέσμευση συνεκτίμησης επιλογών περί μηχανισμού επείγουσας μετεγκατάστασης. Στη σύνοδο του της 23ης Απριλίου 2015 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει την εσωτερική αλληλεγγύη και ευθύνη και δεσμεύτηκε ειδικότερα να αυξήσει την παροχή επείγουσας βοήθειας στα Κράτη-μέλη της πρώτης γραμμής και να εξετάσει επιλογές για την οργάνωση της έκτακτης μετεγκατάστασης μεταξύ των Κρατών-μελών σε εθελοντική βάση. Από την πλευρά του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Ευρ.Κοινβ) στις 28ης Απριλίου 2015 επανέλαβε ότι η αντίδραση της Ένωσης στα πρόσφατα τραγικά συμβάντα στη Μεσόγειο πρέπει να στηρίζεται στην αλληλεγγύη και τη δίκαιη κατανομή ευθυνών και ότι πρέπει να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειές της στο πεδίο αυτό προς τα Κράτη-μέλη που υποδέχονται τον υψηλότερο αριθμό προσφύγων και αιτούντων διεθνή προστασία, είτε σε απόλυτους είτε σε σχετικούς αριθμούς. Στις 25 και 26 Ιουνίου 2015 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επανήλθε και συμφώνησε ειδικότερα, υπό το πρίσμα της επικρατούσας επείγουσας κατάστασης και της δέσμευσης για ενίσχυση της αλληλεγγύης και της ευθύνης, την προσωρινή και κατ’ εξαίρεση μετεγκατάσταση από την Ιταλία και την Ελλάδα σε άλλα Κράτη-μέλη, εντός διετίας, 40.000 προσώπων τα οποία έχουν σαφώς ανάγκη διεθνούς προστασίας, με τη συμμετοχή όλων των Κρατών-μελών. Στις 20 Ιουλίου 2015 εγκρίθηκε με συναίνεση ψήφισμα των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των Κρατών-μελών, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη μετεγκατάσταση από την Ελλάδα και την Ιταλία 40.000 ατόμων που έχουν σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας. Εντός περιόδου δύο ετών, 24.000 άτομα θα έπρεπε να μετεγκατασταθούν από την Ιταλία και 16.000 άτομα θα μετεγκατασταθούν από την Ελλάδα (κατανομή 60/40 μεταξύ των δύο Κρατών). Στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, το Συμβούλιο εξέδωσε ομόφωνα την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1523 για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας και της Ελλάδας για τη θέσπιση προσωρινού και έκτακτου μηχανισμού μετεγκατάστασης από την Ιταλία και την Ελλάδα σε άλλα Κράτη-μέλη ατόμων που έχουν σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας[4]. Η Απόφαση (όπως και η Απόφαση 2015/1601) «εφαρμόζεται μόνο για τους αιτούντες που ανήκουν σε εθνικότητες για τις οποίες το ποσοστό των αποφάσεων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας μεταξύ των πρωτοβάθμιων αποφάσεων που εκδίδονται επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, όπως αναφέρεται στο κεφάλαιο III της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα επικαιροποιημένα τριμηνιαία στοιχεία της Eurostat σε ενωσιακό επίπεδο, ανέρχεται σε 75 % ή είναι υψηλότερο»[5]

Επειδή, τους επόμενους μήνες  η μεταναστευτική πίεση στα νότια εξωτερικά χερσαία και θαλάσσια σύνορα έχει εκ νέου αυξηθεί απότομα, ενώ η μετατόπιση των μεταναστευτικών ροών συνεχίστηκε από την κεντρική προς την ανατολική Μεσόγειο και προς την οδό των δυτικών Βαλκανίων, ως αποτέλεσμα του αυξανόμενου αριθμού μεταναστών που φθάνουν στην Ελλάδα και από την Ελλάδα. Δεδομένης της κατάστασης κρίθηκε αναγκαίο να ληφθούν  περαιτέρω προσωρινά μέτρα για την άμβλυνση της πίεσης στον τομέα του ασύλου στην Ιταλία και την Ελλάδα.  Στις 9 Σεπτεμβρίου 2015 η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση Αποφάσεως του Συμβουλίου για τη θέσπιση προσωρινών μέτρων στον τομέα της διεθνούς προστασίας υπέρ της Ιταλίας, της Ελλάδας και της Ουγγαρίας (αρχική πρόταση της Επιτροπής). Νομική βάση της πρότασης αποτέλεσε το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι «Εφόσον ένα ή περισσότερα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών, το Συμβούλιο μπορεί να εκδίδει, μετά από πρόταση της Επιτροπής, προσωρινά μέτρα υπέρ του εν λόγω κράτους μέλους ή των εν λόγω κρατών μελών. Το Συμβούλιο αποφασίζει μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο». Η αρχική πρόταση της Επιτροπής προέβλεπε τη μετεγκατάσταση 120.000 αιτούντων διεθνή προστασία από την Ιταλία (15.600), την Ελλάδα (50.400) και την Ουγγαρία (54.000) προς τα άλλα Κράτη-μέλη. Το παράρτημα που συνόδευε την πρόταση αυτή περιελάμβανε τρεις πίνακες κατανομής των εν λόγω αιτούντων από καθένα εκ των τριών αυτών Κρατών μελών μεταξύ των άλλων Κρατών-μελών, εξαιρουμένων του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας, με τη μορφή ποσοστώσεων καθοριζομένων για έκαστο εξ αυτών των Κρατών-μελών υποδοχής. Η πρόταση της Επιτροπής διαβιβάστηκε αυτή στα εθνικά κοινοβούλια, ενώ στις 14Σεπτεμβρίου 2015 το Συμβούλιο διαβίβασε την εν λόγω πρόταση στο Ευρ.Κοινβ για διαβούλευση. Με την επιστολή αυτή, το Συμβούλιο ζητούσε από το Κοινοβούλιο να γνωμοδοτήσει το ταχύτερο δυνατόν, λαμβανομένης υπόψη της επείγουσας καταστάσεως που επικρατούσε στη Μεσόγειο και στην οδό των δυτικών Βαλκανίων, και δεσμευόταν να το ενημερώνει ανεπισήμως σχετικά με την εξέλιξη της υποθέσεως ενώπιον του Συμβουλίου. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2015 το Ευρ.Κοινβ εξέδωσε νομοθετικό ψήφισμα περί εγκρίσεως αυτής της προτάσεως λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την «έκτακτη και επείγουσα κατάσταση και την ανάγκη αντιμετώπισής της χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση», ζητώντας παράλληλα να κληθεί εκ νέου να γνωμοδοτήσει, εφόσον το Συμβούλιο είχε σκοπό να επιφέρει σημαντικές τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση της Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια των διαφόρων συνεδριάσεων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου μεταξύ της 17 και 22 Σεπτεμβρίου 2015, η αρχική πρόταση της Επιτροπής τροποποιήθηκε σε ορισμένα σημεία. Ειδικότερα, η Ουγγαρία δήλωσε ότι αρνούνταν να χαρακτηρισθεί ως «κράτος μέλος της πρώτης γραμμής» και ότι δεν επιθυμούσε να περιληφθεί στα δικαιούχα της μετεγκαταστάσεως Κράτη-μέλη όπως η Ιταλία και η Ελλάδα. Κατά συνέπεια, στο τελικό κείμενο της προτάσεως, ακόμη και στον τίτλο της, απαλείφθηκε κάθε μνεία της Ουγγαρίας ως δικαιούχου Κράτους- μέλους. Ομοίως, καταργήθηκε το παράρτημα ΙΙΙ της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής σχετικά με την κατανομή 54.000 αιτούντων διεθνή προστασία, για τους οποίους προβλεπόταν αρχικά μετεγκατάσταση από την Ουγγαρία. Αντίθετα, η Ουγγαρία περιλήφθηκε στα παραρτήματα Ι και ΙΙ ως Κράτος-μέλος μετεγκαταστάσεως από την Ιταλία και την Ελλάδα, αντιστοίχως, και συνεπώς καθορίστηκαν για αυτήν σχετικές κατανομές στα εν λόγω παραρτήματα.  Στις 22 Σεπτεμβρίου 2015 η τροποποιηθείσα πρόταση της Επιτροπής εγκρίθηκε από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, που εξέδωσε την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601[6]. Η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Σλοβακία καταψήφισαν την πρόταση, ενώ Φινλανδία απείχε. Στην Απόφαση τονίζονταν ότι «Σύμφωνα με το άρθρο 80 ΣΛΕΕ, οι πολιτικές της Ένωσης στον τομέα των συνοριακών ελέγχων, του ασύλου και της μετανάστευσης, καθώς και η εφαρμογή τους, διέπονται από τις αρχές της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, ενώ οι πράξεις της Ένωσης που θεσπίζονται στον τομέα αυτόν περιέχουν κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής». Εξάλλου, προβλέφθηκε με στόχο την εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών ότι τα Κράτη-μέλη, στα οποία μετεγκαθίστανται οι αιτούντες οι οποίοι έχουν σαφή ανάγκη διεθνούς προστασίας, από την Ιταλία και την Ελλάδα λαμβάνουν εφάπαξ ποσό 6.000 ευρώ για κάθε άτομο από τον ενωσιακό προϋπολογισμό (ποσό 500 ευρώ κατ’ άτομο προβλέφθηκε και για τις ωφελούμενες του συστήματος Ελλάδα και Ιταλία με σκοπό την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς). Η κατανομή μεταξύ των Κρατών-μελών, όπως πρότεινε η Επιτροπή, έγινε με βάση τους εξής δείκτες: Πληθυσμός (στάθμιση 40%), συνολικό ΑΕΠ (στάθμιση 40%), μέσος αριθμός αιτήσεων χορήγησης ασύλου κατά τα 5 προηγούμενα έτη ανά εκατομμύριο κατοίκων, με ανώτατο όριο το 30% του πληθυσμού και του ΑΕΠ (στάθμιση 10%) και ποσοστό ανεργίας με ανώτατο όριο το 30% του πληθυσμού και του ΑΕΠ (στάθμιση 10%). Τα Κράτη-μέλη υποχρεώνονταν να υποδεικνύουν, σε τακτά χρονικά διαστήματα και οπωσδήποτε ανά τρίμηνο, τον αριθμό των αιτούντων που μπορούν να μετεγκατασταθούν ταχέως στο έδαφός τους, και να παρέχουν κάθε άλλη σχετική πληροφορία. Τέλος, ορίζονταν ότι τα μέτρα μετεγκατάστασης συνεπάγονταν την προσωρινή παρέκκλιση από τον κανόνα που ορίζεται στο άρθρο 13 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 604/2013 (Δουβλίνο ΙΙΙ) σύμφωνα με τον οποίον η Ιταλία και η Ελλάδα θα ήταν διαφορετικά υπεύθυνες για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας βάσει των κριτηρίων του κεφαλαίου ΙΙΙ του εν λόγω Κανονισμού. Ορισμένα βασικά στοιχεία των παραπάνω Αποφάσεων μετεγκατάστασης και της εφαρμογής τους, που κατά τη γνώμη μας πρέπει να επισημανθούν:

Πρώτον, οι στόχοι των της πολιτικής μετεγκατάστασης είναι απολύτως συμβατοί με τις Συνθήκες, αφού βασίζονται στο άρθρο 80 ΣΛΕΕ σύμφωνα με το οποίοι η πολιτική του ασύλου «διέπεται από την αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, μεταξύ άλλων και στο οικονομικό επίπεδο. Όποτε απαιτείται, οι πράξεις της Ένωσης που θεσπίζονται βάσει του παρόντος κεφαλαίου περιέχουν κατάλληλα μέτρα για την εφαρμογή της εν λόγω αρχής».

Δεύτερον, αν και είναι υπερβολικό να λέγεται ότι η Ένωση δεν έκανε τίποτε για να τα Κράτη πρώτης εισόδου, οι προβλεπόμενοι αριθμοί από τις δύο Αποφάσεις κρίθηκαν τελικά ανεπαρκείς για το μέγεθος της πίεσης που δέχτηκαν η Ελλάδα και η Ιταλία το 2015. Η θέση αυτή ενισχύεται, αν ληφθεί υπόψη και το τελικό αποτέλεσμα της εφαρμογής του συστήματος, αφού στο τέλος των προθεσμιών που τέθηκαν ο συνολικός αριθμός των αιτούντων που μετεγκαταστάθηκαν ανήλθε στις 28.000 άτομα περίπου[7].

Τρίτον, οι Αποφάσεις μετεγκατάστασης, πέρα από την αποσυμφόρηση της Ιταλίας και της Ελλάδας, σκοπό είχαν να ανακόψουν τις «δευτερογενείς μετακινήσεις» (για τις οποίες ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η Γερμανία), αφού προέβλεπαν ότι «Ο αιτών ή ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας που εισέρχεται στο έδαφος κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος μετεγκατάστασης, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις διαμονής σε αυτό το άλλο κράτος μέλος, υποχρεούται να επιστρέψει αμέσως. Το κράτος μέλος μετεγκατάστασης δέχεται και πάλι το εν λόγω πρόσωπο χωρίς καθυστέρηση»[8].

Τέταρτον, η εθνική ασφάλεια και η δημόσια τάξη πρέπει να λαμβάνονταν υπόψη καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας μετεγκατάστασης, έως ότου εκτελεσθεί η μεταφορά του αιτούντος. Έτσι, ορίζονταν ότι «Τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να αρνηθούν τη μετεγκατάσταση του αιτούντος μόνον εφόσον συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη, ή εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι για την εφαρμογή των διατάξεων αποκλεισμού όπως ορίζεται στα άρθρα 12 και 17 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ».

Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ενώπιον κάποιων εθνικών δικαστηρίων τέθηκε ζήτημα αμέσου ισχύος διατάξεων των Αποφάσεων με προσφυγές εκ μέρους ΜΚΟ, που επιχείρησαν να προκαλέσουν τον δικαστικό έλεγχο των κυβερνήσεων (Ισπανίας και Ολλανδίας) σχετικά με το βαθμό συμμόρφωσης στις υποχρεώσεις μετεγκατάστασης. Η απόφαση κατά το άρθρο 288 ΣΛΕΕ «είναι δεσμευτική ως προς όλα της τα μέρη. Όταν ορίζει αποδέκτες είναι δεσμευτική μόνο για αυτούς». Οι Αποφάσεις μετεγκατάστασης απευθύνονται στα Κράτη-μέλη. Ωστόσο το Δικαστήριο δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο μια διάταξη απόφασης, που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο (εννοείται και Κράτος-μέλος), να αναπτύσσει άμεση ισχύ «όταν η εν λόγω διάταξη επιβάλλει άνευ όρων και επαρκώς σαφή και ακριβή υποχρέωση στον παραλήπτη». Τι Ισπανικό Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της αμέσου ισχύος[9] ενώ το Rechtbank Den Haag (Ολλανδία) έκρινε ότι οι διατάξεις των άρθρων 5 και 5 παρ. 2 της Απόφασης 2015/1601 στερούνται αμέσου ισχύος (η σχετική προσφυγή, πάντως, ασκήθηκε πριν από τη λήξη ισχύος της Απόφασης)[10]. Τα δύο δικαστήρια, πάντως, αποφάνθηκαν χωρίς να παραπέμψουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, που, έτσι, δεν είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του θέματος.  

 

2.2. Οι προσφυγές ακυρώσεως της Απόφασης 2015/1601

Με την προσφυγή της η Σλοβακία ζήτησε να ακυρωθεί η Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 (προσβαλλόμενη πράξη) προβάλλοντας έξι (6) λόγους ακύρωσης (υποθ. C-643/15). Από την πλευρά της η Ουγγαρία ζήτησε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και επικουρικώς να ακυρωθεί η Απόφαση αυτή στο μέτρο που αφορά την Ουγγαρία προβάλλοντας δέκα (10) λόγους ακύρωσης (υποθ. 647/15). Το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις δύο προσφυγές. Με απόφαση του Προέδρου του ΔΕΕ επετράπη στην Πολωνία να παρέμβει υπέρ της Σλοβακίας και της Ουγγαρίας ενώ με την ίδια απόφαση επετράπη στο Βέλγιο, στην Γερμανία, στην Ελλάδα, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στο Λουξεμβούργο, στην Σουηδία και στην Επιτροπή να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου. Το ΔΕΕ έκρινε ότι πρέπει να εξεταστούν, πρώτον, οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από ακαταλληλότητα του άρθρου 78 παρ.3 ΣΛΕΕ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης πράξης, δεύτερον, οι λόγοι ακυρώσεως που αφορούσαν διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της πράξης, οι οποίες συνιστούν παραβάσεις ουσιώδους τύπου και, τρίτον, οι λόγοι ακυρώσεως που αφορούν την ουσία. Την ίδια σειρά θα ακολουθήσουμε παρακάτω.

 

(α) Επί της νομικής βάσης

Τα προσφεύγοντα Κράτη-μέλη υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι εκδόθηκε σύμφωνα με μη νομοθετική διαδικασία και συνεπώς αποτελεί, από τυπικής απόψεως, μη νομοθετική πράξη, πρέπει εντούτοις να χαρακτηρισθεί ως νομοθετική πράξη λόγω του περιεχομένου της και των συνεπειών της, στο μέτρο που τροποποιεί πλείονες νομοθετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης, ιδίως τον Κανονισμό Δουβλίνο ΙΙΙ ενώ το άρθρο 3, παρ. 1, της προσβαλλομένης πράξης παρεκκλίνει από τον κανόνα αυτόν. Κατά τις προσφεύγουσες εάν γινόταν δεκτή μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ, θα έπρεπε να τηρηθούν οι διαδικαστικές απαιτήσεις για την έκδοση νομοθετικής πράξεως, ιδίως η συμμετοχή του Ευρ.Κοινβ και των εθνικών κοινοβουλίων στη νομοθετική διαδικασία, πράγμα που δεν συνέβη. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η νομοθετική διαδικασία μπορεί να ακολουθηθεί μόνον στην περίπτωση που διάταξη των Συνθηκών παραπέμπει ρητώς σε αυτή. Εν προκειμένω το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ δεν περιέχει καμία ρητή παραπομπή στη νομοθετική διαδικασία, ούτως ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς εκδόθηκε στο πλαίσιο μη νομοθετικής διαδικασίας και συνιστά, συνεπώς, μη νομοθετική πράξη. Όσο και αν η θέση αυτή φαντάζει φορμαλιστική είναι βασισμένη στη ΣΛΕΕ σύμφωνα με την οποία νομοθετικές πράξεις είναι αυτές που χαρακτηρίζονται ως τέτοιες από τις διατάξεις της[11]. Το Δικαστήριο με την απόφαση του δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο παρέκκλισης από τις νομοθετικές πράξεις,  που διέπουν το πολύπλοκο σύστημα ασύλου της Ένωσης με μη νομοθετικές πράξεις βασισμένες στο άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ, με σκοπό την αντιμετώπιση μια κρίσης. Ωστόσο, η εξουσία που δίνεται στο Συμβούλιο από την εν λόγω διάταξη δεν είναι απεριόριστη, αφού τα μέτρα θα πρέπει να είναι προσωρινά και με περιορισμένο εύρος.

Ακόμη, τα προσφεύγοντα υποστήριξαν ότι το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ δεν αποτελεί προσήκουσα νομική βάση για την έκδοση της προσβαλλομένης πράξη, καθόσον η Απόφαση 2015/1601 δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα, σε αντίθεση προς τις απαιτήσεις της εν λόγω διατάξεως. Το Δικαστήριο, αφού τόνισε ότι «μια πράξη μπορεί να χαρακτηρισθεί «προσωρινή», με τη συνήθη έννοια του όρου αυτού, μόνον εφόσον δεν αποσκοπεί στη μόνιμη ρύθμιση ενός τομέα και εφαρμόζεται για περιορισμένη μόνο χρονική περίοδο» και επισήμανε ότι  το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ «καίτοι απαιτεί τα μέτρα τα οποία αφορά να είναι προσωρινά, εντούτοις επιφυλάσσει στο Συμβούλιο περιθώριο εκτιμήσεως για τον καθορισμό, κατά περίπτωση, της περιόδου εφαρμογής των μέτρων αυτών ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως και, ιδίως, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της επείγουσας καταστάσεως που δικαιολογεί τα επίμαχα μέτρα», έκρινε ότι από το άρθρο 13 της προσβαλλομένης πράξης προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια περιόδου 24 μηνών (25/9/2015 έως τις 26/9/2017) και συνεπώς εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια περιορισμένης περιόδου. Κατά το ΔΕΕ το Συμβούλιο δεν υπερέβη προδήλως την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει κατά τον καθορισμό της διάρκειας των περιλαμβανομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση μέτρων, εκτιμώντας, ότι το «διάστημα των είκοσι τεσσάρων μηνών κρίνεται εύλογο προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση θα έχουν πραγματικό αντίκτυπο όσον αφορά τη στήριξη της Ιταλίας και της Ελλάδας στην αντιμετώπιση των υψηλών μεταναστευτικών ροών στην επικράτειά τους».

Τέλος, η Σλοβακία προς υποστήριξη της θέσεώς της περί επιλογής εσφαλμένης νομικής βάσης προέβαλε ότι οι ροές που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η προσβαλλόμενη πράξη δεν συνιστά «επείγουσα κατάσταση, λόγω αιφνίδιας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών», στο βαθμό που η κατάσταση δεν παρουσιάζονταν «αιφνίδια»˙ τουλάχιστον σε ότι αφορά την Ελλάδα είναι αποδεδειγμένο ότι η οργάνωση της πολιτικής ασύλου της χώρας παρουσιάζει, επί μακρό χρονικό διάστημα, σημαντικές ελλείψεις, οι οποίες δεν εμφάνιζαν άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με το μεταναστευτικό φαινόμενο, που αποτέλεσε το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη˙ το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ αποσκοπεί στην αντιμετώπιση υφισταμένων ή επικειμένων επειγουσών καταστάσεων ενώ η προσβαλλόμενη Απόφαση διέπει, τουλάχιστον εν μέρει, μελλοντικές υποθετικές καταστάσεις. Το Δικαστήριο, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς αυτούς,  εκτίμησε ότι «αιφνίδια», κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ, μπορεί να χαρακτηρισθεί μια εισροή υπηκόων τρίτων χωρών τέτοιας εκτάσεως, ώστε να καθίσταται μη προβλέψιμη καίτοι εντάσσεται στο πλαίσιο μεταναστευτικής κρίσεως που διαρκεί πολλά έτη, εφόσον καθιστά αδύνατη τη φυσιολογική λειτουργία του κοινού συστήματος ασύλου της Ένωσης. Ειδικά σε ότι αφορούσε την Ελλάδα το ΔΕΕ έκρινε ότι «η έκταση της εισροής μεταναστών την οποία αντιμετώπιζαν το ελληνικό και το ιταλικό σύστημα ασύλου κατά τη διάρκεια του έτους 2015 ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θα είχε διαταράξει οποιοδήποτε σύστημα ασύλου, ακόμη και ένα σύστημα χωρίς διαρθρωτικές αδυναμίες». Η θέση αυτή του Δικαστηρίου που αποδέχεται «διαρθρωτικές αδυναμίες» (συστημικές ελλείψεις σε άλλες αποφάσεις του) αλλά επιχειρεί να τις δικαιολογήσει εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια να διαφυλάξει την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών-μελών επί της οποίας εδράζεται το νομικό σύστημα του ΧΕΑΔ και ειδικότερα η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων και διαταγών.

 

(β) Επί της νομιμότητα της διαδικασίας εκδόσεως (παραβάσεις ουσιώδους τύπου)

 

Τα προσφεύγοντα Κράτη-μέλη, κατά πρώτον, υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο παρέβη το άρθρο 68 ΣΛΕΕ και τον ουσιώδη τύπο, στο μέτρο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με αυξημένη πλειοψηφία, ενώ από τα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25-26/6/2015 προέκυπτε ότι αυτή έπρεπε να εκδοθεί με «συναίνεση» και «λαμβανομένων υπόψη των ειδικών καταστάσεων των κρατών μελών». Ειδικότερα υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο όφειλε, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, να σεβαστεί τους προσανατολισμούς που απορρέουν από αυτά τα Συμπεράσματα, ιδίως την απαίτηση κατανομής των αιτούντων που χρήζουν σαφώς διεθνούς προστασίας μεταξύ των Κρατών-μελών με απόφαση εκδιδόμενη με ομοφωνία, ήτοι με τη μορφή ποσοστώσεων, που εκουσίως συνομολογούν τα Κράτη-μέλη.

Το Δικαστήριο απέρριψε αυτόν λόγο ακύρωσης κρίνοντας ότι τα εν λόγω  Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης και 26ης Ιουνίου 2015 δεν μπορούσαν να εμποδίσουν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός γιατί αφορούσαν ένα άλλο πρόγραμμα μετεγκατάστασης του οποίου σκοπός ήταν, ως απάντηση στην εισροή μεταναστών που παρατηρήθηκε κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2015, η κατανομή 40.000 ατόμων μεταξύ των κρατών μελών (Απόφαση 2015/15234) και όχι της Απόφασης που προσβάλλεται εν προκειμένω και αφετέρου γιατί το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τροποποιήσει τους προβλεπόμενους στις Συνθήκες κανόνες ψηφοφορίας. Κατά το ΔΕΕ «Η αρχή της θεσμικής ισορροπίας απαγορεύει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να τροποποιεί αυτόν τον κανόνα ψηφοφορίας επιβάλλοντας στο Συμβούλιο, μέσω συμπερασμάτων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 68 ΣΛΕΕ, κανόνα ομόφωνης ψήφου». Η θέση αυτή του Δικαστηρίου αποτελεί μια έμμεση απάντηση σε αυτούς που υποστηρίζουν ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συγκεντρώνει στα χέρια του σχεδόν το σύνολο των εξουσιών στην Ευρωπαϊκή  Ένωση. Τα ενωσιακά όργανα κατά την υλοποίηση των πολιτικών αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μπορούν να παρεκκλίνουν ιδιαίτερα όταν αυτό υπαγορεύει η αρχή της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας λήψης αποφάσεων ή γενικότερα μιας πολιτικής της Ένωσης.  

Ακόμη, τα προσφεύγοντα ισχυρίστηκαν ότι το Συμβούλιο, καθόσον επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση της Επιτροπής και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς νέα διαβούλευση (επαναδιαβούλευση) με το Κοινοβούλιο, παρέβη τον ουσιώδη τύπο, που καθορίζεται στο άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Επιπρόσθετα, η Σλοβακία προέβαλε το επιχείρημα ότι το Συμβούλιο, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραβίασε, επίσης, το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 και το άρθρο 13 παρ. 2 ΣΕΕ (αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, της θεσμικής ισορροπίας και της χρηστής διοικήσεως). Το Δικαστήριο αν και έκανε δεκτό ότι το κείμενο της προσβαλλομένης πράξης, όπως τελικώς εγκρίθηκε και εξεταζόμενο στο σύνολό του, αποκλίνει ουσιωδώς (λόγω της απάλειψης της Ουγγαρίας από Κράτη-μέλη μετεγκατάστασης) από εκείνο της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής και κατά συνέπεια απαιτείται νέα διαβούλευση με το Ευρ.Κοινβ διαπίστωσε, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό, ότι αυτό, εκδίδοντας το νομοθετικό του ψήφισμα της 17/9/2015, με το οποίο εξέφρασε την υποστήριξή του στην αρχική πρόταση της Επιτροπής, πρέπει κατ’ ανάγκη να έλαβε υπόψη αυτήν την ουσιώδη τροποποίηση του καθεστώτος της Ουγγαρίας στην οποία όφειλε να προβεί το Συμβούλιο, στο βαθμό που  η Προεδρία του Συμβουλίου είχε ανακοινώσει ότι αυτό προτίθεται να προβεί στην αναγκαστική αυτή αλλαγή κατά τη διάρκεια της έκτακτης συνεδριάσεως της ολομέλειας του Κοινοβουλίου. Εξάλλου, τα προσφεύγοντα υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε το άρθρο 293 παρ. 1 ΣΛΕΕ, καθόσον τροποποίησε την πρόταση της Επιτροπής χωρίς να τηρήσει τη προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή απαίτηση ομοφωνίας. Το ΔΕΕ, επισήμανε ότι κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΣΛΕΕ, εφόσον το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει, η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει την πρότασή της καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών, που οδηγούν στη θέσπιση πράξεως της Ένωσης, καθώς και ότι κατά τη νομολογία του «οι τροποποιημένες προτάσεις της Επιτροπής δεν πρέπει να υποβάλλονται κατ’ ανάγκην γραπτώς, καθόσον αποτελούν μέρος της διαδικασίας εκδόσεως πράξεων της Ένωσης, η οποία χαρακτηρίζεται από κάποια ευελιξία, απαραίτητη για την επίτευξη συγκλίσεως των απόψεων μεταξύ των οργάνων». Στην περίπτωση αυτή το Συμβούλιο δεν δεσμεύεται από την απαίτηση ομοφωνίας του άρθρου 293 παρ. 1 ΣΛΕΕ. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω Δικαστήριο απέρριψε τον λόγο ακυρότητας κάνοντας δεκτό ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή άσκησε την κατά το άρθρο 293 παρ. 2 ΣΛΕΕ εξουσία τροποποιήσεως της προτάσεώς της, καθόσον από τη συμμετοχή του θεσμικού αυτού οργάνου στη διαδικασία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η τροποποιημένη πρόταση εγκρίθηκε από την Επιτροπή μέσω δύο εκ των μελών της που είχαν εξουσιοδοτηθεί από το σώμα των Επιτρόπων να εγκρίνουν τις οικείες τροποποιήσεις (άρθρο 13 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής). Το ΔΕΕ, επίσης, έχοντας κρίνει ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι νομοθετική απέρριψε και τους λόγους που προέβαλλαν τα προσφεύγοντα σχετικά με  το δικαίωμα των εθνικών κοινοβουλίων να γνωμοδοτούν επί κάθε σχεδίου νομοθετικής πράξεως (Πρωτόκολλα αριθ. 1 και αριθ. 2) και την υποχρέωση του Συμβουλίου να συνέρχεται δημοσίως, όταν συσκέπτεται και ψηφίζει επί σχεδίου νομοθετικής πράξεως (άρθρα 16 παρ. 8 ΣΕΕ και 15 παρ. 2 ΣΛΕΕ). Τα προσφεύγοντα, τέλος, υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει από ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια, καθόσον το Συμβούλιο παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης (άρθρο 14 παρ. 1 του εσωτερικού του κανονισμού) όσον αφορά τη χρήση των γλωσσών στο μέτρο που απέστειλε στα Κράτη-μέλη τα κείμενα, που αποτύπωσαν τις διαδοχικές τροποποιήσεις της αρχικής προτάσεως της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου, στο τέλος, του κειμένου της προσβαλλομένης πράξης, όπως αυτό εγκρίθηκε από το Συμβούλιο, μόνο στην αγγλική γλώσσα. Το ΔΕΕ σχετικά έκανε δεκτή την ερμηνεία που έδωσε το Συμβούλιο στο εσωτερικό του Κανονισμό, αντλούμενη από το άρθρο 14 παρ. 2 που ορίζει ότι κάθε μέλος του Συμβουλίου μπορεί να αντιταχθεί στη διεξαγωγή συζητήσεως αν το κείμενο οιωνδήποτε προτεινόμενων τροποποιήσεων δεν έχει συνταχθεί σε όλες τις επίσημες γλώσσες και απέρριψε τον ισχυρισμό δεχόμενο ότι η αρχική πρόταση της Επιτροπής τέθηκε στη διάθεση όλων των αντιπροσωπειών των Κρατών-μελών σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, ότι κανένα Κράτος- μέλος δεν εξέφρασε αντιρρήσεις για τη διεξαγωγή συζητήσεως βάσει κειμένων που αποτύπωναν τις συμφωνηθείσες τροποποιήσεις και είχαν συνταχθεί μόνο στην αγγλική γλώσσα και ότι, πέραν αυτού, όλες οι τροποποιήσεις αναγνώσθηκαν από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου με ταυτόχρονη διερμηνεία σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Κατά το Δικαστήριο «μια τέτοια ερμηνεία είναι απόρροια μιας ισορροπημένης και ευέλικτης προσεγγίσεως, που ευνοεί την αποτελεσματικότητα και ταχύτητα των εργασιών του Συμβουλίου, οι οποίες είναι ιδιαιτέρως σημαντικές στο ειδικό επείγον πλαίσιο που χαρακτηρίζει τη διαδικασία λήψεως των προσωρινών μέτρων που θεσπίζονται με βάση το άρθρο 78, παρ. 3 ΣΛΕΕ», σεβόμενη ταυτόχρονα την υποχρέωση διατήρησης της πολυγλωσσίας της Ένωσης (άρθρο 3, παρ. 3 τέταρτο εδάφιο ΣΕΕ).

 

(γ) Επί της ουσίας (αρχές αναλογικότητας και ασφάλειας του δικαίου, παράβαση Συνθήκης της Γενεύης)

 Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας των προσφευγόντων βρέθηκε η αρχή της αναλογικότητας. Συγκεκριμένα υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού αυτού, καθόσον ο μηχανισμός μετεγκαταστάσεως, που προβλέπει, δεν δύναται να θεραπεύσει τις διαρθρωτικές ελλείψεις του ελληνικού και του ιταλικού συστήματος ασύλου. Οι ελλείψεις αυτές, που συνδέονται με τις ελλιπείς ικανότητες υποδοχής και διαχειρίσεως των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, θα έπρεπε να θεραπευθούν πριν καταστεί δυνατό να εφαρμοσθεί αποτελεσματικά η εν λόγω μετεγκατάσταση. Εξάλλου, ο μικρός αριθμός μετεγκαταστάσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά τη θέσπιση της Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 αποδεικνύει ότι ο μηχανισμός μετεγκαταστάσεως που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν, από τη θέσπισή του, ακατάλληλος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. 

Το Δικαστήριο δεν δέχτηκε την επιχειρηματολογία αυτή. Αντίθετα, έκρινε, πρώτον, ότι «δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οποιοδήποτε σύστημα ασύλου, ακόμη και ένα σύστημα χωρίς διαθρωτικές αδυναμίες, θα είχε διαταραχθεί σοβαρά από την άνευ προηγουμένου εισροή μεταναστών που έλαβε χώρα στην Ελλάδα και την Ιταλία κατά το έτος 2015»˙ δεύτερον, ο μηχανισμός μετεγκαταστάσεως που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση ανήκει σε ένα σύνολο μέτρων τα οποία, μεταξύ άλλων, επιδιώκουν και τη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος ασύλου εκάστου εξ αυτών των κρατών, με αποτέλεσμα η καταλληλότητα του μηχανισμού αυτού για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει να μην μπορεί να εκτιμηθεί μεμονωμένα˙ τέλος, δεν είναι δυνατόν να συναχθεί εκ των υστέρων από τον μικρό αριθμό των μετεγκαταστάσεων που έχουν πραγματοποιηθεί κατ’ εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι αυτή ήταν εξαρχής ακατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι κατά την πάγια νομολογία του, «το κύρος μιας πράξεως της Ένωσης δεν μπορεί να εξαρτάται από αναδρομικές εκτιμήσεις σχετικά με τον βαθμό αποτελεσματικότητάς της. Οσάκις ο νομοθέτης της Ένωσης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα ρυθμίσεως την οποία πρέπει να θεσπίσει και τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη με βάση τα στοιχεία που διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως της οικείας ρυθμίσεως», κάτι που δεν συνέβη στο βαθμό που το Συμβούλιο, όταν θέσπισε τον μηχανισμό μετεγκαταστάσεως σημαντικού αριθμού αιτούντων διεθνή προστασία, προέβη, βάσει λεπτομερούς εξετάσεως των διαθέσιμων κατά τον χρόνο εκείνο στατιστικών στοιχείων, σε ανάλυση των μελλοντικών αποτελεσμάτων που θα είχε το μέτρο αυτό όσον αφορά την επίμαχη επείγουσα κατάσταση. Εξάλλου, το ΔΕΕ επεσήμανε ότι «ο μικρός αριθμός των μετεγκαταστάσεων που πραγματοποιήθηκαν κατ’ εφαρμογή της προσβαλλομένης πράξης μπορεί να εξηγηθεί βάσει ενός συνόλου στοιχείων τα οποία δεν μπορούσε να προβλέψει το Συμβούλιο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, στα οποία συγκαταλέγεται, μεταξύ άλλων, η έλλειψη συνεργασίας που επέδειξαν ορισμένα Κράτη-μέλη».

Τα προσφεύγοντα υποστήριξαν, ακόμη, ότι η προσβαλλόμενη πράξη του Συμβουλίου δεν ήταν αναγκαία, στο βαθμό που ο επιδιωκόμενος από την προσβαλλόμενη απόφαση σκοπός μπορούσε να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά με τη λήψη άλλων μέτρων τα οποία ήταν δυνατόν να ληφθούν στο πλαίσιο υφιστάμενων ρυθμίσεων (Οδηγία 2001/55/ΕΚ, Κανονισμός (ΕΚ) 2007/2004, Frontex) και τα οποία θα ήταν λιγότερο επαχθή για τα Κράτη-μέλη και λιγότερο παρεμβατικά όσον αφορά το «κυριαρχικό» δικαίωμα κάθε Κράτους μέλους να αποφασίζει ελεύθερα σχετικά με την εισδοχή υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφός του καθώς και το δικαίωμα των Κρατών-μελών, το οποίο καθιερώνεται στο άρθρο 5 του Πρωτοκόλλου αριθ. 2, να υφίστανται το ελάχιστο δυνατό οικονομικό και διοικητικό βάρος. Υποστηρίχθηκε, τέλος, ότι η μη αναγκαιότητα της προσβαλλόμενης πράξης συνάγεται από το γεγονός ότι αυτή εκδόθηκε μόλις οκτώ ημέρες μετά την Απόφαση 2015/1523 που προέβλεπε τη μετεγκατάσταση 40.000 ατόμων καθώς και ότι αυτή συνεπάγεται αναπόφευκτα οικονομικό και διοικητικό βάρος για τα Κράτη-μέλη, που θα μπορούσε να αποφευχθεί με τη θέσπιση άλλων, λιγότερο επαχθών μέτρων. Το Δικαστήριο δεν δέχτηκε αυτήν την επιχειρηματολογία. Αντίθετα, έκρινε ότι η ύπαρξη στην Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601 διαφόρων μηχανισμών προσαρμογής αποδεικνύει ότι ο μηχανισμός μετεγκαταστάσεως, θεωρούμενος στο σύνολό του, καθιστά δυνατή τη συνεκτίμηση, κατά τρόπο σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας, της ιδιαίτερης καταστάσεως κάθε Κράτους-μέλους. Ο σύμφωνος προς την αρχή της αναλογικότητας χαρακτήρας του μηχανισμού μετεγκαταστάσεως προκύπτει επίσης από την κλείδα κατανομής με βάση την οποία καθορίστηκαν οι κατανομές μετεγκαταστάσεων από την Ελλάδα και την Ιταλία στο παράρτημα Ι και στο παράρτημα ΙΙ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο αισθάνθηκε την ανάγκη να τοποθετηθεί στον ισχυρισμό της παρεμβαίνουσας Πολωνίας, παρά το γεγονός ότι αυτός ισχυρισμός κρίθηκε ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τον οποίο για τις δυσανάλογες συνέπειες σε Κράτη-μέλη υποδοχής που είναι «σχεδόν ομοιογενή από εθνοτική άποψη όπως η Πολωνία» και των οποίων ο πληθυσμός διαφέρει, από πολιτιστική και γλωσσική άποψη, από τους μετανάστες που πρέπει να μετεγκατασταθούν στο έδαφός τους. Συγκεκριμένα, τόνισε «αν θα έπρεπε η μετεγκατάσταση να εξαρτάται αυστηρά από την ύπαρξη πολιτιστικών ή γλωσσικών δεσμών μεταξύ κάθε αιτούντος διεθνή προστασία και του κράτους μέλους μετεγκαταστάσεως, θα ήταν αδύνατη η κατανομή των αιτούντων αυτών μεταξύ όλων των κρατών μελών τηρουμένης της αρχής της αλληλεγγύης που επιβάλλει το άρθρο 80 ΣΛΕΕ και, κατά συνέπεια, θα ήταν αδύνατη η θέσπιση δεσμευτικού μηχανισμού μετεγκαταστάσεως …  ενώ πρέπει να προστεθεί ότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εκτιμήσεις συνδεόμενες με την εθνοτική καταγωγή των αιτούντων διεθνή προστασία, καθόσον θα ήταν, προφανώς, αντίθετες προς το δίκαιο της Ένωσης και ιδίως προς το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η θέση του Δικαστηρίου, που διακηρύσσει ότι οι κατ’ ουσία ρατσιστικές αντιλήψεις, όπως αυτή προβλήθηκε από την Πολωνία, δεν έχουν θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως προς την έντασή της  θυμίζει την τοποθέτηση του στην υπόθεση Kadi[12]

Τέλος, η Ουγγαρία υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη πράξη παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της σαφήνειας των κανονιστικών πράξεων, διότι, σε πολλά σημεία, δεν καθιστά σαφή ούτε τον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων της αποφάσεως αυτής αλλά ούτε και τη σχέση των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις του Κανονισμού Δουβλίνο ΙΙΙ, ενώ το γεγονός ότι οι αιτούντες ενδέχεται να μετεγκατασταθούν σε Κράτος-μέλος με το οποίο δεν διατηρούν κανέναν ιδιαίτερο δεσμό εγείρει το ζήτημα κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση είναι συμβατή, από την άποψη αυτή, με τη Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων.  Το ΔΕΕ δεν έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς αυτούς. Αντίθετα, έκρινε ότι η προσβαλλόμενη πράξη αποτελούμενη από σύνολο προσωρινών μέτρων που περιλαμβάνουν προσωρινό μηχανισμό μετεγκαταστάσεως, ο οποίος δεν παρεκκλίνει από το κεκτημένο στον τομέα του Κοινού Συστήματος Ασύλου παρά μόνον σε συγκεκριμένα και ρητώς απαριθμούμενα σημεία, δεν παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου εντασσόμενος πλήρως στο εν λόγω κεκτημένο, με αποτέλεσμα το τελευταίο να εξακολουθεί, γενικώς, να εφαρμόζεται. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν δέχτηκε και την παραβίαση της Σύμβασης του 1951 και του Πρωτόκολλο του 1967 για το καθεστώς των προσφύγων, στο βαθμό που από αυτές δεν μπορεί να συναχθεί υπέρ του αιτούντος διεθνή προστασία δικαίωμα παραμονής στο Κράτος-μέλος, όπου υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας ενόσω αυτή εκκρεμεί, ενώ και το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει στους αιτούντες να επιλέξουν το Κράτος-μέλος που θα είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αιτήσεώς τους.

Κατόπιν όλων των παραπάνω το Δικαστήριο στις 6 Σεπτεμβρίου 2017 απέρριψε στο σύνολό τους τις προσφυγές ακυρώσεως της Απόφασης (ΕΕ) 2015/1601 που ασκήθηκαν από την  Σλοβακία και της Ουγγαρία και επιβεβαίωσε το κύρος της Απόφασης 2015/1601[13]. Με την απόφασή του το Δικαστήριο με πειστικό τρόπο φαίνεται να διαμορφώνει μια λεπτή ισορροπία μεταξύ αποτελεσματικότητας και νομιμότητας και παράλληλα υποδεικνύει τον τρόπο με το οποίο η αρχή της αποτελεσματικότητας ως νομική αρχή εφαρμόζεται επί του πεδίου[14].

 

  1. Οι προσφυγές για παράβαση κατά της Πολωνίας, της Ουγγαρίας και της Τσεχίας

Μετά την θέση σε ισχύ των δύο Αποφάσεων μετεγκατάστασης και ενώ εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η εκδίκαση των προσφυγών με τις οποίες αμφισβητήθηκε το κύρος της Αποφάσεως 2015/1601 από την Σλοβακία και την Ουγγαρία, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Τσεχία δεν είχαν λάβει μέτρα συμμόρφωσης στις Αποφάσεις μετεγκατάστασης. Συγκεκριμένα,  η Πολωνία, αν και υπέδειξε ότι 100 αιτούντες διεθνή προστασία μπορούσαν να μετεγκατασταθούν ταχέως στο έδαφός της, (65 από την Ελλάδα και 35 από την Ιταλία), κατόπιν δεν ανταποκρίθηκε στα αιτήματα της Ελλάδας και της Ιταλίας και ουδείς αιτών διεθνή προστασία δεν μετεγκαταστάθηκε στο έδαφός της˙ η Ουγγαρία από την πλευρά της, η οποία δεν συμμετείχε στο μέτρο οικειοθελούς μετεγκατάστασης, που προέβλεπε η Απόφαση 2015/1523, ουδέποτε υπέδειξε αριθμό αιτούντων διεθνή προστασία, που θα μπορούσαν να μετεγκατασταθούν ταχέως στο έδαφός της κατ’ εφαρμογή της Απόφασης 2015/1601 με συνέπεια ουδείς αιτών διεθνή προστασία δεν μετεγκαταστάθηκε στο έδαφος της˙ η Τσεχία, τέλος, υπέδειξε ότι 50 άτομα μπορούσαν να μετεγκατασταθούν στο έδαφός της. Δώδεκα (12) άτομα μετεγκαταστάθηκαν πράγματι από την Ελλάδα, αλλά η Τσεχική Δημοκρατία δεν ανέλαβε, ακολούθως, καμία άλλη δέσμευση μετεγκατάστασης.  Αντιθέτως, στις 5 Ιουνίου 2017 η Τσεχία εξέδωσε το ψήφισμα 439, με το οποίο αποφάσισε να αναστείλει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει από τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης «δεδομένης της σημαντικής επιδείνωσης της κατάστασης όσον αφορά την ασφάλεια εντός της Ένωσης [...] και λαμβανομένης υπόψη της πρόδηλης δυσλειτουργίας του συστήματος μετεγκατάστασης».  

Με προειδοποιητικές επιστολές τον Ιούνιο του 2017 η Επιτροπή κίνησε, σύμφωνα με το άρθρο 258 παρ. 1 ΣΛΕΕ, διαδικασία για παραβάσεως κατά των τριών αυτών Κρατών-μελών. Η Επιτροπή δεν πείσθηκε από τις απαντήσεις που έλαβε και στις 26 Ιουλίου 2017, απηύθυνε Αιτιολογημένη Γνώμη σε καθένα από τα τρία αυτά Κράτη μέλη, εμμένοντας στη θέση της ότι αυτά παρέβησαν τις υποχρεώσεις από τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης, καλώντας παράλληλα τα τρία αυτά Κράτη-μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους εντός τεσσάρων (4) εβδομάδων, δηλαδή το αργότερο στις 23 Αυγούστου 2017. Εξάλλου, με έγγραφα της 19ης Σεπτεμβρίου 2017, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των τριών Κρατών-μελών για την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου που επιβεβαίωσε το κύρος της Απόφασης 2015/1601 και τα κάλεσε εκ νέου να θεσπίσουν, το ταχύτερο δυνατόν, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αναλάβουν δεσμεύσεις τους και να πραγματοποιήσουν μετεγκαταστάσεις. Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση στα έγγραφα αυτά, η Επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο κατά της Πολωνίας (υποθ. C-715/17), της Ουγγαρίας (υποθ. C-718/17) και της Τσεχίας (υποθ. C-719/17).  Το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις προσφυγές προς έκδοση κοινής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 54 του Κανονισμού Διαδικασίας του.

 

(α) Επί του παραδεκτού

Προς αντίκρουση των προσφυγών της Επιτροπής τα εναγόμενα Κράτη-μέλη προέβαλαν τέσσερεις (4) ενστάσεις απαραδέκτου. Στο επίκεντρό τους  ήταν το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο οι προσφυγές της Επιτροπής είναι άνευ αντικειμένου διότι, κατόπιν της λήξης του χρόνου ισχύος των Αποφάσεων μετεγκατάστασης, η οποία επήλθε στις 17 και στις 26 Σεπτεμβρίου 2017 αντίστοιχα,  ακόμη και αν το Δικαστήριο κάνει δεκτές τις προσφυγές, αυτά δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να άρουν τις προβαλλόμενες παραβάσεις. Το ΔΕΕ υπενθύμισε ότι μια προσφυγή λόγω παραβάσεως Κράτους-μέλους είναι παραδεκτή εάν η Επιτροπή ζητεί απλώς να διαπιστωθεί η ύπαρξη της προβαλλόμενης παράβασης, ιδίως σε περιπτώσεις όπως αυτές των υπό κρίση υποθέσεων, στις οποίες η πράξη του δικαίου της Ένωσης της οποίας η παράβαση προβάλλεται έπαυσε οριστικά να ισχύει μετά την ημερομηνία λήξης της ταχθείσας με την Αιτιολογημένη Γνώμη προθεσμίας, δηλαδή την 23η Αυγούστου 2017. Τα τρία εναγόμενα Κράτη-μέλη είχαν συνεπώς τη δυνατότητα να παύσουν την προσαπτόμενη σε αυτά παράβαση πριν από τη λήξη της ταχθείσας με τις Αιτιολογημένες Γνώμες προθεσμίας, την 23η Αυγούστου 2017, και, επομένως, πριν από τη λήξη του χρόνου ισχύος των αποφάσεων 2015/1523 και 2015/1601. Το Δικαστήριο με την απόφασή του τόνισε ότι αν γίνονταν δεκτή η επιχειρηματολογία των τριών Κρατών-μελών, «τότε κάθε Κράτος-μέλος το οποίο, με τη συμπεριφορά του, θα υπονόμευε την υλοποίηση του σκοπού απόφασης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 78 παρ. 3 ΣΛΕΕ και εφαρμόζεται, ως «προσωρινό μέτρο» κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να αποφύγει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως απλώς και μόνον λόγω του ότι η παράβαση αφορά πράξη του δικαίου της Ένωσης της οποίας ο χρόνος ισχύος έληξε οριστικά μετά την ημερομηνία λήξης της ταχθείσας με την Αιτιολογημένη Γνώμη προθεσμίας και, ως εκ τούτου, τα Κράτη μέλη-θα μπορούσαν να αντλήσουν όφελος από το δικό τους πταίσμα». Επιπλέον, η διαπίστωση της παράβασης εξακολουθεί να έχει ουσιαστικό ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων προκειμένου να θεμελιωθεί η ενδεχόμενη ευθύνη ενός κράτους μέλους, λόγω της παράβασης που διέπραξε, έναντι άλλων Κρατών-μελών, της Ένωσης ή ιδιωτών. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα ότι, κατόπιν της οριστικής λήξης του χρόνου ισχύος των Αποφάσεων 2015/1523 και 2015/1601, η Επιτροπή δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής, το ΔΕΕ υπενθύμισε την πάγια νομολογία του κατά την οποία η Επιτροπή δεν οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη έννομου συμφέροντος ούτε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους άσκησε προσφυγή λόγω παραβάσεως.  

Η Ουγγαρία και η Πολωνία προέβαλλαν ότι οι προσφυγές είναι απαράδεκτες γιατί με την άσκησή μόνο κατά των τριών εν λόγω Κρατών-μελών, μολονότι τα περισσότερα από τα Κράτη-μέλη δεν τήρησαν πλήρως τις υποχρεώσεις από τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης, παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των Κρατών-μελών  και, ως εκ τούτου, υπερέβη την εξουσία εκτίμησης που της παρέχει το άρθρο 258 ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση, υπενθυμίζοντας την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία «η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια προκειμένου να κρίνει κατά πόσον είναι σκόπιμο να στραφεί κατά Κράτους-μέλους, να προσδιορίσει τις διατάξεις που αυτό παραβαίνει και να επιλέξει το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του κράτους αυτού, οι δε λόγοι που καθορίζουν την επιλογή αυτή δεν ασκούν επιρροή επί του παραδεκτού της προσφυγής».

Η Ουγγαρία, εξάλλου, προσήψε στην Επιτροπή, πρώτον, ότι αυτή δεν σεβάστηκε τα δικαιώματα άμυνάς της κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, καθόσον η προθεσμία τεσσάρων εβδομάδων για να δοθεί απάντηση, που τάχθηκε με την προειδοποιητική επιστολή και με την Αιτιολογημένη Γνώμη, ήταν υπερβολικά σύντομη, αντέβαινε στη συνήθη προθεσμία των δύο μηνών και δεν δικαιολογούνταν από ευλόγως επείγουσα κατάσταση και, δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν υπέδειξε, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, την παράβαση που της προσάπτονταν. Το Δικαστήριο απέρριψε και αυτήν την ένσταση. Αρχικά υπενθύμισε ότι σκοπός της προδικασίας είναι να δοθεί στο οικείο κράτος μέλος η δυνατότητα, αφενός, να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις και, αφετέρου, να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς ισχυρισμούς του κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή και επεσήμαινε ότι το νομότυπο της διαδικασίας αυτής συνιστά ουσιώδη εγγύηση όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω Κράτους-μέλους, αλλά και για να διασφαλιστεί ότι η δίκη που ενδεχομένως θα κινηθεί θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά. Στο πλαίσιο αυτό  τόνισε ότι «προκειμένου να εκτιμηθεί το εύλογο της προθεσμίας που τάχθηκε, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, βραχύτατες προθεσμίες μπορούν να δικαιολογηθούν σε ειδικές περιπτώσεις, ιδίως όταν είναι επείγον να παύσει η παράβαση Κράτους-μέλους ή όταν αυτό έχει πλήρη επίγνωση της άποψης της Επιτροπής πολύ πριν από την έναρξη της διαδικασίας». Με βάση τα παραπάνω το ΔΕΕ έκρινε ότι η Επιτροπή τάσσοντας σύντομες προθεσμίες και κινώντας την διαδικασία προσφυγής σε προχωρημένο χρονικό σημείο σε σχέση με την ισχύ των Αποφάσεων μετεγκατάστασης δεν παρέβη τις υποχρεώσεις της, στο βαθμό που αυτή, λόγω του καινοφανούς χαρακτήρα των διαδικασιών μετεγκατάστασης,   να εξαντλήσει καταρχάς, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει όσον αφορά την επιλογή του χρονικού σημείου κατά το οποίο θα κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως, όλες τις δυνατότητες προκειμένου να πείσει τα τρία εν λόγω Κράτη-μέλη να πραγματοποιήσουν μετεγκαταστάσεις και να αναλάβουν επισήμως δεσμεύσεις για να συμβάλουν δεόντως, τηρουμένης της αρχής της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των Κρατών μελών, τα τρία Κράτη-μέλη είχαν ενημερωθεί πολύ πριν ότι η Επιτροπή σκόπευε να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως εναντίον τους εάν εξακολουθούσαν να μη συμμορφώνονται με τις Αποφάσεις 2015/1523 και 2015/1601, ενώ δεν προκύπτει ότι οι προθεσμίες των τεσσάρων εβδομάδων για την απάντηση δεν παρείχαν στα εν λόγω Κράτη-μέλη τη δυνατότητα να προβάλουν λυσιτελώς, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, τους αμυντικούς ισχυρισμούς τους κατά των αιτιάσεων που διατύπωσε η Επιτροπή.

Τέλος, η Τσεχία προέβαλε το απαράδεκτο της εναντίον της προσφυγής επικαλούμενη ασάφεια ή έλλειψη συνοχής του δικογράφου. Το Δικαστήριο, αν και αναγνώρισε ότι το δικόγραφο της προσφυγής «ενέχει μια κάποια ασάφεια ή αμφισημία» λαμβάνοντας υπόψη ότι η Τσεχία προχώρησε σε κάποιες μετεγκαταστάσεις, έκρινε τελικά, απορρίπτοντας την ένσταση απαραδέκτου, ότι, όπως προκύπτει με επαρκή σαφήνεια από τους λόγους που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής και, όπως επιβεβαιώνεται από το υπόμνημα απαντήσεως, η συγκεκριμένη παράβαση την οποία προσάπτει η Επιτροπή στην Τσεχία συνίσταται στο ότι η τελευταία έπαυσε να αναλαμβάνει δεσμεύσεις μετεγκατάστασης μετά από κάποιο στάδιο (13 Μαΐου 2016) ενώ θα έπρεπε να συνεχίσει να τις λαμβάνει «οπωσδήποτε ανά τρίμηνο». Κατά συνέπεια η Τσεχία δεν ήταν ευλόγως δυνατόν να πλανάται ως προς την ακριβή ημερομηνία έναρξης της παράβασης των υποχρεώσεών της την οποία της προσήψε η Επιτροπή, ήταν δε σε θέση να ασκήσει στην πράξη τα δικαιώματα άμυνάς της όσον αφορά την παράβαση αυτή.

 

(β) Επί της ουσίας

Τα εναγόμενα Κράτη-μέλη επιχείρησαν να δικαιολογήσουν την παραβίαση της υποχρέωσης συμμόρφωσης στις Αποφάσεις 2015/1523 και 2015/1601 επικαλούμενα επιχειρήματα αφενός από τις ευθύνες Κρατών-μελών για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας αντλούμενα από το άρθρο 72 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ (Πολωνία και Ουγγαρία) και, αφετέρου, από την προβαλλόμενη δυσλειτουργία και αναποτελεσματικότητα του μηχανισμού μετεγκατάστασης (Τσεχία). Ειδικότερα,

 Η Πολωνία και η Ουγγαρία υποστήριξαν κατ’ ουσία ότι είχαν το δικαίωμα να μην εφαρμόσουν τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης, δυνάμει του άρθρου 72 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ. Η πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις προβλέπει ότι ο τίτλος V της ΣΛΕΕ (Χώρος Ελευθερίας, Ασφάλεια και Δικαιοσύνης – ΧΕΑΔ) «δεν θίγει την άσκηση των ευθυνών που εμπίπτουν στα κράτη μέλη για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας» ενώ η δεύτερη ότι «η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους». Κατά τα δύο Κράτη-μέλη οι διατάξεις αυτές, επιφυλάσσοντας την αποκλειστική αρμοδιότητα για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας στο πλαίσιο πράξεων εκδιδόμενων σε τομέα του ΧΕΑΔ, τους παρέχουν το δικαίωμα να μην εκπληρώσουν τις δευτερεύουσες, και επομένως υποδεέστερης ισχύος, έννομες υποχρεώσεις τις οποίες υπέχουν από τις Αποφάσεις 2015/1523 και 2015/1601. Υποστήριξαν, εξάλλου, ότι ο μηχανισμός μετεγκατάστασης, όπως προβλέπονταν από τις Αποφάσεις και εφαρμόζονταν από τις ιταλικές και ελληνικές αρχές δεν τους παρείχε τη δυνατότητα να διασφαλίσουν πλήρως την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας απέναντι σε κινδύνους που θα συνεπάγονταν η τυχόν μετεγκατάσταση στο έδαφός τους εξτρεμιστών και επικίνδυνων ατόμων τα οποία ενδεχομένως θα προέβαιναν σε βίαιες ή ακόμη και τρομοκρατικές πράξεις.

Το Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε ότι «στην Ένωση που βασίζεται στο κράτος δικαίου, οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της απολαύουν τεκμηρίου νομιμότητας» με αποτέλεσμα τα Κράτη-μέλη να είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν τις δεσμευτικές για αυτά νομικές πράξεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ισχύος τους, έκρινε ότι το άρθρο 72 ΣΛΕΕ, από το οποίο «δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη γενικής και εγγενούς στη Συνθήκη επιφύλαξης που εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια ασφάλεια που θα μπορούσε να θίξει τον δεσμευτικό χαρακτήρα και την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης», στο μέτρο που συνιστά διάταξη εισάγουσα παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Ως εκ τούτου, το εν λόγω άρθρο δεν παρέχει στα Κράτη-μέλη την ευχέρεια να παρεκκλίνουν μονομερώς και χωρίς έλεγχο εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης από διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, στηριζόμενα απλώς και μόνο στην επίκληση των συμφερόντων που συνδέονται με την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας, αλλά τους επιβάλλει να αποδεικνύουν την ανάγκη της προβλεπόμενης παρέκκλισης προκειμένου να ασκήσουν τις ευθύνες τους στον εν λόγω τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, σύμφωνα με τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης, η εθνική ασφάλεια και η δημόσια τάξη έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας μετεγκατάστασης, μέχρι να εκτελεστεί η μεταφορά του αιτούντος διεθνή προστασία. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να αναγνωρίζεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στις αρμόδιες αρχές των Κρατών-μελών μετεγκατάστασης, όταν αυτές κρίνουν αν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ένας υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος καλείται να μετεγκατασταθεί συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη στο έδαφός τους. Επί του σημείου αυτού, το Δικαστήριο τόνισε ότι η έννοια του «κινδύνου για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη» κατά τις Αποφάσεις μετεγκατάστασης πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο «ώστε να περιλαμβάνει τόσο τις ενεστώσες όσο και τις δυνητικές απειλές για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη». Το Δικαστήριο διευκρίνισε εντούτοις ότι «οι εν λόγω αρμόδιες αρχές, προκειμένου να επικαλεστούν τους προαναφερθέντες λόγους, έπρεπε να στηριχθούν, κατόπιν κατά περίπτωση εξέτασης, σε συγκλίνοντα, αντικειμενικά και συγκεκριμένα στοιχεία βάσει των οποίων δημιουργούνταν υπόνοιες ότι ο εν λόγω αιτών συνιστούσε ενεστώτα ή δυνητικό κίνδυνο». Συνεπώς, το ΔΕΕ έκρινε ότι το σύστημα που προέβλεπαν οι διατάξεις αυτές δεν επέτρεπε, στο πλαίσιο της διαδικασίας μετεγκατάστασης, στα Κράτη-μέλη να επικαλεστούν με τρόπο απόλυτο, αποκλειστικά για λόγους γενικής πρόληψης και χωρίς να υπάρχει άμεση σχέση με συγκεκριμένη περίπτωση, το άρθρο 72 ΣΛΕΕ για να δικαιολογήσουν τυχόν αναστολή ή ακόμη και διακοπή της εφαρμογής των υποχρεώσεων που υπείχαν από τις αποφάσεις μετεγκατάστασης.

Η Τσεχία, τέλος, υποστήριξε  ότι η απόφασή της να μην εφαρμόσει τις Αποφάσεις 2015/1523 και 2015/1601 δικαιολογούνταν από το γεγονός ότι, κατά τη συγκεκριμένη εφαρμογή του, ο μηχανισμός μετεγκατάστασης, όπως προβλέπονταν στις Αποφάσεις αυτές, ήταν σε μεγάλο βαθμό δυσλειτουργικός και αναποτελεσματικός, μεταξύ άλλων, λόγω της συστηματικής έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους των ελληνικών και των ιταλικών αρχών ή λόγω του ότι, πραγματικά, δεν υπήρχαν στην Ελλάδα ή την Ιταλία, κατά τον χρόνο ανάληψης δεσμεύσεων μετεγκατάστασης, αιτούντες διεθνή προστασία, που ήταν δυνατό να μετεγκατασταθούν, πράγμα το οποίο καθίσταται εμφανές από την περιορισμένη επιτυχία του μηχανισμού αυτού όσον αφορά τον συνολικό αριθμό των όντως πραγματοποιηθεισών μετεγκαταστάσεων. Κατά το εν λόγω Κράτος-μέλος, δεδομένων των απειλών για τη δημόσια ασφάλεια τις οποίες συνεπάγεται η μετεγκατάσταση ατόμων που πιθανώς συνδέονται με τον θρησκευτικό εξτρεμισμό, πρέπει να διασφαλίζεται ότι κάθε Κράτος-μέλος μετεγκατάστασης μπορεί να προστατευθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ και, ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 72 ΣΛΕΕ. Έτσι, το εν λόγω Κράτος-μέλος δήλωσε ενώπιον του ΔΕΕ ότι προτίμησε να επικεντρώσει τις προσπάθειές του σε μέτρα στήριξης αποτελεσματικότερα από τα μέτρα μετεγκατάστασης, παρέχοντας, τόσο σε διμερές επίπεδο όσο και στο πλαίσιο της Ένωσης, χρηματοδοτική ή τεχνική συνδρομή ή συνδρομή σε προσωπικό στις πλέον πληττόμενες τρίτες χώρες και στα Κράτη-μέλη τα οποία βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή της μαζικής εισροής προσώπων, που είχαν σαφώς ανάγκη διεθνούς προστασίας.

Το Δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω επιχειρηματολογία τονίζοντας ότι «δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να στηριχθεί στη μονομερή εκτίμησή του σχετικά με την προβαλλόμενη έλλειψη αποτελεσματικότητας ή ακόμη και την υποτιθέμενη δυσλειτουργία του μηχανισμού, που θέσπισαν οι Αποφάσεις μετεγκατάστασης, προκειμένου να απαλλαγεί από κάθε υποχρέωση μετεγκατάστασης που υπείχε από τις πράξεις αυτές, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα ήταν δυνατό να υπονομευθεί ο εγγενής στις εν λόγω πράξεις σκοπός της αλληλεγγύης καθώς και ο υποχρεωτικός χαρακτήρας των πράξεων αυτών». Το ΔΕΕ επεσήμανε ότι η υποτιθέμενη αναποτελεσματικότητα ή δυσλειτουργία του μηχανισμού μετεγκατάστασης δεν εμπόδιζε άλλα Κράτη-μέλη να αναλαμβάνουν, σε τακτά χρονικά διαστήματα, δεσμεύσεις μετεγκατάστασης και να προβαίνουν σε μετεγκαταστάσεις αιτούντων διεθνή προστασία καθ’ όλη τη διάρκεια των αντίστοιχων χρόνων ισχύος των Αποφάσεων 2015/1523 και 2015/1601 και, ακόμη περισσότερο, προς το τέλος τους, ανταποκρινόμενα στην πρόσκληση που απηύθυνε η Επιτροπή με τις μηνιαίες εκθέσεις της να εντατικοποιηθεί ο ρυθμός των μετεγκαταστάσεων πριν από τη λήξη της ισχύος των εν λόγω αποφάσεων. Τέλος, υπενθυμίζοντας ότι, από τη στιγμή της έκδοσής τους και κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής τους, οι αποφάσεις μετεγκατάστασης ήταν υποχρεωτικές για την Τσεχία, το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω Κράτος-μέλος όφειλε να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις μετεγκατάστασης που επέβαλλαν οι Αποφάσεις αυτές ανεξάρτητα από την παροχή άλλου είδους συνδρομής προς την Ελλάδα και την Ιταλία.

 

  1. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

(α) Το Δικαστήριο στη σειρά των αποφάσεων του, που παρουσιάσαμε παραπάνω, είχε για μια ακόμη φορά να αντιμετωπίσει κλασικά ζητήματα του δικαίου της Ένωσης, όπως η νομική βάση και η διαδικασία θέσπισης των ενωσιακών πράξεων, η αρχή της αναλογικότητας και οι τεχνικές ελέγχου της τήρησής της, το δικαστικό σύστημα της Ένωσης και τα όρια του δικαστικού ελέγχου, οι αξίες της Ένωσης αλλά και η έκταση των υποχρεώσεων των Κρατών-μελών της. Μπορεί οι απαντήσεις του Δικαστηρίου σε τέτοια κλασικά ζητήματα να ήταν κλασικές, και λίγο ή πολύ αναμενόμενες, ωστόσο  είναι πειστικές και ως τέτοιες παρουσιάζουν εξαιρετική παιδευτική αξία για να κατανοήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σήμερα αυτό δεν είναι αυτονόητο, αφού τουλάχιστον μια ομάδα Κρατών-μελών διαρκώς προωθεί μια άλλη ανάγνωση της αρχής της θεσμικής (συνταγματικής) αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών, που εδράζεται στο άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ  (αρχή της καλόπιστης συνεργασίας) τοποθετείται στον πυρήνα της ιδιότητας του Κράτους-μέλους της Ένωσης[15]

(β) Είναι γεγονός ότι το Κοινό Σύστημα Ασύλου, όπως οικοδομήθηκε με τους Κανονισμούς Δουβλίνο ΙΙ και ΙΙΙ, έχει καταρρεύσει. Οι παραπάνω υποθέσεις, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο, καταδεικνύουν ότι στο υπό διαμόρφωση «Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο», που επεξεργάζεται σήμερα η Επιτροπή, θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα δεσμευτικό μηχανισμό για τον διαμοιρασμό των προσφύγων από τις χώρες πρώτης εισόδου σε περισσότερες χώρες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον σεβασμό και την αποτελεσματική λειτουργία του οποίου η Ένωση θα πρέπει να μπορεί να εγγυηθεί.

(γ) Το φτωχό αποτέλεσμα της εφαρμογής του συστήματος μετεγκατάστασης το οποίο υιοθετήθηκε με την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1601, αφού τον Σεπτέμβριο 2017 όταν και έληξε η ισχύς της αποφάσεως είχαν μετεγκατασταθεί μόνο 28.000 αιτούντες από την Ελλάδα και την Ιταλία σε άλλα Κράτη-μέλη, καταδεικνύει ότι τέτοιες αμφιλεγόμενες αποφάσεις δεν μπορεί παρά να λαμβάνονται με συναίνεση όλων των Κρατών-μελών. Στην αντίθετη περίπτωση, φαίνεται ότι υπάρχουν Κράτη-μέλη που είναι έτοιμα να καταβάλλουν οικονομικές κυρώσεις κατά το άρθρο 260 ΣΛΕΕ παρά να συμμορφωθούν.

(δ) Μια εικοσαετία σχεδόν μετά την τελευταία ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών συμμόρφωσης (enforcement) του ενωσιακού δικαίου αυτοί δείχνουν να έχουν φτάσει στα όρια τους, στο βαθμό που με δυσκολία μπορούν να επιβάλλουν την τήρηση των κανόνων, ιδιαίτερα όταν απέναντι τους βρίσκονται Κράτη-μέλη, που είναι έτοιμα κάθε φορά να αμφισβητήσουν την αξιακή ταυτότητα της Ένωσης και τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των νομικών πράξεών της. Μηχανισμοί που αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικοί για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς σήμερα μοιάζουν αδύναμοι, όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν τη διολίσθηση από τα νομικά και αξιακά θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωση, που με τη σειρά της υπονομεύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των Κρατών-μελών. Χαρακτηριστική της κατάστασης που τείνει να δημιουργηθεί είναι η δήλωση του Ούγγρου ΥΠΕΞ μετά της απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως της χώρας του, που χαρακτήρισε την απόφαση του ΔΕΕ «εξωφρενική και ανεύθυνη» για να συμπληρώσει ότι «Η πραγματική μάχη μόλις ξεκινά. Η πολιτική έχει βιάσει το ευρωπαϊκό δίκαιο»[16].

(ε) Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ανωτέρω υποθέσεις έρχονται να προστεθούν στις πρόσφατες περιπτώσεις οπισθοδρόμησης του Κράτους Δικαίου, που αντιμετώπισε το Δικαστήριο[17], προερχόμενες από τα ίδια Κράτη-μέλη κάθε φορά, δημιουργούνται σοβαρά ερωτηματικά για το αν ο «αυταρχικός νομικισμός» (autocratic legalism) μπορεί να αντιμετωπισθεί με αμιγώς νομικά μέσα ή η αντιμετώπιση αυτή μπορεί να καταλήξει μόνο σε μια «πύρρειο νίκη»[18]. Παρά την ομολογουμένως επιτυχή έως επαναστατική σε κάποιες περιπτώσεις νομολογία του Δικαστηρίου αργά ή γρήγορα θα ανοίξει η συζήτηση για την αναγκαία επαναδιατύπωση των αξιών της Ένωσης αλλά και την επανατοποθέτηση των στοιχείων εκείνων που συνθέτουν την ιδιότητα του Κράτους-μέλους.  Η συζήτηση αυτή, όμως, είναι καθήκον των Κρατών-μελών και όχι του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι η νομολογία του για το περιεχόμενο των θεμελιωδών αρχών της πίστης προς την Ένωση και της αλληλεγγύης μεταξύ των Κρατών-μελών δεν μπορεί παρά να αποτελεί το σημείο εκκίνησης της συζήτησης αυτής.

 

[1]Ο όρος relocation χρησιμοποιήθηκε σε όλες τις ενωσιακές πράξεις. Ωστόσο, διεθνώς χρησιμοποιείται και ο όρος resettlement, ο οποίος όμως κατά βάση αφορά τη μετεγκατάσταση των αιτούντων προστασία από τη χώρα καταγωγής σε μια ασφαλή χώρα. Αντίθετα όρος relocation αφορά μετεγκατάσταση μεταξύ των Κρατών-μελών 

[2]ΔΕΕ, απόφαση της 2ας Απριλίου 2020, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 715/17, 718/17, 719/8, Επιτροπή κατά Πολωνίας, Ουγγαρίας και Τσεχίας, ECLI:EU:C:2020:257

[3]Περισσότερα βλ. St. Peers, Relocation of Asylum-Seekers in the EU: Law and Policy, EU Law Analysis Blog, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://eulawanalysis.blogspot.com/2015/09/relocation-of-asylum-seekers-in-eu-law.html

 

[4]ΕΕ 2015, L 239, σ. 146

[5]Το όριο του 75% πληρούσαν όσοι αιτούντες είχαν χώρα καταγωγής τη Συρία, το Ιράκ, την Ερυθραία και την Υεμένη 

[6] ΕΕ 2015, L 248, σ. 80

[7]Hoai-Thu Nguyen, Divided reactions to ECJ ruling on mandatory refugee relocation schemes, Law Blogs Maastricht, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: https://www.maastrichtuniversity.nl/blog/2017/09/divided-reactions-ecj-ruling-mandatory-refugee-relocation-schemes

[8]Άρθρο 6 παρ. 5 της Απόφασης 2015/1601

[9]Dav. Moya, Are National Governments Liable if They Miss Their Relocation Quota of Refugees?, VerfBlog, 2018/7/20, https://verfassungsblog.de/are-national-governments-liable-if-they-miss-their-relocation-quota-of-refugees/, DOI: https://doi.org/10.17176/20180720-130255-0.

[10] B. Oomen, F. Braudel,  R. Rodrigues de Oliveira, Relocation and its Numbers – Which Role for the Courts? – EU Immigration and Asylum Law and Policy, 20/4/2020 European University Institute https://eumigrationlawblog.eu/relocation-and-its-numbers-which-role-for-the-courts/#comments 1/3 RelocationanditsNumbers–WhichRolefortheCourts?

[11] Άρθρο 289 παρ. 3 ΣΛΕΕ

[12]ΔΕΚ, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, υπόθεση C-402/05 P και C-415/05 P, Kadi, και Al Barakaat, Συλλ. 2008, σελ. Ι-6351

[13]ΔΕΕ, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, υποθ. C-643/15 και C-647/15, Σλοβακία και Ουγγαρία κατά Συμβουλίου, EU:C:2017:631

[14] St. Peers, A Pyrrhic victory? The ECJ upholds the EU law on relocation of asylum-seekers, EU Law Analysis Blog, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://eulawanalysis.blogspot.com/2017/09/a-pyrrhic-victory-ecj-upholds-eu-law-on.html?m=0

[15]Βλ. σχ. Μιχ. Χρυσομάλλη, Η αρχή της αλληλεγγύης στην έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: έννοια, πεδίο εφαρμογής και νομική φύση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 26-28.

[16]Βλ. https://www.politico.eu/article/hungary-says-ecj-ruling-on-refugee-quotas-has-raped-eu-law-asylum-seekers-italy-greece-relocation-scheme/

[17] Βλ. ενδ. Μιχ. Χρυσομάλλη, Η  αντίδραση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. στην οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου σε Κράτη-μέλη: η απόφαση Associação Sindical dos Juízes Portugueses, Ηλεκτρονικό περιοδικό Digesta 2019, διαθέσιμο στο διαδικτυακό τόπο: http://www.digestaonline.gr/pdfs/Digesta%202019/Chris_2019.pdf

[18] St. Peers, A Pyrrhic victory? The ECJ upholds the EU law on relocation of asylum-seekers, οπ. παρ.

Digesta OnLine 2020

 ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ- ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ Ν. 4624/2019

«Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και

ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 και άλλες διατάξεις»

 

Ευαγγελία Παλαιολόγου – Δικηγόρος

D.E.A Ευρωπαϊκού Δικαίου &  D.E.A Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου

Paris I (Πάνθεον – Σορβόννη)

Γεώργιος Πλιαβέσης - Δικηγόρος

Μ.Δ.Ε Εμπορικού Δικαίου (Εταιρίες & Χρηματοδότηση)

Νομική Σχολή ΕΚΠΑ

 Για να ανοίξετε την απόφαση όπως ακριβώς δημοσιεύετηκε και το σχόλιο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

 

Ι. Γενικές Παρατηρήσεις

Δέκα πέντε (15) μήνες μετά την έναρξη ισχύος του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (Κανονισμός 2016/679/ΕΕ, ΓΚΠΔ), που τυγχάνει άμεσης εφαρμογής σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ από την 25.5.2018, εισήχθη στην εθνική έννομη τάξη o N. 4624/2019 (ΦΕΚ Α’ 137/29.08.2019), ο οποίος, μετά την ψήφισή του και την κατάργηση, με το άρθρο 84 αυτού, του προϊσχύσαντος Ν. 2472/1997, εφαρμόζεται συμπληρωματικά προς τον ιδιότυπο ΓΚΠΔ, διαμορφώνοντας το νέο νομικό πλαίσιο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στη χώρα μας.

Ο νέος Ν. 4624/2019 φαίνεται σε πρώτη φάση να συμπληρώνει αρκετά από τα κενά που άφησε η άμεση εφαρμογή του ΓΚΠΔ στην ελληνική έννομη τάξη και να διευκολύνει την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κυρίως από τους δημόσιους φορείς και δευτερευόντως και από τους ιδιωτικούς, παρέχοντας πρόσθετες νόμιμες βάσεις επεξεργασίας, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του υποκειμένου.

Ειδικότερα, πέραν των διατάξεων που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), με στόχο την προσαρμογή της στο νέο καθεστώς, ο Ν. 4624/2019 περιλαμβάνει διατάξεις με τις οποίες αφενός μεν διατυπώνεται η βούληση του Έλληνα νομοθέτη στα ζητήματα που ο ΓΚΠΔ του καταλείπει τη διακριτική ευχέρεια, αφετέρου δε ενσωματώνεται η Οδηγία (ΕΕ) 2016/680, για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από δημόσιες αρχές που είναι αρμόδιες για την πρόληψη, διερεύνηση, ανίχνευση ή δίωξη ποινικών αδικημάτων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, την οποία η χώρα μας ήταν υποχρεωμένη να έχει ήδη ενσωματώσει από το Μάϊο του 2018.  

Με εμφανείς επιρροές από το Γερμανό νομοθέτη (BDSG, 30.6.2017), ο νέος νόμος διακρίνει μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, επιφυλάσσοντας στον πρώτο ευνοϊκότερη μεταχείριση τόσο ως προς τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, όσο και ως προς τις κυρώσεις, διαμορφώνοντας εν τοις πράγμασι ένα καθεστώς δύο ταχυτήτων. Η διαφοροποίηση αυτή, είναι μεν σύμφωνη με τον ΓΚΠΔ, καθώς αξιοποιεί τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 και 83 παρ. 7 αυτού, που προβλέπουν η μεν πρώτη τη δυνατότητα θέσπισης περιορισμών τόσο ως προς τις υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας όσο και ως προς τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων, όταν συντρέχουν οι λόγοι δημοσίου συμφέροντος, που στη διάταξη αυτή αναφέρονται, η δε δεύτερη τη διακριτική ευχέρεια του κράτους-μέλους να καθορίζει τους κανόνες για το εάν και σε ποιο βαθμό διοικητικά πρόστιμα μπορεί να επιβάλλονται σε δημόσιες αρχές και φορείς, παραγνωρίζει ωστόσο το γεγονός ότι το Δημόσιο αποτελεί το μεγαλύτερο υπεύθυνο επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και επομένως το μεγαλύτερο φορέα διακινδύνευσής τους.  

Κατά τα λοιπά, άξιες λόγου είναι οι διατάξεις του Ν. 4624/2019 σχετικά με την κατάργηση της υποχρέωσης αδειοδότησης από την ΑΠΔΠΧ για την επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων (άρθρο 22), η ρύθμιση σχετικά με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο των σχέσεων απασχόλησης (άρθρο 27), η πλήρης απαγόρευση της επεξεργασίας γενετικών δεδομένων για σκοπούς ασφάλισης υγείας και ζωής (άρθρο 23), η θέσπιση κατώτερου ορίου ηλικίας (15ο έτος) για την παροχή συγκατάθεσης του ανηλίκου για την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων κατά την προσφορά υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας (άρθρο 21) αλλά και η τοποθέτηση του νομοθέτη ως προς το ζήτημα της σύγκρουσης του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας με την ελευθερία της έκφρασης και του τύπου (άρθρο 28). Από την άλλη πλευρά, ο Ν. 4624/2019 παραλείπει να προβλέψει τις επαρκείς εγγυήσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων κατά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα και αποφεύγει να προβεί σε λεπτομερέστερη ρύθμιση των δραστηριοτήτων επεξεργασίας από ιδιώτες υπευθύνους επεξεργασίας, που απαιτούν τον ορισμό Υπευθύνου Προστασίας των Δεδομένων (ΥΠΔ) ή τη διενέργεια Εκτίμησης Αντικτύπου (ΕΑΠΔ), καταλείποντας ευρύ πεδίο αυτορρύθμισης στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

ΙΙ. Επί των ειδικότερων ρυθμίσεων

Α. Πρόβλεψη δυνατότητας επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων για διαφορετικό σκοπό από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεγεί (άρθρα 24, 25 Ν. 4624/2019)

Σύμφωνα με την αρχή του περιορισμού του σκοπού (άρθρο 5 παρ. 1 β’ του ΓΚΠΔ), τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς. Ωστόσο, όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 4 του ΓΚΠΔ, είναι δυνατή η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων για σκοπό άλλο από αυτόν για τον οποίο έχουν συλλεγεί, όταν αυτή βασίζεται σε διάταξη του εθνικού δικαίου κράτους-μέλους, που θεωρείται δίκαιη και αναλογική σε μια δημοκρατική κοινωνία και έχει τεθεί για τη διασφάλιση των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που προβλέπονται στο άρθρο 23 του ΓΚΠΔ.

Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 24 και 25 του Ν. 4624/2019 προβλέπουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για διαφορετικό σκοπό από δημόσιους (άρθρο 24) και ιδιωτικούς (άρθρο 25) φορείς. Έτσι, στην περίπτωση των δημοσίων φορέων, η επεξεργασία για διαφορετικό σκοπό είναι πλέον επιτρεπτή όταν πρόκειται για διασταύρωση των πληροφοριών που παρέχονται από το υποκείμενο των δεδομένων σε έναν δημόσιο φορέα, όταν είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, της άμυνας της χώρας κ.λπ., όπως επίσης και όταν είναι απαραίτητη για τη δίωξη ποινικών αδικημάτων, για την αποτροπή σοβαρής βλάβης στα δικαιώματα άλλου προσώπου ή για την προαγωγή των επισήμων στατιστικών.

Ιδιαίτερης σημασίας ωστόσο κρίνεται η διάταξη του άρθρου 25 για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των δεδομένων για σκοπό διαφορετικό από αυτό για τον οποίο έχουν συλλεγεί, από ιδιωτικούς φορείς. Στην περίπτωση αυτή ο νομοθέτης προβλέπει ότι η εν λόγω επεξεργασία είναι επιτρεπτή, εφόσον είναι απαραίτητη: α) για την αποτροπή απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας ή της δημόσιας ασφάλειας κατόπιν αιτήματος δημόσιου φορέα ή β) για τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή γ) για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων, εκτός και εάν υπερτερεί το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων να μην τύχουν επεξεργασίας τα δεδομένα αυτά.

Οι τελευταίες αυτές υπό β) και υπό γ) περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 25 του νόμου, χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής από πλευράς των Τραπεζών, καθώς στη μεν βάση της υπό β) περίπτωσης ερείδεται η διαβίβαση προσωπικών δεδομένων των πελατών που δεν καλύπτονται από το απόρρητο των τραπεζικών καταθέσεων σε διωκτικές και ανακριτικές αρχές που διερευνούν την τέλεση αξιόποινων πράξεων, χωρίς περαιτέρω έρευνα για τη συνδρομή άλλης νόμιμης βάσης από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 6 παρ. 1 του ΓΚΠΔ, στη δε βάση της υπό γ) περίπτωσης ερείδεται η άλλοτε στηριζόμενη στη διάταξη της περ. στ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ΓΚΠΔ δυνατότητα επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων πελατών, για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων, ωστόσο κατόπιν στάθμισης και εφόσον αιτιολογημένα κριθεί, στα πλαίσια της αρχής της λογοδοσίας (άρθρο 5 παρ. 2 του ΓΚΠΔ), ότι το έννομο συμφέρον της Τράπεζας υπερτερεί του εννόμου συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων για την προστασία των προσωπικών του δεδομένων.

Β. Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων (άρθρο 27 Ν. 4624/2019)

Με τη διάταξη του άρθρου 27, ο Ν. 4624/2019, σε συνέχεια των κατευθυντήριων γραμμών της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29 για τη συγκατάθεση (WP 259 rev.01) αλλά και της Απόφασης 26/2019 της ΑΠΔΠΧ, λύνει και νομοθετικά την αβεβαιότητα σχετικά με τη νόμιμη βάση επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων.

Καθώς η συγκατάθεση είναι μάλλον απίθανο να αποτελέσει νομική βάση για την επεξεργασία δεδομένων στην εργασία, αφού εν προκειμένω δε θα είναι ελεύθερη δεδομένης της εξάρτησης στη σχέση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, στην εργασιακή σχέση η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων θα στηρίζεται αναγκαστικά στη νόμιμη βάση της εκπλήρωσης των σκοπών της σύμβασης εργασίας, εφόσον φυσικά τηρούνται οι αρχές του άρθρου 5 του ΓΚΠΔ, που διέπουν κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.

Περαιτέρω, άξιες αναφοράς είναι η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 27, βάσει της οποίας, η συγκατάθεση του εργαζομένου μπορεί κατ’ εξαίρεση να θεωρηθεί έγκυρη, αφού ληφθούν υπόψη ο βαθμός της εξάρτησης και οι περιστάσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε, αλλά και η ρύθμιση της παρ. 7, κατά την οποία τα δεδομένα που συλλέγονται μέσω κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως κριτήριο για την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των εργαζομένων, ενώ οι εργαζόμενοι θα πρέπει να έχουν ενημερωθεί είτε γραπτώς είτε ηλεκτρονικά για την εγκατάσταση και λειτουργία κλειστού κυκλώματος οπτικής καταγραφής εντός των χώρων εργασίας.

Γ. Ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων για την περαιτέρω επεξεργασία των δεδομένων του (άρθρα 31,32 Ν. 4624/2019)

Στο πλαίσιο τήρησης των αρχών της διαφανούς επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά τα άρθρα 13 και 14 του ΓΚΠΔ,  να ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για το γεγονός της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων, την έκταση και τους σκοπούς της, πριν ή κατά την έναρξη της επεξεργασίας και πιο συγκεκριμένα κατά τη συλλογή των δεδομένων ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όταν τα δεδομένα δεν έχουν συλλεγεί από το ίδιο το υποκείμενο. Η ενημέρωση πρέπει να είναι σε συνοπτική, διαφανή, κατανοητή και εύκολα προσβάσιμη μορφή και να χρησιμοποιείται σαφής και απλή διατύπωση. Επίσης, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προτίθεται να επεξεργαστεί τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για σκοπό άλλο από εκείνον για τον οποίο συλλέχθηκαν, θα πρέπει να παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων, πριν από την εν λόγω περαιτέρω επεξεργασία, πληροφορίες για τον σκοπό αυτόν και όλες τις αναγκαίες πληροφορίες.

Τα άρθρα 31 και 32  του Ν. 4624/2019 έρχονται να περιορίσουν την υποχρέωση αυτή του υπευθύνου επεξεργασίας, θεσπίζοντας εξαιρέσεις ως προς την ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων. Ειδικότερα, η υποχρέωση αυτή δεν υφίσταται, όταν η παροχή των πληροφοριών σχετικά με την περαιτέρω επεξεργασία: α) αφορά μια περαιτέρω επεξεργασία αποθηκευμένων σε γραπτή μορφή δεδομένων, στην οποία ο υπεύθυνος επεξεργασίας απευθύνεται άμεσα στο υποκείμενο των δεδομένων, ο σκοπός είναι συμβατός με τον αρχικό σκοπό συλλογής σύμφωνα με το ΓΚΠΔ, η επικοινωνία με το υποκείμενο των δεδομένων δεν γίνεται σε ψηφιακή μορφή και το ενδιαφέρον του υποκειμένου των δεδομένων για την παροχή πληροφοριών κατά τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως όσον αφορά το πλαίσιο εντός του οποίου συλλέχθηκαν τα δεδομένα θεωρείται ότι δεν είναι υψηλό, β) στην περίπτωση του δημόσιου φορέα, θα έθετε σε κίνδυνο την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων του υπεύθυνου επεξεργασίας με την έννοια του άρθρου 23 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) του ΓΚΠΔ, και το συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας να μην παράσχει τις πληροφορίες, υπερτερεί του συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων, γ) θα έθετε σε κίνδυνο την εθνική ή τη δημόσια ασφάλεια και το συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας να μην παράσχει τις πληροφορίες υπερτερεί του συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων, δ) θα παρεμπόδιζε τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων και το συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας να μην παράσχει πληροφορίες υπερτερεί του συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων, ε) θα έθετε σε κίνδυνο την εμπιστευτική διαβίβαση δεδομένων σε δημόσιους φορείς. Για ανάλογους λόγους, κατά το άρθρο 32 παρ. 1, δεν υφίσταται και η υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων όταν τα δεδομένα δεν έχουν συλλεγεί από αυτό.

Σε κάθε περίπτωση, εφόσον δεν παρέχονται πληροφορίες στο υποκείμενο των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των έννομων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης της παροχής των πληροφοριών στο κοινό. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί, ότι κατά την Απόφαση 87/2017 της ΑΠΔΠΧ, η διά του τύπου ενημέρωση επιτρέπεται μόνο κατ' εξαίρεση, όταν η εξατομικευμένη ενημέρωση δεν είναι για αντικειμενικούς λόγους  (π.χ. έλλειψη στοιχείων επικοινωνίας) δυνατή.

Δ. Σύγκρουση του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας με την ελευθερία της έκφρασης και του τύπου (άρθρο 28 Ν. 4624/2019)

Άξια αναφοράς είναι και η διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 4624/2019, με την οποία, για πρώτη φορά, σε αντίθεση με το καθεστώς του Ν. 2472/1997, ο νομοθέτης φαίνεται να δίνει το προβάδισμα στην ελευθερία της έκφρασης και του τύπου. Ειδικότερα, ορίζεται ότι στον βαθμό που είναι αναγκαίο να συμβιβαστεί το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας για δημοσιογραφικούς σκοπούς και για σκοπούς ακαδημαϊκής, καλλιτεχνικής ή λογοτεχνικής έκφρασης, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται όταν: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει τη ρητή συγκατάθεσή του, β) αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το ίδιο το υποκείμενο, γ) υπερέχει το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα της πληροφόρησης έναντι του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου, ιδίως για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος ή όταν αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δημοσίων προσώπων και δ) όταν περιορίζεται στο αναγκαίο μέτρο για  την εξασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος ενημέρωσης, ιδίως όταν αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα Προσωπικού Χαρακτήρα, καθώς και ποινικές διώξεις, καταδίκες και τα σχετικά με αυτές μέτρα ασφαλείας.

Σημειώνεται επίσης ότι στα πλαίσια της υπεροχής της ελευθερίας της έκφρασης, όταν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, δεν εφαρμόζεται σειρά διατάξεων του ΓΚΠΔ, οι οποίες είναι: α) το Κεφάλαιο ΙΙ του ΓΚΠΔ «Αρχές», εκτός από το άρθρο 5, β) το Κεφάλαιο ΙΙΙ του ΓΚΠΔ «Δικαιώματα του Υποκειμένου», γ) το Κεφάλαιο ΙV του ΓΚΠΔ «Υπεύθυνος επεξεργασίας και εκτελών την επεξεργασία», εκτός από τα άρθρα 28, 29 και 32, δ) το Κεφάλαιο V του ΓΚΠΔ «Διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς», ε) το Κεφάλαιο VII του ΓΚΠΔ «Συνεργασία και συνεκτικότητα και στ) το Κεφάλαιο IX του ΓΚΠΔ «Διατάξεις που αφορούν ειδικές περιπτώσεις επεξεργασίας».

Ε. Περιορισμοί των δικαιωμάτων του υποκειμένου των δεδομένων κατά την επεξεργασία από δημόσιους φορείς (άρθρα 33, 34, 35 Ν. 4624/2019)

Σε εφαρμογή της δυνατότητας του άρθρου 23 παρ. 1 του ΓΚΠΔ, περί θέσπισης περιορισμών επί των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων για συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος, με τα άρθρα 33, 34 και 35 του Ν. 4624/2019 περιορίζονται τα δικαιώματα πρόσβασης, διαγραφής και εναντίωσης.

Ειδικότερα, το δικαίωμα πρόσβασης, πέραν των περιορισμών που θεσπίζει ο ίδιος ο ΓΚΠΔ, περιορίζεται και στις περιπτώσεις επεξεργασίας από δημόσιους φορείς, στις οποίες: α) η συλλογή των δεδομένων έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου, επειδή συνέτρεχαν λόγοι προστασίας της εθνικής άμυνας ή της δημόσιας ασφάλειας,  β) τα δεδομένα καταγράφηκαν μόνο επειδή δεν μπορούν να διαγραφούν λόγω νομικών ή κανονιστικών διατάξεων υποχρέωσης διατήρησής τους ή γ) τα δεδομένα εξυπηρετούν αποκλειστικά σκοπούς προστασίας ή ελέγχου των δεδομένων και η παροχή πληροφοριών θα απαιτούσε δυσανάλογη προσπάθεια και τα απαραίτητα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα καθιστούν αδύνατη την επεξεργασία για άλλους σκοπούς.

Σε ότι αφορά στο δικαίωμα διαγραφής, αυτό περιορίζεται αν η διαγραφή σε περίπτωση μη αυτοματοποιημένης επεξεργασίας λόγω της ιδιαίτερης φύσης της αποθήκευσης δεν είναι δυνατή ή είναι δυνατή μόνο με δυσανάλογα μεγάλη προσπάθεια και το συμφέρον του υποκειμένου των δεδομένων για τη διαγραφή δεν θεωρείται σημαντικό. Στην περίπτωση αυτή η διαγραφή αντικαθίσταται από τον περιορισμό της επεξεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΓΚΠΔ.

Τέλος, το δικαίωμα εναντίωσης δεν εφαρμόζεται έναντι δημόσιου φορέα, εάν υπάρχει επιτακτικό δημόσιο συμφέρον για την επεξεργασία, το οποίο υπερτερεί των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή διάταξη νόμου υποχρεώνει τη διενέργεια της επεξεργασίας.

ΣΤ. Διοικητικές κυρώσεις

Παρά το γεγονός ότι το άρθρο 83 του ΓΚΠΔ προβλέπει, σε περιπτώσεις διαπίστωσης παραβάσεών του από τις αρμόδιες Εποπτικές Αρχές, την επιβολή διοικητικών προστίμων που μπορούν να φτάνουν μέχρι το 4% του παγκόσμιου τζίρου μιας επιχείρησης ή έως τα 20.000.000 Ευρώ, όποιο είναι υψηλότερο, ο Ν. 4624/2019, στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας που του δίνει η παρ. 7 του άρθρου 83 του ΓΚΠΔ, ορίζει ως ανώτατο πλαφόν για την επιβολή προστίμου σε δημόσιο φορέα το ποσό των 10.000.000 Ευρώ. Ζήτημα γεννάται, ωστόσο, ως προς την αποτελεσματικότητα της επιβολής προστίμων στους δημόσιους φορείς, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή το δημόσιο επιβάλλει το πρόστιμο και το δημόσιο το εισπράττει. Διαφορετικά ωστόσο θα είχε η κατάσταση αν το επιβαλλόμενο πρόστιμο δεν κατευθυνόταν στο Δημόσιο Ταμείο, αλλά στον προϋπολογισμό της ίδιας της ΑΠΔΠΧ, για την εκπλήρωση των σκοπών της και τη διευκόλυνση του ελεγκτικού και κατασταλτικού έργου της.

Ως προς τους ιδιωτικούς φορείς, εξακολουθούν να ισχύουν άμεσα οι κυρώσεις που προβλέπει ο ίδιος ο Κανονισμός.

ΙΙΙ. Επίλογος

Οι ως άνω ρυθμίσεις του νέου νόμου, μπορεί μεν να δημιουργήσουν την ανάγκη νέων νομοθετικών παρεμβάσεων στον τομέα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, με απώτερο στόχο την τήρηση της ισορροπίας μεταξύ του δικαιώματος του υποκειμένου στον πληροφοριακό του αυτοκαθορισμό και της ανάγκης της αγοράς για την παροχή ποιοτικότερων και πιο προσωποποιημένων προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά από απόψεως καθημερινής πρακτικής, θα πρέπει να επισημάνουμε τη σημαντικότητα των νομικών εργαλείων που παρέχει για την επίλυση μίας σειράς νομικών αδιεξόδων που προκαλούνται από τη τήρηση  τεράστιων βάσεων δεδομένων από φορείς, όπως λ.χ. οι Τράπεζες, που δραστηριοποιούνται στην «Εποχή του Καπιταλισμού της Παρακολούθησης», όπως αναφέρει και η ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ Σοσάνα Ζούμποφ στο σχετικό, πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της, με τον ομώνυμο τίτλο, στην αγγλική γλώσσα.  

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ 2019
Επιμέλεια, Πρόλογος: Μ. Δ. Χρυσομάλλης
Καθηγητής Νομικής Σχολής, ΔΠΘ

Για να κατεβάσετε το αρχείο σε μορφή pdf πατήστε εδώ


Προλογικό σημείωμα
Στις σελίδες που ακολουθούν προσεγγίζουμε την παρουσία της Ελλάδα&sig maf; ενώπιον των δικαστικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το έτος 2019. Πρόκειται για μία καταγραφή, που γίνεται εκ μέρους μας από το 2004, των αποφάσεων των ενωσιακών Δικαστηρίων με ελληνικό ενδιαφέρον, ταξινομημένων κατά θεματική ενότητα και όχι κατά την ημερομηνία έκδοσης ή το είδος διαδικασίας / προσφυγής. Τέτοιες θεωρούμε, κυρίως, τις αποφάσεις επί προσφυγών για παράβαση που ασκήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, τις αποφάσεις επί προσφυγών ακυρώσεως, κατά παραλείψεων και αποζημιώσεως που ασκήθηκαν από την ελληνική Κυβέρνηση ή από Έλληνες (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) κατά των κοινοτικών οργάνων, τις προδικαστικές παραπομπές στο ΔΕΕ εκ μέρους ελληνικών δικαστηρίων και, ενδεχομένως, τις παραπομπές στο Δικαστήριο εκ μέρους δικαστηρίων άλλων Κρατών-μελών, στις οποίες εμπλέκεται Έλληνας ως διάδικος στην κύρια δίκη και, τέλος, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου (ΔΕΕ) επί αναιρέσεων κατά των αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου (ΓΔΕΕ).
Παρακάτω καταγράφονται μόνο οι οριστικές αποφάσεις του ΔΕΕ ή του ΓΔΕΕ και όχι οι εισαχθείσες υποθέσεις κατά την περίοδο αναφοράς ή οι υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση αλλά βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο (π.χ. έχουν δημοσιευθεί οι προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα). Εξάλλου, έχουν παραληφθεί μόνο οι υπαλληλικές προσφυγές Ελλήνων κοινοτικών υπαλλήλων κατά των ενωσιακών Οργάνων στα οποία απασχολούνται, στο βαθμό που αυτές παρουσιάζουν μόνο προσωπικό ενδιαφέρον και θα επιβάρυναν αδικαιολόγητα την παρουσίαση. Η αναφορά παρακάτω περιορίζεται στον τίτλο της απόφασης (Δικαστήριο, αριθμός απόφασης, διάδικοι, ημερομηνία εκδόσεως), στη συνοπτική περίληψη καθώς και το διατακτικό της ενώ δεν περιλαμβάνει άλλα μέρη και, κυρίως, το σκεπτικό της απόφασης. Οι ενδιαφερόμενοι, πάντως, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη διαδικτυακή πύλη του ΔΕΕ (http://curia.eu.int) για να αντλήσουν το σύνολο των στοιχείων μίας αποφάσεως.
Από τη μελέτη των ελληνικού ενδιαφέροντος αποφάσεων των Δικαστηρίων της ΕΕ παρατηρούμε τα εξής:


1. Κατά την περίοδο αναφοράς (2019) καταγράφτηκαν δώδεκα (12) αποφάσεις με ελληνικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με τα κριτήρια που τέθηκαν παραπάνω. Ο αριθμός αυτός, που είναι ίδιος με τον αριθμό των αποφάσεων του 2018 και κινείται σε συμφωνία με τον αριθμούς που παρατηρούνται κατά κανόνα την τρέχουσα δεκαετία (μόλις 11 αποφάσεις το 2011 και το 2013, 13 το 2012 και 17 το 2016, 12 το 2018). Στο ίδιο διάστημα, βέβαια, παρατηρήθηκαν και αρκετά υψηλότεροι αριθμοί (40 το 2014 και 21 το 2017), ωστόσο, όπως είχαμε παρατηρήσει, ο ιδιαίτερα υψηλοί αυτοί αριθμοί οφείλονταν στο μεγάλο αριθμό αποφάσεων στενά ιδιωτικού ενδιαφέροντος (δημόσιες συμβάσεις, σήμα) το 2014 και σε αποφάσεις επί υποθέσεων κρατικών ενισχύσεων το 2017. Το γενικό συμπέρασμα που συνάγεται από τη διαχρονική έρευνα της παρουσίας της Ελλάδας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ο ετήσιος αριθμός αποφάσεων με ελληνικό ενδιαφέρον δεν μπορεί να αυξηθεί θεαματικά όσο ο αριθμός ελληνικών προδικαστικών παραπομπών παραμένει εξαιρετικά χαμηλός και αποκλίνει σημαντικά από τους αριθμούς άλλων Κρατών-μελών (βλ. παρακάτω). Ενδεικτικοί είναι οι αριθμοί προδικαστικών παραπομπών που περιήλθαν στο Δικαστήριο κατά το 2018 : Γερμανία 78, Ιταλία 68, Ισπανία 67, Γαλλία 41 και Βέλγιο 40.
2. Το 2019 παρουσιάζεται η ίδια βελτιωμένη εικόνα της χώρας μας σε ότι αφορά τις παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας, που παρατηρείται από το 2010 και μετά. Έτσι, από τον εξαιρετικά υψηλό αριθμό των είκοσι δύο (22) αποφάσεων του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν το 2009, με τις οποίες αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 258 ΣΛΕΕ (προσφυγή κατά Κράτους-μέλους) η παραβίαση των υποχρεώσεων εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, καταγράφονται δύο (2) μόνο καταδικαστικές αποφάσεις κατά την περίοδο αναφοράς . Ο αριθμός αυτός αποτελεί την καλύτερη επίδοση της χώρας μας σε σχέση με τη συμμόρφωση στις υποχρεώσεις της και κινείται κοντά στο μέσο όρο του αριθμού των καταδικαστικών αποφάσεων ανά Κράτος-μέλος στην Ένωση των 28, που είναι περίπου 1 έως 1,2 καταδικαστικές αποφάσεις. Οι λόγοι αυτής της βελτίωσης έχουν εκτεθεί διεξοδικά στο αντίστοιχο σημείωμά μας για το 2014 , οπότε παρέλκει η εκτενής επανάληψή τους. Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε ότι αυτή, κατά τη γνώμη μας, οφείλεται: Στη σημασία που φαίνεται να αποδίδει πλέον η χώρα μας στην τήρηση των υποχρεώσεών της έναντι της Ένωσης, στην προσπάθεια να αποτινάξει από πάνω της την κατηγορία του Κράτους – παραβάτη των υποχρεώσεων του και ταυτόχρονα να ενδυναμώσει τις διαπραγματευτικές δυνατότητές της εντός της ενωσιακών θεσμών και, τέλος, στη βελτίωση των ρυθμών με τους οποίους η ελληνική δημόσια διοίκηση προωθεί την ενσωμάτωση κανόνων του ενωσιακού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη αλλά και των δυνατοτήτων συνεννόησης και διαπραγμάτευσης με την Επιτροπή, με σκοπό τη διευθέτηση των παραβιάσεων σε προδικαστικό στάδιο . Η βελτιωμένη αυτή εικόνα «θαμπώνει» αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Ελλάδα παραμένει η πρώτη χώρα σε εισηγμένες προσφυγές για παράβαση κατά την πενταετία 2014 – 2018, αφού η Επιτροπή προσέφυγε κατά της χώρας μας συνολικά είκοσι τέσσερις (22) φορές για παράβαση της ενωσιακής νομοθεσίας (στην επόμενη θέση βρίσκεται η Γερμανία με 17 ενώ ακολουθούν η Πολωνία και η Ισπανία με 16 προσφυγές). Στο ίδιο διάστημα εκδόθηκαν είκοσι (20) καταδικαστικές αποφάσεις κατά της χώρας μας, που και πάλι την φέρνουν στην πρώτη θέση μεταξύ των 28 Κρατών-μελών (τις επόμενες θέσεις καταλαμβάνουν η Ισπανία με 14, η Πολωνία και η Γερμανία με 13 καταδικαστικές αποφάσεις) . Θα πρέπει να σημειώσουμε, εξάλλου, ότι κατά μέσο όρο τα τελευταία έτη αντιστοιχεί 1 έως 1,2 καταδικαστικές αποφάσεις ανά Κράτος-μέλος (ΕΕ/28) .
Ωστόσο, θα πρέπει να τονισθεί ως θετικό το γεγονός ότι μεταξύ των δύο (2) καταδικαστικών αποφάσεων του 2019 δεν καταγράφεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται παραβίαση απ’ αυτές που χαρακτηρίζονται «πεισματικές», δηλαδή αυτές με τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 260 ΣΛΕΕ, επιβάλλονται χρηματικές κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση του ΔΕΕ .
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δύο (2) καταδικαστικές αποφάσεις αφορούν η μία την ελευθερία εγκαταστάσεως και η άλλη τη φορολογία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι δεν παρουσιάζονται για πρώτη χρόνια καταδικαστικές αποφάσεις στον τομέα του περιβάλλοντος, που ιστορικά αποτελεί τον τομέα της ενωσιακής νομοθεσίας, στον οποίο σημειώνονται οι περισσότερες παραβιάσεις τόσο από την χώρα μας όσο και από τα υπόλοιπα Κράτη-μέλη. Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε το 2019 με υποθέσεις επεξεργασίας των αστικών λυμάτων και διαχείρισης των αποβλήτων, που έχουν αναδειχθεί στα κυριότερα ζητήματα τριβής με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
3. Το 2019 εντοπίζονται μόλις δύο (2) αποφάσεις του ΔΕΕ επί προδικαστικών παραπομπών κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, που προήλθαν από Συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο. Η σταθερά μικρή έως ελάχιστη συνεργασία των ελληνικών δικαστηρίων με το ΔΕΕ μέσω της προδικαστικής διαδικασίας και το 2019 επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε παρουσιάζοντας την ελληνική παρουσία στα δικαστικά όργανα της Ένωσης για την προηγούμενη πενταετία, ορισμένα εκ των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι σε γενικές γραμμές να επαναλάβουμε:
Πρώτον, ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών εκ μέρους των ελληνικών δικαστηρίων κινείται σε ρυθμούς αντίθετους με την ευρωπαϊκή τάση αύξησης του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών. Το γεγονός αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και αντιμετώπισης τόσο από τις Νομικές Σχολές όσο και από τα αρμόδια διοικητικά και εκπαιδευτικά όργανα της δικαιοσύνης.
Δεύτερον, δεν φαίνεται να οδηγούν σε αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών προερχομένων από τα ελληνικά δικαστήρια τα εξής γεγονότα: η αναγνώριση από το ΔΕΚ, με τη γνωστή απόφαση Köbler , της ευθύνης των Κρατών-μελών σε αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται με αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων, όταν αυτές είναι αντίθετες με ενωσιακό δίκαιο (εξωσυμβατική ευθύνη), η σημαντική βελτίωση στις επιδόσεις του ΔΕΕ όσον αφορά το χρόνο, που απαιτείται για την έκδοση εκ μέρους του αποφάσεων επί προδικαστικών παραπομπών (κατά μέσο όρο 16 μήνες ), η καθιέρωση ταχείας διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής , καθώς και η σημαντική αύξηση της δικαστικής ύλης στο πλαίσιο των πολιτικών του Χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης (Μετανάστευση, Άσυλο, Αστυνομική και Δικαστική Συνεργασία στις Ποινικές Υποθέσεις, Δικαστική Συνεργασία στις Αστικέ Υποθέσεις).
4. Στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος θα πρέπει να επισημάνουμε, ως έχουσες ιδιαίτερη σημασία τις παρακάτω αποφάσεις του Δικαστηρίου:

(α) Υπόθεση C 729/17, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας τη νομική μορφή των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες, που πρέπει να αποτελούνται από έναν τουλάχιστον Δικηγορικό Σύλλογο και ένα τουλάχιστον Επιμελητήριο στην Ελλάδα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 15, παρ. 2, στοιχεία βʹ και γʹ, και παρ. 3, της Οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά. Επιπλέον, Η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι, υποβάλλοντας τη διαδικασία αναγνώρισης των ακαδημαϊκών προσόντων σε προϋποθέσεις επιβολής πρόσθετων απαιτήσεων σχετικά με το περιεχόμενο των πιστοποιητικών και επιβολής αντισταθμιστικών μέτρων χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση των ουσιωδών διαφορών και διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, υποχρεώνοντας τους αιτούντες διαπίστευσης της ιδιότητας του διαμεσολαβητή, που κατέχουν τίτλους διαπίστευσης αποκτηθέντες στην αλλοδαπή ή από αναγνωρισμένου κύρους φορέα κατάρτισης αλλοδαπής προέλευσης, κατόπιν εκπαίδευσης παρασχεθείσας στην Ελλάδα, να διαθέτουν εμπειρία τριών τουλάχιστον συμμετοχών σε διαδικασία διαμεσολάβησης, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, καθώς και από τα άρθρα 13 και 14, από το άρθρο 50, παρ. 1, και από το παράρτημα VII της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013 (στο εξής: οδηγία 2005/36). Σε αντίκρουση της προσφυγής της Επιτροπής η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε προκαταρτικά ότι η επίδικη νομοθεσία είχε καταργηθεί από τις 17 Ιανουαρίου 2018, ημερομηνία της δημοσίευσης του νόμου 4512/2018, με αποτέλεσμα οι αιτιάσεις που διατύπωσε η Επιτροπή με την προσφυγή της να έχουν πλέον καταστεί κενές περιεχομένου. Σε απάντηση στην ως άνω επιχειρηματολογία η Επιτροπή υποστήριξε ότι η κρινόμενη προσφυγή αφορά και την κατάσταση που προέκυψε από τις εν λόγω νομοθετικές τροποποιήσεις, που εισήχθησαν με τον νόμο 4512/2018, στο μέτρο που με τα νέα μέτρα που έλαβε η Ελλάδα μετά την αιτιολογημένη γνώμη διατηρήθηκε στο σύνολό του το σύστημα που είχε θεσπιστεί με τη νομοθεσία που αποτέλεσε το αντικείμενο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της Ελληνικής Κυβέρνησης, υπενθυμίζοντας την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την όποια η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους ως είχε κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ ενδεχόμενες μεταγενέστερες μεταβολές δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Απέρριψε, εξάλλου, και τον ισχυρισμό της Επιτροπής τονίζοντας ότι το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να διευρυνθεί ώστε να καλύπτει υποχρεώσεις που απορρέουν από νέες διατάξεις, αντίστοιχες των οποίων δεν υπήρχαν στο αρχικό κείμενο της επίμαχης πράξης, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεως. Επί της ουσίας και σε ότι αφορά την πρώτη αιτίαση η Ελληνική Κυβέρνηση περιορίστηκε στην επισήμανση ότι, μετά τη θέσπιση του νόμου 4512/2018, αυτή αιτίαση έχει καταστεί κενή περιεχομένου. Το Δικαστήριο έκρινε τελικά ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας τη νομική μορφή των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες τις οποίες πρέπει να συνιστούν από κοινού ένας τουλάχιστον δικηγορικός σύλλογος και ένα τουλάχιστον επιμελητήριο της Ελλάδας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παρ. 2, στοιχεία βʹ και γʹ, και παρ. 3, της Οδηγίας 2006/123. Σχετικά με την δεύτερη αιτίαση η Ελληνική Κυβέρνηση περιορίστηκε στην επισήμανση ότι η υπουργική απόφαση 109088, όπως έχει τροποποιηθεί, καταργήθηκε με τη θέση σε ισχύ του νόμου 4512/2018 και, ως εκ τούτου, θεωρεί ότι η εξεταζόμενη αιτίαση έχει καταστεί κενή περιεχομένου. Το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτή αυτήν επιχειρηματολογία και έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, επιβάλλοντας, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης των ακαδημαϊκών προσόντων, πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο των απαιτούμενων πιστοποιητικών και αντισταθμιστικά μέτρα χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση της ύπαρξης πιθανών ουσιωδών διαφορών με την εθνική εκπαίδευση, καθώς και διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, καθόσον υποχρεώνουν τους αιτούντες διαπίστευση της ιδιότητας του διαμεσολαβητή που κατέχουν τίτλους διαπίστευσης αποκτηθέντες στην αλλοδαπή ή από αναγνωρισμένου κύρους φορέα κατάρτισης αλλοδαπής προέλευσης, κατόπιν εκπαίδευσης παρασχεθείσας στην Ελλάδα, να διαθέτουν εμπειρία τριών τουλάχιστον συμμετοχών σε διαδικασία διαμεσολάβησης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 13 και 14, από το άρθρο 50, παράγραφος 1, καθώς και από το παράρτημα VII της οδηγίας 2005/36.

(β) Υπόθεση C-91/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Με προσφυγή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της Οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά καθώς και βάσει του άρθρου 110 ΣΛΕΕ, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία υποβάλλει σε συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μειωμένο κατά 50 % σε σχέση με τον κανονικό εθνικό συντελεστή (α) το παραγόμενο από τους «συστηματικούς αποσταγματοποιούς» προϊόν τσίπουρο/τσικουδιά και (β) το παραγόμενο από τους αποκαλούμενους μικρούς, «διήμερους» αποσταγματοποιούς προϊόν τσίπουρο/τσικουδιά σε σημαντικά μειωμένο συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης, ενώ τα αλκοολούχα ποτά που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη υπόκεινται στον κανονικό συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης. Προς στήριξη της προσφυγής της η Επιτροπή ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ελληνικό φορολογικό καθεστώς οδήγησε στη μείωση των πωλήσεων από το 2010 των εισαγόμενων στην Ελλάδα αλκοολούχων ποτών, όπως το ουίσκι, το τζιν και η βότκα, σε σύγκριση με την πώληση των εγχωρίως παραγόμενων, γεγονός που αποδεικνύει το προστατευτικό αποτέλεσμα της ελληνικής νομοθεσίας περί ειδικών φόρων κατανάλωσης. Η Ελληνική Δημοκρατία αντικρούοντας τους ισχυρισμούς της Επιτροπής υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι (α) το ούζο, αφενός, και το τσίπουρο και η τσικουδιά, αφετέρου, ανήκουν, σύμφωνα με τον Κανονισμό 110/2008, σε διαφορετικές κατηγορίες αλκοολούχων ποτών, δηλαδή το ούζο στην κατηγορία «αποσταγμένο anis» και το τσίπουρο καθώς και η τσικουδιά στην κατηγορία «απόσταγμα στεμφύλων σταφυλής». Ωστόσο, τούτο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα εν λόγω αλκοολούχα ποτά έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του ίδιου, μειωμένου κατά 50 %, συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης τόσο στο τσίπουρο και την τσικουδιά όσο και στο ούζο μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 23, παράγραφος 2, της Οδηγίας 92/83, παρά το γεγονός ότι η τελευταία αυτή διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται στενά, (β) η επίμαχη ελληνική νομοθεσία περί ειδικών φόρων κατανάλωσης δεν αντιβαίνει στο άρθρο 110, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το οποίο απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στα προϊόντα άλλων κρατών μελών υψηλότερους φόρους από εκείνους που βαρύνουν τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα. Συγκεκριμένα το τσίπουρο και η τσικουδιά, είτε είναι αρωματισμένα είτε όχι, διαφοροποιούνται από άλλα εισαγόμενα αλκοολούχα ποτά, όχι μόνον όπως το ουίσκι, το τζιν ή η βότκα, αλλά και όπως η grappa ή η ζιβανία και, γενικά, από τα αλκοολούχα ποτά της κατηγορίας του αποστάγματος στεμφύλων σταφυλής, (γ) τα έτη 2010 έως 2012 αποτέλεσαν περίοδο κρίσης και ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τη συναγωγή ασφαλών και αξιόπιστων συμπερασμάτων σχετικά με την κατανάλωση των διαφόρων κατηγοριών αλκοολούχων ποτών. Έτσι, δεν αποδεικνύεται ο προβαλλόμενος από την Επιτροπή προστατευτικός χαρακτήρας της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας προς όφελος του τσίπουρου και της τσικουδιάς, (δ) οι μικροί αποσταγματοποιοί του τσίπουρου και της τσικουδιάς, οι αποκαλούμενοι «διήμεροι», λειτουργούν εντός συγκεκριμένου εθνικού πλαισίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη μια μακροχρόνια παραδοσιακή πρακτική. Η πώληση του τσίπουρου και της τσικουδιάς, προϊόντων παραγόμενων σε εξαιρετικά απλά μηχανήματα, πραγματοποιείται αποκλειστικά και μόνο χύμα, από ιδιώτη σε ιδιώτη, τα προϊόντα δε αυτά δεν έχουν ποτέ αποτελέσει αντικείμενο ενδοκοινοτικών συναλλαγών.
Το Δικαστήριο τελικά δεν έκανε δεκτή την ανωτέρω επιχειρηματολογία και κάνοντας δεκτή την προσφυγή της Επιτροπής έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει:

(1) από τα άρθρα 19 και 21 της Οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 23, παρ. 2, της εν λόγω Οδηγίας, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία προβλέπει την εφαρμογή συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μειωμένου κατά 50 % σε σχέση με τον κανονικό εθνικό συντελεστή στο τσίπουρο και την τσικουδιά που παράγονται από τις επιχειρήσεις απόσταξης, τους αποκαλούμενους «συστηματικούς αποσταγματοποιούς», και
(2) από τα άρθρα 19 και 21 της Οδηγίας 92/83, σε συνδυασμό με το άρθρο 22, παρ. 1, της ίδιας Οδηγίας και με το άρθρο 3, παρ. 1, της Οδηγίας 92/84/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των συντελεστών των ειδικών φόρων κατανάλωσης για την αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία προβλέπει, υπό τις προϋποθέσεις που η ίδια καθορίζει, την εφαρμογή σημαντικά μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στο τσίπουρο και την τσικουδιά που παράγονται από τους μικρούς αποσταγματοποιούς, τους αποκαλούμενους «διήμερους».

(γ) Υπόθεση C-431/17, Μοναχός Ειρηναίος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιακουμάκης του Εμμανουήλ κατά Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η διαφορά στην κύρια δίκη προέκυψε όταν ο Ειρηναίος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιακουμάκης, μοναχός στην Ιερά Μονή Πέτρας (Καρδίτσα) με αίτησή του προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ) ζήτησε να εγγραφεί στο ειδικό μητρώο του Συλλόγου αυτού ως δικηγόρος, που απέκτησε τη δικηγορική ιδιότητα σε άλλο κράτος μέλος, και ειδικότερα στην Κύπρο. Ο ΔΣΑ απέρριψε την αίτηση αυτή, βάσει των εθνικών διατάξεων σχετικά με το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, εκτιμώντας ότι οι διατάξεις αυτές καταλαμβάνουν και τους δικηγόρους που επιθυμούν να ασκήσουν δικηγορία στην Ελλάδα υπό τον επαγγελματικό τους τίτλο καταγωγής. Κατόπιν τούτου ο Μοναχός Ειρηναίος κατέθεσε αίτηση ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προς στήριξη της αιτήσεως ακυρώσεως, προέβαλλε ιδίως ότι η εθνική νομοθεσία δεν συνάδει με τις διατάξεις της Οδηγίας 98/5, διότι επιβάλλει προϋπόθεση η οποία δεν προβλέπεται στην Οδηγία αυτή. Πλην όμως, κατά την άποψή του, η εν λόγω Οδηγία εναρμονίζει πλήρως τους κανόνες σχετικά με τις προϋποθέσεις εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής των δικηγόρων που έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά τους προσόντα σε άλλο κράτος μέλος. Ο ΔΣΑ υποστήριξε ότι η εθνική νομοθεσία κατά την οποία οι μοναχοί κωλύονται να αποκτήσουν τη δικηγορική ιδιότητα δικαιολογείται από θεμελιώδεις αρχές και κανόνες που διέπουν την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής. Ως προς το ζήτημα αυτό, η ως άνω αρχή προβάλλει ότι οι μοναχοί, εξαιτίας της ιδιότητάς τους, δεν μπορούν να παρέχουν, σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες και αρχές, εχέγγυα, μεταξύ άλλων, ανεξαρτησίας έναντι των εκκλησιαστικών αρχών στις οποίες υπόκεινται, δυνατότητας πλήρους απασχολήσεως με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, ικανότητας χειρισμού υποθέσεων υπό συνθήκες αντιδικίας, πραγματικής εγκαταστάσεως στην περιφέρεια του πρωτοδικείου όπου είναι διορισμένοι και συμμορφώσεως προς την απαγόρευση παροχής υπηρεσιών άνευ αμοιβής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Το άρθρο 3 της οδηγίας [98/5] έχει την έννοια ότι η εγγραφή ενός μοναχού της Εκκλησίας της Ελλάδος ως δικηγόρου στα μητρώα της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο έχει αποκτήσει τον επαγγελματικό του τίτλο, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, μπορεί να απαγορεύεται από τον εθνικό νομοθέτη, για τον λόγο ότι οι μοναχοί της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν δύνανται, κατά το εθνικό δίκαιο, να εγγράφονται στα μητρώα των δικηγορικών συλλόγων, επειδή δεν παρέχουν, λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, ορισμένα απαραίτητα για την άσκηση της δικηγορίας εχέγγυα;».
Το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) έκρινε ότι το άρθρο 3, παρ. 2, της Οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία δικηγόρος που έχει την ιδιότητα του μοναχού και είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής απαγορεύεται να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, λόγω του προβλεπόμενου από τη νομοθεσία αυτή ασυμβίβαστου της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση της δικηγορίας.

Κλείνοντας αυτό το προλογικό σημείωμα θα ήθελα να ευχαριστήσω την κα Κυριακή Ραφτοπούλου, Διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΔΠΘ, για τη συμβολή της στην έρευνα, συγκέντρωση, επεξεργασία και ταξινόμηση του υλικού, που ακολουθεί.
Μ.Δ.Χ.


Ελευθερία εγκατάστασης

-υπόθεση C 729/17, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας

«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 258 ΣΛΕΕ – Άρθρο 49 ΣΛΕΕ – Οδηγία 2006/123/ΕΚ – Άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 3 – Οδηγία 2005/36/ΕΚ – Άρθρα 13, 14, 50 και παράρτημα VII – Ελευθερία εγκατάστασης – Αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων – Εθνικοί κανόνες που αφορούν τους παρόχους κατάρτισης διαμεσολαβητών»

Το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:

1)- Η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας τη νομική μορφή των φορέων κατάρτισης διαμεσολαβητών σε μη κερδοσκοπικές εταιρίες τις οποίες πρέπει να συνιστούν από κοινού ένας τουλάχιστον δικηγορικός σύλλογος και ένα τουλάχιστον επιμελητήριο της Ελλάδας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 15, παράγραφος 2, στοιχεία βʹ και γʹ, και παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά·
- η Ελληνική Δημοκρατία, επιβάλλοντας, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνώρισης των ακαδημαϊκών προσόντων, πρόσθετες απαιτήσεις σχετικά με το περιεχόμενο των απαιτούμενων πιστοποιητικών και αντισταθμιστικά μέτρα χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση της ύπαρξης πιθανών ουσιωδών διαφορών με την εθνική εκπαίδευση και διατηρώντας σε ισχύ διατάξεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις, καθόσον υποχρεώνουν τους αιτούντες διαπίστευση της ιδιότητας του διαμεσολαβητή που κατέχουν τίτλους διαπίστευσης αποκτηθέντες στην αλλοδαπή ή από αναγνωρισμένου κύρους φορέα κατάρτισης αλλοδαπής προέλευσης, κατόπιν εκπαίδευσης παρασχεθείσας στην Ελλάδα, να διαθέτουν εμπειρία τριών τουλάχιστον συμμετοχών σε διαδικασία διαμεσολάβησης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 13 και 14, από το άρθρο 50, παράγραφος 1, καθώς και από το παράρτημα VII της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

-υπόθεση C-431/17, Μοναχός Ειρηναίος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιακουμάκης του Εμμανουήλ κατά Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Αίτηση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως

«Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 98/5/ΕΚ – Πρόσβαση στο επάγγελμα του δικηγόρου – Μοναχός που έχει αποκτήσει τον επαγγελματικό τίτλο του δικηγόρου σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο κράτος μέλος υποδοχής – Άρθρο 3, παράγραφος 2 – Προϋπόθεση εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής – Πιστοποιητικό εγγραφής στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής – Απόρριψη της αιτήσεως εγγραφής – Επαγγελματικοί και δεοντολογικοί κανόνες – Ασυμβίβαστο της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος»

Το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:

Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία δικηγόρος που έχει την ιδιότητα του μοναχού και είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής απαγορεύεται να εγγραφεί στα μητρώα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, προκειμένου να ασκεί εκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό του τίτλο καταγωγής, λόγω του προβλεπόμενου από τη νομοθεσία αυτή ασυμβίβαστου της ιδιότητας του μοναχού με την άσκηση της δικηγορίας.

Κρατικές ενισχύσεις

- υπόθεση C-332/18 P, Μυτιληναίος Ανώνυμος Εταιρία – Όμιλος Επιχειρήσεων, με έδρα το Μαρούσι (Ελλάδα), πρώην Αλουμίνιον της Ελλάδος ΒΕΑΕ κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή,

«Αίτηση αναιρέσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Παραγωγή αλουμινίου – Προτιμησιακό τιμολόγιο παροχής ηλεκτρικής ενέργειας βάσει συμβάσεως – Απόφαση κηρύσσουσα την ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά – Καταγγελία της συμβάσεως – Αναστολή των συνεπειών της καταγγελίας με δικαστική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων – Απόφαση κηρύσσουσα την ενίσχυση παράνομη»

Το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:

1)Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)Καταδικάζει την Μυτιληναίος Ανώνυμος Εταιρία – Όμιλος Επιχειρήσεων στα δικαστικά έξοδα.

Φορολογία

- υπόθεση C-91/18, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας,

«Παράβαση κράτους μέλους – Ειδικοί φόροι κατανάλωσης για την αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά – Άρθρο 110 ΣΛΕΕ – Οδηγία 92/83/ΕΟΚ – Οδηγία 92/84/ΕΟΚ – Κανονισμός (ΕΚ) 110/2008 – Εφαρμογή χαμηλότερου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στην παραγωγή των εγχώριων προϊόντων με την ονομασία τσίπουρο και τσικουδιά»

Το Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφασίζει:

1) Η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει:
– από τα άρθρα 19 και 21 της Οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 23, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία προβλέπει την εφαρμογή συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης μειωμένου κατά 50 % σε σχέση με τον κανονικό εθνικό συντελεστή στο τσίπουρο και την τσικουδιά που παράγονται από τις επιχειρήσεις απόσταξης, τους αποκαλούμενους «συστηματικούς αποσταγματοποιούς», και
– από τα άρθρα 19 και 21 της Οδηγίας 92/83, σε συνδυασμό με το άρθρο 22, παράγραφος 1, της ίδιας Οδηγίας και με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της Οδηγίας 92/84/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των συντελεστών των ειδικών φόρων κατανάλωσης για την αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, καθόσον θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία η οποία προβλέπει, υπό τις προϋποθέσεις που η ίδια καθορίζει, την εφαρμογή σημαντικά μειωμένου συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης στο τσίπουρο και την τσικουδιά που παράγονται από τους μικρούς αποσταγματοποιούς, τους αποκαλούμενους «διήμερους».
2)Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

Κοινωνική πολιτική

-υπόθεση C 664/17, Ελληνικά Ναυπηγεία AE κατά Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου κ.λπ., Αίτηση του Αρείου Πάγου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως

«Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Πεδίο εφαρμογής – Μεταβίβαση τμήματος επιχειρήσεως – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Έννοια του όρου ‟μεταβίβαση” – Έννοια του όρου ‟οικονομική οντότητα” – Μεταβίβαση τμήματος της οικονομικής δραστηριότητας μητρικής εταιρίας σε νεοϊδρυθείσα θυγατρική – Ταυτότητα – Αυτονομία – Άσκηση οικονομικής δραστηριότητας – Κριτήριο της ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας επί μονίμου βάσεως – Αναζήτηση συντελεστών παραγωγής από τρίτους – Πρόθεση εκκαθαρίσεως της μεταβιβασθείσας οντότητας»

Το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Η οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, και ιδίως το άρθρο της 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, εφαρμόζεται στη μεταβίβαση παραγωγικής μονάδας στην περίπτωση που, αφενός, ο μεταβιβάζων, ο διάδοχος ή και οι δύο από κοινού δεν έχουν ως προοπτική μόνο να συνεχίσει ο διάδοχος την οικονομική δραστηριότητα που ασκούσε ο μεταβιβάζων, αλλά επίσης να παύσει μελλοντικά ο ίδιος ο διάδοχος να υφίσταται, τιθέμενος σε εκκαθάριση, και, αφετέρου, η επίμαχη μονάδα δεν είναι πλήρως αυτόνομη, επειδή δεν μπορεί να επιτύχει τον οικονομικό σκοπό της χωρίς την αναζήτηση συντελεστών παραγωγής από τρίτους, υπό την προϋπόθεση, τη συνδρομή της οποίας απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, ότι, αφενός, τηρείται η γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης η οποία δεν επιτρέπει στον μεταβιβάζοντα και στον διάδοχο να επιχειρήσουν δόλια ή καταχρηστική εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την οδηγία 2001/23 και ότι, αφετέρου, η επίμαχη παραγωγική μονάδα διαθέτει επαρκή εχέγγυα που της διασφαλίζουν την πρόσβαση στους συντελεστές παραγωγής τρίτου προκειμένου να μην εξαρτάται από τις οικονομικές επιλογές στις οποίες ο τρίτος αυτός προβαίνει μονομερώς.

Δημόσιες δαπάνες

-υπόθεση C-341/17 P, Ελληνική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή

«Αίτηση αναιρέσεως – Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) – Δαπάνες αποκλειόμενες από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 – Καθεστώς στρεμματικών ενισχύσεων – Έννοια του “μόνιμου βοσκότοπου” – Κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση – Αφαίρεση προηγούμενης διορθώσεως»

Το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:

1) Αναιρεί τα σημεία 2 και 3 του διατακτικού της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 30ής Μαρτίου 2017, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T-112/15, EU:T:2017:239), καθόσον το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, απέρριψε την προσφυγή της Ελληνικής Δημοκρατίας περιορίζοντας την εξέτασή του στη διόρθωση για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 που καταλογίστηκε στο οικονομικό έτος 2009 όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % που επιβλήθηκε για τις ενισχύσεις του δεύτερου πυλώνα της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ), ο οποίος επικεντρώνεται στην αγροτική ανάπτυξη, και μη εξετάζοντας τη διόρθωση για το έτος υποβολής αιτήσεων 2008 που καταλογίστηκε στο οικονομικό έτος 2010, ύψους 5 496 524,54 ευρώ, όσον αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση 5 % που επιβλήθηκε για τις ενισχύσεις του δεύτερου πυλώνα της ΚΓΠ, ο οποίος επικεντρώνεται στην αγροτική ανάπτυξη, και, αφετέρου, αποφάνθηκε επί των δικαστικών εξόδων.
2) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
3) Ακυρώνει την εκτελεστική απόφαση 2014/950/ΕΕ της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2014, για τον αποκλεισμό ορισμένων δαπανών από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), καθόσον αφορά τη συνεκτίμηση της απόφασης 2013/214/ΕΕ της Επιτροπής, της 2ας Μαΐου 2013, για τον αποκλεισμό από τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), κατά τον υπολογισμό του ποσού της διόρθωσης ύψους 5 496 524,54 ευρώ, της μείωσης κατά 270 175,45 ευρώ και του δημοσιονομικού αντίκτυπου των 5 226 349,09 ευρώ, σχετικά με τις δαπάνες που πραγματοποίησε η Ελληνική Δημοκρατία στον τομέα της αγροτικής ανάπτυξης ΕΓΤΑΑ – Άξονας 2 (2007-2013, μέτρα που συνδέονται με την επιφάνεια) και που καταλογίστηκαν στο πλαίσιο του οικονομικού έτους 2010, λόγω ελλείψεων του ΣΑΑ και των επιτόπιων ελέγχων (δεύτερος πυλώνας, έτος υποβολής αιτήσεων 2008).
4) Η Ελληνική Δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας και της αναιρετικής διαδικασίας.
5) Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.

-υπόθεση C-670/17 P, Ελληνική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή

«Αίτηση αναιρέσεως – Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) – Τμήμα Προσανατολισμού – Μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής – Κανονισμός (ΕΚ) 1260/1999 – Επιχειρησιακό πρόγραμμα – Δημοσιονομικές διορθώσεις – Άρθρο 39 – Νομική βάση – Μεταβατικές διατάξεις»

Το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:

1) Αναιρεί την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της
19ης Σεπτεμβρίου 2017, Ελλάδα κατά Επιτροπής (T 327/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:631).
2) Ακυρώνει την εκτελεστική απόφαση C(2015) 1936 τελικό της Επιτροπής, της 25ης Μαρτίου 2015, για την εφαρμογή δημοσιονομικής διορθώσεως στ[η συνδρομή] του ΕΓΤΠΕ – Τμήμα Προσανατολισμού, [που είχε χορηγηθεί στο πλαίσιο] του επιχειρησιακού προγράμματος CCI 2000GR061PO021 (Ελλάδα – Στόχος 1 – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου).
3) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ελληνική Δημοκρατία σε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

-υπόθεση C-6/18 P, Ελληνική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή

«Αίτηση αναιρέσεως – Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) – Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) – Κανονισμός (ΕΚ) 1290/2005 – Χρηματοδότηση της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής – Αποκλειόμενες δαπάνες – Δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησε η Ελληνική Δημοκρατία»

Το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:

1)Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

-υπόθεση T-480/17, Ελληνική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Δαπάνες αποκλειόμενες από τη χρηματοδότηση – Δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησε η Ελλάδα – Εφάπαξ και κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικές διορθώσεις – Πολλαπλή συμμόρφωση – Έλεγχος των κανονιστικών απαιτήσεων διαχειρίσεως – Ανάλυση κινδύνου – Εκτίμηση της οικονομικής ζημίας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αναλογικότητα»

Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει:

1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

-υπόθεση T-14/18, Ελληνική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση – Αποσυνδεμένες άμεσες ενισχύσεις – Κατ’ αποκοπήν δημοσιονομική διόρθωση – Άρθρο 52 του κανονισμού (ΕΕ) 1306/2013 – Άρθρο 12 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 907/2014 – Υποχρέωση αιτιολόγησης – Εκτίμηση της ζημίας – Αναλογικότητα»

Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει:

1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

-υπόθεση T 295/18, Ελληνική Δημοκρατία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«ΕΓΤΕ και ΕΓΤΑΑ – Δαπάνες που αποκλείονται από τη χρηματοδότηση – Δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησε η Ελλάδα – Αγροτική ανάπτυξη – Αποσυνδεδεμένες άμεσες ενισχύσεις – Βασικοί έλεγχοι – Κατ’ αποκοπήν δημοσιονομικές διορθώσεις»

Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει:

1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

Εμπορικό δίκαιο

-υπόθεση T 628/18, Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε.Ι Παπαδόπουλος Α.Ε κατά European Union Intellectual Property Office (EUIPO)

Κοινοτικό σήμα - Λόγοι απαραδέκτου - Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β ', του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2003 του Συμβουλίου, 2009 (νυν άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001)

Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει:

1. Απορρίπτει την προσφυγή.
2.Καταδικάζει την Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε.Ι Παπαδόπουλος Α.Ε να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα

Αναπτυξιακή πολιτική

-υπόθεση T 244/18, d.d. Synergy Hellas Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών Πληροφορικής κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη – Δημοσιονομικός κανονισμός – Έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης (2002-2006) – Συμφωνία επιχορηγήσεως J Web – Εκτελεστή απόφαση ανάκτησης – Αναλογικότητα – Υποχρέωση αιτιολογήσεως»

Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει:

1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την d.d. Synergy Hellas Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία Παροχής Υπηρεσιών Πληροφορικής στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.

Ρήτρα διαιτησίας

-υπόθεση Τ-166/17, Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Ρήτρα διαιτησίας – Σύμβαση Sensation συναφθείσα στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου – Επιλέξιμες δαπάνες – Χρεωστικό σημείωμα εκδοθέν από την εναγομένη για την ανάκτηση των προκαταβληθέντων ποσών – Αξιοπιστία των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχόλησης – Σύγκρουση συμφερόντων»

Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει:

1) Υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καταβάλει στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), πρώτον, το ποσό των 19 522,57 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε επιλέξιμη δαπάνη προσωπικού, προσαυξημένο με τις συνδεόμενες προς αυτό έμμεσες δαπάνες και τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού με επιτόκιο 3,50 %, από τις 12 Μαΐου 2017 έως και την πλήρη καταβολή του ποσού αυτού, δεύτερον, τόκους υπερημερίας επί του ποσού των 2 950 ευρώ, υπολογιζόμενους, με επιτόκιο 3,50 %, από τις 12 Μαΐου 2017 έως τις 28 Νοεμβρίου 2017 και, τρίτον, τόκους υπερημερίας επί του ποσού των 8 988,21 ευρώ υπολογιζόμενους, με επιτόκιο 3,50 %, από τις 12 Μαΐου 2017 έως την καταβολή του ποσού αυτού στις 2 Οκτωβρίου 2017.
2) Απορρίπτει την αγωγή κατά τα λοιπά.
3) Το ΕΚΕΤΑ φέρει τα δικαστικά έξοδά του και τα εννέα δέκατα των εξόδων της Επιτροπής, η οποία φέρει το ένα δέκατο των εξόδων της.

-υπόθεση T 198/17, Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ), με έδρα τη Θεσσαλονίκη (Ελλάδα) κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής

«Ρήτρα διαιτησίας – Σύμβαση Actibio συναφθείσα στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου – Επιλέξιμες δαπάνες – Χρεωστικό σημείωμα εκδοθέν από την εναγομένη για την ανάκτηση των προκαταβληθέντων ποσών – Αξιοπιστία των φύλλων καταγραφής χρόνου απασχόλησης – Σύγκρουση συμφερόντων»

Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει:

1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΚΕΤΑ) στα δικαστικά έξοδα.

Digesta OnLine 2020

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

 Για να ανοίξετε την απόφαση όπως ακριβώς δημοσιεύετηκε και το σχόλιο σε μορφή pdf πατήστε εδώ

Σ 20.1, 26.3, 94.4, 95.5 – ΕΣΔΑ 6.1 – Α’ Πρόσθετο πρωτόκολλο ΕΣΔΑ 1 – ν. 4640/2019 42.1

Αντίθετη στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ η επιβολή δικαστικού ενσήμου σε αναγνωριστικές αγωγές

Η επιβάρυνση του διαδίκου με δικαστικό ένσημο για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, εξυπηρετεί μόνο το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου και δεν συνδέεται με την αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης, αλλά καθιστώντας την δυσβάσταχτη οικονομικά αποτρέπει από την προσφυγή σ’ αυτή και κατά συνέπεια περιορίζει ανεπίτρεπτα ή στερεί το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας προσκρούοντας έτσι και στην ΕΣΔΑ. Την επιβολή δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δικαιολογεί αντίθετα ο εκτελεστός χαρακτήρα της απόφασης που εκδίδεται επ’ αυτών.

ΠολΠρωτΠατρών 94/2020

(Σύνθεση: Θεοδώρα Μαρία Βρετού, Μαρία Παπακώστα – εισηγήτρια, Βάϊος Τσιανάβας)

ΑΡΙΘΜΟΣ 94/2020

(Αριθμός κατάθεσης αγωγής: 1572/2019)

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟ∆ΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ∆ΙΑ∆ΙΚΑΣΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεοδώρα-Μαρία Βρετού, ΠρόεδροΠρωτοδικών, Μαρία Παπακώστα, Πρωτόδικη - Εισηγήτρια, Βάιο Τσιανάβα, Δικαστικό Πάρεδρο, και από τη γραμματέα Αγγελική Ρουμελιώτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2020, για ναδικάσει την επόμενη υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1] {…}

2] {…}

και 3] {…}

οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Φαφούτη (∆.Σ. Πατρών), δυνάμει των από 15/10/2019 εγγράφων πληρεξουσίων, κατ' άρ. 96 τον ΚΠολΔ, ο οποίος προσκόμισε το υπ' αριθµ. {…} γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του οικείου δικηγορικού συλλόγου.

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: κατοίκου ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε προτάσεις.

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 10/6/2019 και µε αριθμό καταθέσεως 1572/2019 αγωγή τους, την οποία κατέθεσαν στη γραμματεία τον παρόντος Δικαστηρίου διά τον ανωτέρω αναφερομένου πληρεξουσίου δικηγόρου τούς. Στις 18/10/2019 οι ενάγοντες κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας, ενώ, μετά το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας και δυνάμει της µε αριθμό 804/6-11-2019 πράξεως του Προϊστάμενου του Πρωτοδικείου Πατρών, ορίστηκαν η δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης και η σύνθεση του Δικαστηρίου, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ∆ΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ' αριθµ. 6&19Γ'/21-6-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου µε έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου {…} την οποία νομίμως προσκομίζουν οι ενάγοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής, µε πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εµπρόθεσµα στον εναγόμενο. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της και, συνεπώς. πρέπει να δικασθεί ερήμην (αρθρ. 271 παρ. 1 και 2 ώ. β' του ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 42 του ν. 4640/2019 ορίζεται ότι «1Ι παράγραφος 3 του άρθρου 7 τον ν.δ. 1544/1942 (Α' 189), όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α' 165), το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 (Α' 51) και το άρθρο 33 του ν. 4446/2016 (Α'240), αντικαθίσταται ως εξής: α3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΙΙΝ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.». 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία.». Εκ της διατάξεως αυτής

2ο φύλλο της υπ' αριθµ. 94/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών- Τακτική Διαδικασία.

καθίσταται σαφές ότι στις εκκρεμείς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών αναγνωριστικές αγωγές, είτε αυτές αρνήθηκαν εξ αρχής ως αναγνωριστικές είτε ως καταψηφιστικές, που ετράπησαν ακολούθως σε αναγνωριστικές και εισήχθησαν προς συζήτηση μετά την 1^11/2020, απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου κατ' άρθ. 2 τον ν. ΙΤΙΝ/1912. Η προκαταβολική, όμως, είσπραξη τον τέλους µε τον ν.4640/2019 εκ μέρους του Δημοσίου, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας της δίκης και επί ποσού κατά κανόνα μείζονος του τελικώς επιδικαζόμενου, αντίκειται στις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους πολίτες, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των αρθρ. 20 παρ. 1, 26 παρ. 3, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣ∆Α, Ι του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 παρ. 3 και Ι4 παρ. Ι του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Η εξαίρεση των αναγνωριστικών αγωγών από το τέλος δικαστικού ενσήμου καθιερώθηκε και διατηρήθηκε επί μακρόν στην υπηρεσία των δικαιωμάτων ελεύθερης πρόσβασης σε δικαστήριο και ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου. Είναι σαφές, ότι η επιβάρυνση του διαδίκου µε δικαστικό ένσημο, πριν την αναγνώριση του δικαιώματός του δηλαδή σε ένα επισφαλέστατο για τον ίδιο στάδιο της διαδικασίας, μόνον τους οικονομικά αδυνάτους αποτρέπει από την άσκηση της αγωγής ενώ οι οικονομικά ισχυροί αναλαμβάνουν ευκολότερα τον κίνδυνο απόρριψης. Η επιβολή του δικαστικού ενσήμου σε πρώιμο και επισφαλές για τον διάδικο στάδιο δεν συνδέεται µε τη λειτουργία της δικαιοσύνης και δεν εξυπηρετεί παρά µόνο το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, το οποίο όμως δεν μπορεί να προτάσσεται των ανθρωπίνων και συνταγματικών δικαιωμάτων. Άλλωστε. το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από m Δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ. Ι Συντάγματος), το οποίο κατοχυρώνεται και από την κυρωθείσα µε το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύµβαση της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣ∆Α άρθρα 6 και Ι3) και αποτελεί Θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Ο ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη Θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις, δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι ρυθμίσεις του ουσιαστικού νόμου πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να Θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς φραγμούς στην παροχή εννόμου προστασίας από τα Δικαστήρια, οι οποίοι ισοδυναμούν µε κατάργηση, άμεση ή έμμεση, του σχετικού δικαιώματος, άλλως οι ρυθμίσεις αυτές είναι προδήλως αντισυνταγματικές και αντίκεινται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣ∆Α. Επιπλέον, η επιβολή φορολογικού βάρους µε τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου µόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού, καθώς συναρτάτο µε την εκτελεστότητα της απόφασης και όχι µε την προσφυγή στη Δικαιοσύνη δεδομένου ότι το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς µε δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής. Η διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές. το δε Δημόσιο δεν στερείται του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται, όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει µε τους όρους που στο νόμο προβλέπονται, εκτελεστή. Η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις αναγνωριστικές αγωγές σημαίνει ότι πλέον καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό. καθώς, καθιστώντας δυσβάσταχτη οικονομικά την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, περιορίζει και σε πολλές περιπτώσεις στερεί το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. Στα πλαίσια αυτά, ο Άρειος Πάγος µε την υπ’ αριθµ. 675/2010 απόφαση του, έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας τον διαδίκου λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται µε την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». Είναι προφανές ότι η νομική παραδοχή τοι, Αρείου Πάγου περί της συνταγματικότητας του δικαστικού ενσήμου προϋπέθετε την απολεσθείσα πλέον δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα Δικαστήρια µε αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας. Ο πολίτης, ιδίως οικονομικά αδύναμος, προσέφευγε στην άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, εφόσον δεν απαιτείτο η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και ακολούθως, σε περίπτωση επιδικάσεως συγκεκριμένου ποσού από το Δικαστήριο, προέβαινε συνήθως στην έκδοση διαταγής πληρωμής, όπου κατέβαλε πλέον το απαιτούμενο, µε βάση, όμως, το επιδικασθέν και όχι το αιτηθέν ποσό, τέλος

3ο φύλλο της υπ' αριθµ. 94/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών- Τακτική Διαδικασία.

δικαστικού ενσήμου, καθόσον είχε αρθεί η υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασης του. Συνεπώς, η υποχρεωτική προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, λαμβανομένου υπόψη του ότι στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του υπάγονται αγωγές µε αντικείμενο άνω των 250.000 ευρώ κατ’ άρ. 14 παρ. 2 σε συνδυασμό µε άρ. 18 του ΚΠολΔ, ως προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη ισοδυναμώντας µε έμμεση κατάργηση τον προστατευόμενου και από την ΕΣ∆Α δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (Ολ. ΣΤΕ 601/2012 ΝΟΒ 2012.376. Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ. Ελ. Συν 2006/2008 Α’ Δημοσίευση Νόμος, Ολ. ΣΤΕ 647/2004 ∆ΕΕ 2004.821. ΑΕ∆ 33/1995 ∆νη 1995.571, Ε∆∆Α της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15-2-2000 GarciaManipardo κατά Ισπανίας, της 19-5-001 Kreuz κατά Πολωνίας Απόφαση Ε∆∆Α της 24-5-2006 επί της υπόθεσης Λιακόπουλου κατά Ελλάδος στην προσφυγή υπ’ αριθµ. 20627/2004, σχόλιο Κ. Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε ∆ίκη 2002.686, Εφετείο Πειραιά 55/2009, Δίκη 2009 246 µε σχόλιο Κ. Μπέη, Ψήφισμα της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων της 14^/12/2019, Απόφαση του ∆.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων της 7^/12/2019, από 19/12/2019 Επιστολή της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, την από 24ί1/2020 Γνωμοδότηση των Καθηγητών της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ Γιάννη Δρόσου, Σπύρου Βλαχόπουλου και Γιώργου Δελλή κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών). Περαιτέρω, προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ είναι: α) προσβολή του δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητος και όχι της προσωπικότητος τρίτου, όπου µόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. επί βαρείας προσβολής του τρίτου, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι προσβάλλεται και η προσωπικότητα του προσώπου πού συνδέεται στενότατα µε αυτόν (βλ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλο ό.π. άρ0ρο 57 αριθ. 5) και β) η προσβολή να είναι παράνομη, δηλαδή χωρίς δικαίωμα ή µε την άσκηση δικαιώματος, το οποίο, όμως, είτε είναι, από την άποψη της έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική σύμφωνα µε το άρθρο 281ΑΚ ή το άρθρο 25 του Συντάγματος (ΑΠ 835/72 Νοβ 21. 205, ΕφΑ 12154/40 Ελλ∆νη 32. 1673). Τέλος, για την επιδίκαση χρηµατικής ικανοποιήσεως απαιτείται και πταίσμα εκείνου από τον οποίο προέρχεται η προσβολή (ΑΠ 849185 ΝοΒ 34. 836), η προσβολή δε πρέπει να είναι σημαντική (βλ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλο ό.π. άρθρο 59 αριθ.8). Αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο προς εκδίκαση των αξιώσεων, οι οποίες απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 57 - 60 ΑΚ και οι οποίες δεν έχουν περιουσιακό χαρακτήρα, είναι, σύμφωνα και µε τη διάταξη τον άρθρου 18 ΚΠολΔ το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως εισάγουσα (η εν λόγω αγωγή) µη περιουσιακής φύσεως διαφορά (ΕφΑθ 1711/1991 Ελλ∆νη 22.912, Γεωργιάδης Σταθόπουλος, ο.π. αριθ. 26, Βασιλείου Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νοµολογιακή Ανάλυση, Τόµος Α', Αθήνα 1996, υπό Το άρθρο 18. αριθμός 27, σελίδα 207, Κεραµέως - Κονδύλη - Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόµος Ι. υπό το άρθρο Ι 8, σελίδα 62). Πλην όμως, οι αγωγές αποζημίωσης και χρηµατικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που Θεμελιώνονται στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα, που καθορίζεται: βάσει της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και της φύσης αυτής (Βασιλείου Βαθρακοκοίλη. Ερμηνεία - Νομολογία Αστικού Κώδικα, Τόµος Α', Αθήνα 2001, υπό το άρθρα 57, αριθμοί 43, 48, σελίδες 282 - 283). Επομένως, όταν το κύρια αίτημα της αγωγής, το οποίο είναι καθοριστικό για τον προσδιορισμό της καθ' ύλην αρμοδιότητας, αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που θεμελιώνεται στις παραπάνω διατάξεις για την προσβολή της προσωπικότητας, αρμόδιο καθ' ύλην είναι ανάλογα µε το αιτούμενο ποσό δικαστήριο και όχι το Πολυμελές Πρωτοδικείο σωρευοµένου µη περιούσια λόγω του μη περιουσιακής φύσεως αιτήματος για παράλειψη μελλοντικής προσβολής της προσωπικότητας (ΑΠ 1750/2014 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου στην κατά τη διάταξη του άρθρου Ι8 ΚΠολΔ, καθ' ύλην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι χρηµατικώς αποτιµητές διαφορές που δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, που είναι δεκτικές χρηµατικής αποτίμησης και έχουν αντικείμενο αξίας άνω των 250.000 ευρώ (άρθρο 14 ΚΠολΔ), καθώς και οι µη αποτιµητές σε χρήμα διαφορές υπάγονται στην κατ’ άρθρο 17 αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου και αν ακόμη η απόφαση μπορεί να έχει συνέπειες οικονομικής φύσης. Περαιτέρω, στο άρθρο 9 του ΚΠολΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για την εκτίμηση του αντικειμένου διαφορά λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής, ότι δεν συνυπολογίζονται οι αιτήσεις για καρπούς, τόκους και έξοδα και ότι συνυπολογίζονται περισσότερες απαιτήσεις που επιδιώκονται µε την ίδια αγωγή, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ανωτέρω άρθρου συνάγεται ότι, όταν στο ίδιο

4ο φύλλο της υπ' αριθµ. 94/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών- Τακτική Διαδικασία.

δικόγραφο σωρεύονται περισσότερες απαιτήσεις, τον ίδιου ενάγοντος κατά τον ίδιου εναγοµένου, η σώρευση των οποίων αποτελεί δικαίωμα του ενάγοντος, η αρμοδιότητα, ανεξαρτήτως αν οι απαιτήσεις απορρέουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία ή όχι, προσδιορίζεται από το σύνολο των απαιτήσεων, παρά την αυτοτέλεια κάθε σωρευόµενης απαίτησης έναντι των άλλων. Αν οι σωρευόµενες απαιτήσεις ή κάποια από αυτές δεν είναι αποτιµητή σε χρήμα ή υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, συνυπολογισμός δεν χωρεί. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο θα ερευνήσει την αρμοδιότητα για κάθε απαίτηση, ανάλογα µε το ποσό αν είναι αποτιµητή σε χρήμα και ανάλογα µε τη φάση της αν δεν είναι αποτιµητή σε χρήμα. Αν για κάθε µία είναι αρμόδιο το δικαστήριο Θα εκδικαστούν από αυτό, ενώ αλλιώς το δικαστήριο θα κρατήσει εκείνη, για την οποία έχει αρμοδιότητα, και θα παραπέμψει την άλλη για την οποία δεν έχει αρμοδιότητα στο αρμόδιο δικαστήριο, εκτός αν έχουν συνάφεια μεταξύ τους. Στην τελευταία, δε, περίπτωση της συνάφειας Θα εφαρμοστούν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 31 του ΚΠολΔ, οπότε στην αρμοδιότητα του [Πολυμελούς Πρωτοδικείου υπάγεται και η σωρευόµενη συναφής απαίτηση, για την οποία καθ’ ύλην αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο ή το Ειρηνοδικείο (βλ. σχετικώς Βασιλείου Βαθρακοκοίλη, ΚΙΙολΔ Ερμηνευτική - Νοµολογιακή Ανάλυση. Τόµος Α'. Αθήνα 1996, υπό το άρθρο 9, αριθμοί 12, 14, σελίδες 132, Ι33). Συναφείς δε είναι οι υποθέσεις όταν τα αντικείμενά τους εντάσσονται στην ίδια έννομη σχέση ή συνδέονται µε τον δεσμό της προδικαστικότητας ή απορρέουν από το ίδιο βιοτικό συμβάν (βλ. Νίκα σε Κεραµέως/Κονδύλη/Νίκα «Ερμηνεία ΚΠολΔ», τόµο Ι, άρθρο 3ί, αριθ. 4-5, σελ. 76, µε σχετικές παραπομπές στην θεωρία και στην νομολογία).

Οι ενάγοντες, µε την υπό κρίση αγωγή τους, εκθέτουν ότι, κατά τον αναφερόμενο σε αυτή τόπο και χρόνο και υπό τις ειδικότερα περιγραφόμενες συνθήκες, ο εναγόμενος προέβη στις λεπτομερώς περιγραφόμενες παράνοµες και υπαίτιες σε βάρος τους πράξεις και υπό τις αναφερόμενες περιστάσεις, οι οποίες συνιστούν ποινικά αδικήματα, προσέβαλαν την προσωπικότητά τους, την τιμή και τη φήμη αυτών, προκαλώντας τους ηθική βλάβη, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούν, κατόπιν νοµοτύπου τροπής του αιτήματος της αγωγής σε εν όλω έντοκο αναγνωριστικό κατ' άρ. 223 εδ. β του ΚΠολΔ, α) να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει i) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 29.955 ευρώ, ii) στο δεύτερο ενάγοντα το ποσά των 59.955 ευρώ και iii) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 79.955 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, µε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, επιφυλασσόμενοι να διεκδικήσουν πέραν των ανωτέρω το ποσά των σαράντα πέντε (45) ευρώ έκαστος εξ αυτών ενώπιον του αρμοδίου ποινικού Δικαστηρίου παριστάμενοι ως πολιτικώς ενάγοντες, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παύσει την προσβολή της προσωπικότητάς τους και να του απαγορευθεί η προσβολή αυτής στο μέλλον, να απαγγελθεί σε βάρος του εναγοµένου προσωπική κράτηση διάρκειας μέχρι τριών μηνών και κάθε μελλοντική προσβολή, να ιπ1Ρυχθεί η εκδοθησοµένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά τους έξοδα.

Με αυτά το περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύεται αίτημα αποτιµητό αλλά και µη αποτιµητό σε χρήμα, αναρμοδίως εισάγεται ως προς το πρώτο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον υπάγεται στην αρμοδιότητα τον Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (άρ. 14 παρ. 2, 22,35 και 41 ΚΠολΔ) πλην, όμως, το παρόν Δικαστήριο ως ανώτερο του καθ' ύλην αρμοδίου έχει τη διακριτική ευχέρεια να καταστήσει το ίδιο αρμόδιο για υπόθεση κατώτερου Δικαστηρίου που εισήχθη σε αυτό αναρμοδίως (άρ. 18, 31 και 47 ΚΠολΔ), εφόσον στην συγκεκριμένη περίπτωση κρίνει αυτό σκόπιμο για την αποτροπή παρέλκυσης της δίκης και την εξυπηρέτηση της αρχής της οικονομίας της δίκης [ΕφΑθ 1504/2010 ΕφΑ∆ 2010.1356, ΕφΠατρ 985/2009 ΑχΝοµ 2010.414,, ΕφΑθ 6546/2008 ΕλλΔνη 2009.5571, το οποίο κατά τα λοιπά τυγχάνει καθ' ύλην και κατά τόσον (άρθρα Ι 8, 22 ΚΠολΔ), προκειμένου να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία, είναι δε αρκούντως ορισμένη, πλην του αιτήματος περί υποχρέωσης του εναγοµένου να παραλείπει στο μέλλον κάθε προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητάς τους (ΕφΘεσ 2645/2002, Αρµ 2004/860, ΕφΛαρ 431/2000, Ελλ∆/γη 2001/499, ΠΠρΣυρ 38/2015 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 3284/2013 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόµενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 300, 330, 346, 914, 920 και 932 ΑΚ, 361, 362 και 363 ΠΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ, πλην α) του

5ο φύλλο της υπ' αριθµ. 94/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών- Τακτική Διαδικασία.

αιτήματος περί παύσεως της προβολής της προσωπικότητας των αιτούντων, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως µη νόμιμο, καθόσον η άρση της προσβολής προϋποθέτει η τελευταία να είναι παρούσα και ενεργή, ενώ αν έχει συντελεστεί και παραμένουν τα αποτελέσματά της, όπως εν προκειμένω, δεν νοείται άρση της µε την έννοια του άρ. 57 τον ΑΚ, αλλά γεννώνται άλλες αξιώσεις µε αποκαταστατικό Χαρακτήρα (λ.χ. αποκατάσταση ηθικής βλάβης, αποζημίωση) [ορ. Απόστολο Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, έκδ. 2010, άρθρο 57], β) του αιτήματος περί κηρύξεως της παρούσης προσωρινά εκτελεστής, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως µη νόμιμο, καθόσον προσωρινά εκτελεστές κηρύσσονται µόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις. Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, η υπό κρίση αγωγή, η οποία συζητήθηκε μετά την 1η/1/2020, ως τραπείσα σε αναγνωριστική υπόκειται, σύμφωνα µε το άρθρο 42 του Ν. 4640/2019, στην καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, ωστόσο, οι ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου κρίνονται, σύμφωνα µε τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, ως αντικείµενες στο Σύνταγμα και την ΕΣ∆Α και ως εκ τούτου, µη εφαρμοστέες.

Κατά της κρινόμενης αγωγής δεν υφίσταται ένσταση εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως και σχετικώς µε τα αναφερόμενα στο δικόγραφό της γεγονότα επιτρέπεται ομολογία. Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, διότι, εφόσον ο εναγόμενος ερημοδικεί, αποδεικνύονται πλήρως οι περιεχόμενοι στο δικόγραφό της πραγματικοί ισχυρισμοί δοθέντος έτι θεωρούνται ως ομολογημένοι εκ μέρους του ερηµοδικαζόµενου εναγοµένου (άρθρ. 271 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των πέντε (5.000) χιλιάδων ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, το οποία, εκτιμώντας τις συνθήκες, την υπαιτιότητα του εναγοµένου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την εν γένει ψυχική ταλαιπωρία των εναγόντων, συνεκτιμώντας την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, αλλά και µε βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, κρίνεται εύλογο και δίκαιο (άρθρο 932 εδ. α' ΑΚ), καθόσον η ερημοδικία του εναγοµένου δεν επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου πού προσδιορίζει κυριαρχικά ποιο το εύλογο ύψος αυτής (ΑΠ 609/1992 Ελ∆νη 34.1068), µε το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση (άρ. 346 ΑΚ). Τέλος, πρέπει να έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Πάτρα στις απόντων των διαδίκων και του πληρεξουσίου οριστεί το προκαταβλητέο παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από τον εναγόμενο κατά της παρούσης (άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων σε βάρος του εναγοµένου στο σύνολό τους λόγω της ήττας του (άρθρο 178 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

∆ΙΚΑΖΕΙ ερήμην του εναγοµένου.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολα ανακοπή ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα(250)ευρώ.

∆ΕΧΕΤΑΙ την αγωγή,

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων το ποσό των πέντε (5.000) χιλιάδων ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης• µε το νόμιμο τόκο από την επόμενη τη επιδόσεως της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγοµένου τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσά των τετρακοσίων τριάντα (430) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στις 4-2-2020 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Πάτρα στις 4-2-2020 απόντων των διαδίκων και του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών.

Η ΠΡΟΕ∆ΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλιο

Η δημοσιευόμενη απόφαση αξίζει ανεπιφύλακτα επιδοκιμασίας κατά το σκέλος της που έκρινε ανίσχυρη ως αντισυνταγματική τη νομοθετική διάταξη (ν. 4640/2019 άρθρο 42.1) που επέβαλε δικαστικό ένσημο σε αναγνωριστικές αγωγές υπαγόμενες στην υλική αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. Στις αιτιολογίες της, που στηρίζονται σε γνωμοδότηση καθηγητών του Συνταγματικού Δικαίου, σε προβεβλημένες θέσεις συγγραφέων παλαιότερα και σε προηγούμενη σχετική νομολογία (όπου εκτενώς παραπέμπει) θα μπορούσε να προστεθεί και η αντίθεση της ανωτέρω ρυθμίσεως στην συνταγματική αρχή της ισότητας (Σ 4.2), αφού τίποτε δεν φαίνεται να δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση των υπαγόμενων στην υλική αρμοδιότητα μονομελούς πρωτοδικείου ή ειρηνοδικείου αναγνωριστικών αγωγών, που εξαιρούνται από την επιβάρυνση του δικαστικού ενσήμου, πράγμα που δεν αποκλείεται εξάλλου να προκαλέσει (αν δεν προκάλεσε ήδη) στην πράξη την παράκαμψη της ρυθμίσεως με άσκηση αγωγών ενώπιον των κατώτερων δικαστηρίων για μέρος μόνο της απαιτήσεως και αναγγελία στο στάδιο της εκτελέσεως για το σύνολό της, συνδυαζόμενη με διαταγή πληρωμής βασισμένης στην εν τω μεταξύ τυχόν ευνοϊκή δικαστική απόφαση.

Επιφυλάξεις δικαιολογούνται εντούτοις σε σχέση με την παραδοχή του δικαστηρίου ότι είναι ανεκτή η επιβάρυνση με δικαστικό ένσημο των καταψηφιστικών αγωγών, με την αιτιολογία ότι είναι εκτελεστή η επ’ αυτών απόφαση. Ο εκτελεστός χαρακτήρας της απόφασης μπορεί μεν να δικαιολογεί την επιβάρυνση του ενάγοντα με το τέλος απογράφου μετά την έκδοσή της, οπότε είναι πλέον γνωστά τόσο το ευνοϊκό για τον ενάγοντα αποτέλεσμα της δίκης, όσο και το ακριβές ποσό που επιδικάστηκε, αλλά και η μετακύλισή του στον ηττηθέντα εναγόμενο με την καταδίκη αυτού στα δικαστικά έξοδα. Η επιβάρυνση όμως του ενάγοντα με δικαστικό ένσημο ήδη κατά την εκδίκαση της καταψηφιστικής αγωγής επιβάλλεται σε εξίσου -κι αυτή- με την αναγνωριστική αγωγή «πρώιμο και επισφαλές στάδιο», αφού η έκβαση της δίκης αφενός δεν αποκλείεται να είναι τελικά δυσμενής για τον ενάγοντα, στον οποίο δεν επιστρέφεται το δικαστικό ένσημο αν απορριφθεί η αγωγή και αφετέρου είναι πιθανό, ακόμη και σε περίπτωση ευνοϊκής γι’ αυτόν αποφάσεως, το επιδικαζόμενο ποσό να υπολείπεται σημαντικά εκείνου επί του οποίου υπολογίστηκε το δικαστικό ένσημο, η δε διαφορά δεν επιστρέφεται. Η απλή επίκληση λοιπόν από το Πρωτοδικείο Πατρών της αποφάσεως του Αρείου Πάγου 675/2010, δίχως ειδικότερο προβληματισμό, δεν επιλύει από μόνη της το ζήτημα που μάλλον επιβάλλεται να επανεξεταστεί από τα δικαστήρια, ιδίως ενόψει της οριστικής απώλειας του καταβληθέντος δικαστικού ενσήμου σε περίπτωση απορρίψεως της καταψηφιστικής αγωγής ολικά ή εν μέρει (κατά το αναλογούν στην απόρριψη μέρος του), οπότε η παρά ταύτα διατήρηση της επιβάρυνσης του ενάγοντα «δυοίν θάτερον»: είτε καταντά τιμωρία του που προσέφυγε στη δικαιοσύνη είτε εξυπηρετεί απλώς το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, συνιστώντας σε αμφότερες τις περιπτώσεις ανεπίτρεπτο περιορισμό του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Κ. Παναγόπουλος